| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 19546 | ζουμάρω | ζου-μά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ζουμάρ-ισα κ. ζούμαρ-α, -ισμένος, ζουμάρ-οντας} ΣΥΝ. κάνω ζουμ, εστιάζω 1. αυξομειώνω την εστιακή απόσταση αντικειμένου ή εικόνας με τη χρήση φακών ζουμ: φωτογραφία ~ισμένη και με καλή ανάλυση. 2. ΠΛΗΡΟΦ. μεταβάλλω το μέγεθος ψηφιακής εικόνας που προβάλλεται σε οθόνη ηλεκτρονικού υπολογιστή. 3. (μτφ.) επικεντρώνω: Εκπομπή που ~ει σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. [< αγγλ. zoom, 1948] | |
| 19547 | ζουμερός | , ή, ό ζου-με-ρός επίθ. (προφ.) 1. & (λαϊκό) ζουμάτος γεμάτος χυμό, χυμώδης: ~ός: καρπός. ~ή: μπριζόλα/ντομάτα. ~ά: λεμόνια/πορτοκάλια. Πβ. πολύχυμος.|| (μτφ.) ~ές: καμπύλες (: πληθωρικές). ~ά: χείλη (: σαρκώδη). Μάθετε όλες τις ~ές (: πικάντικες) λεπτομέρειες. Πβ. λαχταριστός. Βλ. -ερός. 2. (μτφ.) ουσιαστικός, ειδικότ. που παρουσιάζει ενδιαφέρον, κυρ. για το ευρύ κοινό: ~ή: γλώσσα/περιγραφή.|| ~ή: είδηση. ΣΥΝ. μεστός (1), ουσιώδης [< μεσν. ζουμερός] | |
| 19548 | ζουμί | ζου-μί ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. χυμός που εξάγεται από φρούτα ή λαχανικά: Στράγγιξε τα βρασμένα χόρτα και έχυσε το ~ τους. Λεμόνια/πορτοκάλια που δεν έχουν καθόλου ~. Πβ. οπός. Βλ. μαυρο-, νερο-ζούμι. 2. ζωμός βρασμένου κρέατος. 3. (μτφ.) νόημα, ουσία: Άσε τις αερολογίες και μπες στο ~ (= ψαχνό, ψητό)! Πβ. ρεζουμέ. ● Υποκ.: ζουμάκι (το) ● ΦΡ.: βράζει στο ζουμί του (μτφ.) 1. διακατέχεται από μίσος, οργή ή ζήλια, χωρίς όμως να τα εκφράζει. 2. ταλαιπωρείται, παιδεύεται μάταια και άδικα για την επίτευξη ενός σκοπού: Άσ' τον να ~ ~., είναι σκέτο ζουμί: είναι άγευστο: Ο καφές που έφτιαξε δεν πίνεται, ~ ~., έχει ζουμί (συχνά για οικονομικό όφελος): έχει ενδιαφέρον: Η δουλειά/το θέμα/το πράγμα ~ ~. Πβ. κέρδος, ωφέλεια.|| Η είδηση/η υπόθεση ~ ~ (: είναι ουσιώδης)., η γριά/η παλιά (η) κότα έχει το ζουμί (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι η ώριμη γυναίκα διαθέτει μεγάλη ερωτική εμπειρία και είναι πιο θελκτική· κατ' επέκτ. για να τονιστεί η εμπειρία που διαθέτουν οι πιο μεγάλοι και παλιοί σε κάποιον τομέα., με παίρνουν τα ζουμιά (εμφατ.): βάζω τα κλάματα, κλαίω: Όταν βλέπει συγκινητικές σκηνές στην τηλεόραση, την παίρνουν πάντα ~ ~. Πβ. δακρύζω., τι 'ναι ο κάβουρας, τι 'ν(αι) το ζουμί του βλ. κάβουρας [< μεσν. ζουμί(ν)] | |
| 58696 | ζούμπα | ζού-μπα ουσ. θηλ.: πρόγραμμα γυμναστικής με στοιχεία αερόμπικ και λάτιν μοτίβα. [< αμερικ. εμπορ. oνομασ. Zumba, 2001, γαλλ. ~, 2008] | |
| 19550 | ζουμπάς | ζου-μπάς ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) ζουπάς 1. (προφ.-μειωτ.) (για άνθρωπο) πολύ κοντός. Βλ. ζούδι, σπόρι. ΣΥΝ. κοντοπίθαρος, κοντοστούπης, μικροκαμωμένος, νάνος (1), στούμπος (1) ΑΝΤ. λελέκι (1), ντερέκι 2. ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο για άνοιγμα οπών σε δερμάτινες ή μεταλλικές επιφάνειες ή για χτύπημα των κεφαλών καρφιών, ώστε να μην προεξέχουν: ηλεκτρικός ~ (αυτόματης επαναφοράς). Διάτρηση με ~ά. Βλ. ακίδα. [< τουρκ. zιmba] | |
| 19551 | ζούμπερο | ζού-μπε-ρο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. ζωύφιο. ΣΥΝ. ζούδι (1), ζουζούνι (1), μαμούνι (1) 2. (μτφ.-μειωτ.) χαρακτηρισμός για άτομο άσχημο και καχεκτικό· υποτιμητική προσφώνηση σε κάποιον. [< σλαβ. zonbrû] | |
