| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 19566 | ζούφιος | , ια, ιο βλ. τζούφιος | |
| 19568 | ζοφερότητα | ζο-φε-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κατάσταση που χαρακτηρίζεται από απαισιοδοξία, θλίψη και μελαγχολία: οικονομική ~. Η ~ του πολέμου. Το έργο του αποπνέει τη ~ της εποχής του. Πβ. μαυρίλα, σκοτεινιά. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. ζόφος (1) [< μεσν. ζοφερότης] | |
| 19569 | ζόφος | ζό-φος ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. ζοφερότητα: ηθικός ~. Ο ~ του πολέμου. Πβ. απελπισία, απόγνωση. 2. βαθύ σκοτάδι που προβάλλει απειλητικό και προκαλεί φόβο. ΣΥΝ. έρεβος, μαυρίλα (1), σκοτεινιά (1), σκότος ΑΝΤ. φέγγος, φως (1) [< αρχ. ζόφος ‘σκοτάδι’] | |
| 19570 | ζοφώδης | , ης, ες ζο-φώ-δης επίθ. {ζοφώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): σκοτεινός: ~ης: νύχτα.|| (μτφ.) ~ης: ατμόσφαιρα. ~εις: εικόνες. Βλ. -ώδης. [< αρχ. ζοφώδης] | |
| 19571 | ζοχάδα | ζο-χά-δα ουσ. (θηλ.) {κυρ. στον πληθ.} (λαϊκό) 1. (μτφ.) κατάσταση θυμού ή εκνευρισμού· νεύρα: Μην του μιλάς, γιατί έχει τις/είναι στις ~ες (= κακές) του. Πβ. νευρικότητα, υπερδιέγερση. ΣΥΝ. τσατίλα 2. αιμορροΐδα. [< μεσν. (ε)σοχάδα, ζοχάδες ‘αιμορροΐδες’] | |
| 19573 | ζοχαδιάζω | ζο-χα-διά-ζω ρ. (μτβ.) {ζοχαδιάζ-ει, ζοχάδια-σε, ζοχαδιά-στηκε, -σμένος} (λαϊκό): προκαλώ εκνευρισμό ή γενικότ. κακή διάθεση σε κάποιον: Μην τον ~εις, γιατί θα ξεσπάσει πάνω σου. Γύρισε από τη δουλειά φανέρα ~σμένος (βλ. δύσθυμος). Πβ. εκνευρίζω, νευριάζω, τσαντίζω. | |
| 19574 | ζοχοί | ζο-χοί ουσ. (αρσ.) & ζώχοι & ζόχοι (οι) & ζόχια (τα): ΒΟΤ. αγκαθωτά αγριόχορτα (επιστ. ονομασ. Sonchus oleraceus) που τρώγονται συνήθ. βρασμένα. [< μεσν. ζοχός] | |
| 19575 | ζύγαινα | ζύ-γαι-να ουσ. (θηλ.) 1. ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι των τροπικών θαλασσών (επιστ. ονομασ. Sphyrna zygaena, Zygaena malleus) με πλατύ, επίπεδο κεφάλι, που ανήκει στα καρχαριοειδή. Πβ. σφύρνα, σφυροκέφαλος. Βλ. σκυλόψαρο. ΣΥΝ. πατερίτσα (3) 2. ΖΩΟΛ. γένος ημερόβιων πεταλούδων με μεγάλες κεραίες και μαύρα φτερά, που φέρουν κόκκινες ή άσπρες κηλίδες. [< 1: αρχ. ζύγαινα 2: γαλλ. zygène] | |
| 19576 | ζυγαριά | ζυ-γα-ριά ουσ. (θηλ.): όργανο για τη μέτρηση της μάζας ή κυρ. του βάρους ενός σώματος· κατ' επέκτ. το σύμβολο της δικαιοσύνης: επαγγελματική/εργαστηριακή/ηλεκτρονική ~. Φορητή ~ (πβ. παλάντζα). ~ κουζίνας/μπάνιου. Η ένδειξη της ~ιάς. Η ~ με δείχνει εξήντα κιλά. Ανέβηκε στη ~ (: για να ζυγιστεί). Βλ. καντάρι, σταθμά.|| (προφ.) Η βελόνα της ~ιάς έχει κολλήσει (: δεν χάνω κιλά).|| Στη ~ της Δικαιοσύνης/της Θέμιδος. ● ΣΥΜΠΛ.: ζυγαριά ακριβείας: ΤΕΧΝΟΛ. που υπολογίζει έως και μικρογραμμάρια: ψηφιακή ~ ~. ● ΦΡ.: βάζω (κάτι) στη ζυγαριά 1. το ζυγίζω. 2. (μτφ.) εξετάζω προσεκτικά μια κατάσταση, συγκρίνοντας τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά της· σταθμίζω: Έβαλε ~ ~ (= ζύγιασε, υπολόγισε) τα υπέρ και τα κατά και αποφάσισε., η πλάστιγγα/η ζυγαριά/ο ζυγός γέρνει/κλίνει βλ. γέρνω [< μεσν. ζυγαριά] | |
| 19577 | ζύγι | ζύ-γι ουσ. (ουδ.) {πληθ. ζύγια} (λαϊκό) 1. ζύγισμα: Τον έκλεψε στο ~. 2. {συνήθ. στον πληθ.} καθένα από τα διαφορετικού βάρους μεταλλικά αντικείμενα που τοποθετούνται στον έναν από τους δύο δίσκους της ζυγαριάς για το ζύγισμα ενός σώματος· σταθμά. Βλ. αντίβαρο. 3. το μικρό μεταλλικό βάρος του αλφαδιού που κρέμεται από τη μια μεριά του νήματος της στάθμης· βαρίδι. 4. {συνήθ. στον πληθ.} καθένα από τα νήματα, η μία άκρη των οποίων δένεται στον άξονα και η άλλη στην ουρά του χαρταετού. [< μεσν. ζύγι] | |
| 19578 | ζυγιά | ζυ-γιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. ΜΟΥΣ. μουσικό σχήμα, που περιλαμβάνει δύο οργανοπαίκτες· ζευγάρι μουσικών οργάνων: δημοτική/ηπειρώτικη/νησιώτικη (βιολί, λαγούτο) ~. Βλ. κομπανία. 2. (για πρόσ.) ζευγάρι. | |
| 19579 | ζυγιάζω | ζυ-γιά-ζω ρ. (μτβ.) {ζύγια-σε, ζυγιάζ-εται (λαϊκό) ζυγιέται, ζυγιά-στηκε, -στεί, -σμένος, ζυγιάζ-οντας} (προφ.) 1. (μτφ.) εξετάζω προσεκτικά· μετρώ, σταθμίζω: Τον ~σε με το μάτι. ~σε με προσοχή τα πράγματα. ~σε καλά τον κίνδυνο (προτού ξεκινήσεις)/τα λόγια σου (πριν του μιλήσεις)! Πβ. αξιολογώ, εκτιμώ, κρίνω, λογαριάζω, υπολογίζω. 2. ζυγίζω. ● Παθ.: ζυγιάζομαι: ισορροπώ: ~εται ανάμεσα στην πραγματικότητα και το όνειρο. Πβ. εξισορροπώ, ισοζυγίζω. [< μτγν. ζυγιάζω] | |
| 19580 | ζύγιασμα | βλ. ζύγισμα | |
| 19581 | ζυγίζω | ζυ-γί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ζύγι-σα, ζυγί-σει, -στηκα, -στεί, -σμένος, ζυγίζ-οντας} 1. μετρώ, υπολογίζω το βάρος σώματος συνήθ. με ζυγαριά· έχω συγκεκριμένο βάρος: ~ δέματα/κιβώτια/προϊόντα. ~ομαι καθημερινά/τακτικά. ~στείτε πριν και μετά την προπόνηση.