| 19552 | ζουμπούλι | ζου-μπού-λι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. κοινή ονομασία του υάκινθου. Πβ. ζαμπάκι, μανουσάκι. [< τουρκ. zümbül] | |
| 19553 | ζουμπουρλούδικος | , η, ο ζου-μπουρ-λού-δι-κος επίθ. (προφ.): στρουμπουλός: ~ο: μωρό. Πβ. τσουπωτός. ΣΥΝ. παχουλός, τροφαντός | |
| 19554 | ζουνάρι | βλ. ζωνάρι | |
| 19555 | ζουπάς | βλ. ζουμπάς | |
| 19556 | ζουπώ | [ζουπῶ] ζου-πώ ρ. (μτβ.) {ζουπ-ά κ. -άει ... | ζούπ-ηξα (σπάν.) -ησα, -ιέται, -ήχτηκε, -ηχτεί, -ηγμένος} & ζουπάω & (σπάν.) ζουπίζω (λαϊκό): πιέζω κάτι δυνατά με τα δάχτυλά μου: Παιχνίδια που κάνουν θόρυβο, όταν τα ~άς. ΣΥΝ. ζουλώ | |
| 19557 | ζούρλα | ζούρ-λα ουσ. (θηλ.) & ζουρλαμάρα & ζούρλια (λαϊκό-προφ.): τρέλα και γενικότ. συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από υπερβολικές αντιδράσεις: Έχει ~ (= μανία) με τον χορό. Πβ. λωλάδα. ΣΥΝ. μούρλια (3), παλαβομάρα | |
| 19558 | ζουρλαίνω | ζουρ-λαί-νω ρ. (μτβ.) {ζούρλ-ανα, -άνει, -άθηκα, -αθεί, -αμένος} (λαϊκό) ΣΥΝ. μουρλαίνω 1. τρελαίνω: Τον ~ανε με τα κάλλη της (= ξελόγιασε, ξεμυάλισε, ξετρέλανε, του πήρε τα μυαλά).|| (μτφ.) ~άθηκες τελείως, βλέπω (= έχεις ξεφύγει). Δεν ~άθηκα να δώσω τόσα λεφτά (= δεν έχασα τα λογικά μου). ΣΥΝ. λωλαίνω, παλαβώνω (2) 2. προκαλώ σε κάποιον ενόχληση, τον κάνω να θυμώσει: Με ~άνατε (= ζαλίσατε) με τις ερωτήσεις/τη φασαρία σας. Πβ. εκνευρίζω, ερεθίζω, πονοκεφαλιάζω. ΣΥΝ. βουρλίζω | |
| 19559 | ζουρλομανδύας | ζουρ-λο-μαν-δύ-ας ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ.): ειδικό ένδυμα για το πάνω μέρος του σώματος, με μακριά μανίκια που δένονται πίσω στην πλάτη· το φορούν σε φρενοβλαβείς που παρουσιάζουν βίαιη συμπεριφορά. ● ΦΡ.: θέλει ζουρλομανδύα/του χρειάζεται ζουρλομανδύας (κυριολ. κ. μτφ.): είναι τρελός. Πβ. (τρελός) για δέσιμο., του φόρεσαν ζουρλομανδύα: τον έκλεισαν σε τρελοκομείο. [< γαλλ. camisole de force] | |
| 19560 | ζουρλοπαντιέρα | ζουρ-λο-πα-ντιέ-ρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-εμφατ., συνήθ. ειρων.): άτομο, κυρ. γυναίκα, με αλλόκοτη, αποκλίνουσα και συχνά επιπόλαιη συμπεριφορά: Κοίτα πώς είναι ντυμένη, η ~ (= η τρελάρα, το ψώνιο)! ΣΥΝ. ζουρλός, μουρλός (1), τρελοπαντιέρα, τρελός (2) | |
| 19561 | ζουρλός | , ή, ό ζουρ-λός επίθ. (λαϊκό): που συμπεριφέρεται αλλόκοτα, παράξενα· τρελός, ανισόρροπος: Έκανε/έτρεξε σαν ~ από τη χαρά του, μόλις έμαθε τα καλά νέα.|| (ως ουσ.) Όλα τα είχαμε, οι ~οί μας έλειπαν. ΣΥΝ. ζουρλοπαντιέρα, κουζουλός, λωλός & λολός, μουρλός (1), παλαβός ● ΦΡ.: είμαι τρελός/ζουρλός και παλαβός με/για κάποιον/κάτι βλ. τρελός [< μεσν. ζουρλός < βεν. zurlon] | |
| 19562 | ζούρνα | βλ. τούρνα | |
| 19563 | ζουρνάς1 | ζουρ-νάς ουσ. (αρσ.) {ζουρνάδες}: ΜΟΥΣ. αερόφωνο, ξύλινο όργανο με οξύ διαπεραστικό ήχο. Βλ. αυλός, όμποε. ΣΥΝ. καραμούζα, πίπιζα ● ΦΡ.: η τελευταία τρύπα του ζουρνά (προφ.): για κάποιον που βρίσκεται στο χαμηλότερο σκαλί ιεραρχίας, που θεωρείται ασήμαντος και δεν έχει τη δύναμη να επηρεάσει τις εξελίξεις. ΣΥΝ. ο τελευταίος τροχός της αμάξης [< μεσν. ζουρνάς < τουρκ. zurna] | |
| 19564 | ζουρνάς2 | ζουρ-νάς ουσ. (αρσ.): ΙΧΘΥΟΛ. μικρό πολύχρωμο ψάρι του γλυκού νερού (επιστ. ονομασ. Valencia hispanica). | |
| 19565 | ζουρνατζής | ζουρ-να-τζής ουσ. (αρσ.): λαϊκός οργανοπαίκτης του ζουρνά. Βλ. νταουλτζής. [< τουρκ. zurnacı] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