|| ~ κοντά στα εβδομήντα κιλά. Το φορτίο ~ει πάνω από/περίπου έναν τόνο. Πόσο ~ει αυτό το καρπούζι; 2. (μτφ.) εκτιμώ, σταθμίζω: ~ τα δεδομένα/τις επιπτώσεις/το κόστος/μια πρόταση/τις συνέπειες. ~ τα θετικά και τα αρνητικά/τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα/τα συν και τα πλην/τα υπέρ και τα κατά. ~ει το θέμα απ' όλες τις πλευρές. Έμαθα να ~ τα πράγματα προσεκτικά. Τον ~σε με μια ματιά (πβ. αξιολογώ, κρίνω). ~σμένοι και προσεκτικοί χειρισμοί. Πβ. αποτιμώ, ζυγιάζω, λογαριάζω, υπολογίζω. ● Μτχ.: ζυγισμένος , η, ο 1. τοποθετημένος σε ζυγό: Παρέλαυναν ευθυτενείς, στοιχημένοι και ~οι. Πβ. ευθυγραμμισμένος. 2. ΜΗΧΑΝΟΛ. που έχει ομοιόμορφη κατανομή των φορτίων του: ~ο: αμάξωμα. [< μεσν. ζυγίζω] | |
| 19582 | ζύγιση | ζύ-γι-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. ζύγισμα: ακριβής/βιομηχανική/ηλεκτρονική ~. ~ ενός μωρού/των οχημάτων. Αυτόματα μηχανήματα ~ης. Επίσημη ~ των αθλητών. Ποιοτικοί έλεγχοι, μετρήσεις και ~ίσεις. Πβ. στάθμιση. 2. παράταξη ανθρώπων, συνήθ. στρατιωτών, σε ζυγούς (κατά μέτωπο), σε αντιδιαστολή με την παράταξη σε στοίχους: Δόθηκε παράγγελμα για ~ και στοίχιση. | |
| 19583 | ζύγισμα | ζύ-γι-σμα ουσ. (ουδ.) & (προφ.) ζύγιασμα 1. μέτρηση με ζυγαριά και υπολογισμός του βάρους ενός σώματος: ~ των αποσκευών (επιβατών)/των εμπορευμάτων/των τροφίμων/του φορτίου. ~ και λιπομέτρηση. Πβ. ζύγι. ΣΥΝ. ζύγιση (1) 2. (μτφ.) εκτίμηση και αξιολόγηση δεδομένων, γεγονότων. Πβ. αποτίμηση, στάθμιση. [< μεσν. ζύγιασμα] | |
| 19584 | ζυγιστής | ζυ-γι-στής ουσ. (αρσ.): υπάλληλος αρμόδιος να ζυγίζει και ειδικότ. τελωνειακός που ζυγίζει τα εμπορεύματα. | |
| 19585 | ζυγιστικός | , ή, ό ζυ-γι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη ζύγιση: ~ά: όργανα.|| (στο ουδ. ως ουσ.) Ηλεκτρονικό ~ό (ενν. μηχάνημα). | |
| 19586 | ζυγολόγιο | ζυ-γο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) (στα τελωνεία): ειδικό δελτίο καταγραφής του βάρους των ζυγισμένων προϊόντων. Βλ. -λόγιο, τιμολόγιο, φορτωτική. | |
| 19587 | ζυγός | , ή, ό ζυ-γός επίθ. 1. (για αριθμό) άρτιος, δηλ. διαιρείται ακριβώς με το δύο. ΑΝΤ. μονός (2), περιττός (2) 2. που έχει ή φέρει άρτιο αριθμό: ~ή: αρίθμηση. ~ές: ημερομηνίες/μέρες. ~ά: νούμερα. ● Ουσ.: ζυγά (τα) 1. ζυγοί αριθμοί: Ρίξτε το ζάρι και όποιος φέρει ~ κερδίζει. 2. αυτοκίνητα με ζυγό το τελευταίο ψηφίο του αριθμού κυκλοφορίας στις πινακίδες τους: Σήμερα κυκλοφορούν τα ~ στον δακτύλιο. Βλ. μονά. ● ΦΡ.: ζυγά ζυγά (λαϊκό): κατά ζεύγη. ΣΥΝ. ζευγαρωτά, μονά-ζυγά βλ. μονός, παίζω μονά-ζυγά βλ. μονός, τα θέλει όλα δικά του βλ. δικός [< μτγν. ζυγός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