| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 19560 | ζουρλοπαντιέρα | ζουρ-λο-πα-ντιέ-ρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-εμφατ., συνήθ. ειρων.): άτομο, κυρ. γυναίκα, με αλλόκοτη, αποκλίνουσα και συχνά επιπόλαιη συμπεριφορά: Κοίτα πώς είναι ντυμένη, η ~ (= η τρελάρα, το ψώνιο)! ΣΥΝ. ζουρλός, μουρλός (1), τρελοπαντιέρα, τρελός (2) | |
| 19561 | ζουρλός | , ή, ό ζουρ-λός επίθ. (λαϊκό): που συμπεριφέρεται αλλόκοτα, παράξενα· τρελός, ανισόρροπος: Έκανε/έτρεξε σαν ~ από τη χαρά του, μόλις έμαθε τα καλά νέα.|| (ως ουσ.) Όλα τα είχαμε, οι ~οί μας έλειπαν. ΣΥΝ. ζουρλοπαντιέρα, κουζουλός, λωλός & λολός, μουρλός (1), παλαβός ● ΦΡ.: είμαι τρελός/ζουρλός και παλαβός με/για κάποιον/κάτι βλ. τρελός [< μεσν. ζουρλός < βεν. zurlon] | |
| 19562 | ζούρνα | βλ. τούρνα | |
| 19563 | ζουρνάς1 | ζουρ-νάς ουσ. (αρσ.) {ζουρνάδες}: ΜΟΥΣ. αερόφωνο, ξύλινο όργανο με οξύ διαπεραστικό ήχο. Βλ. αυλός, όμποε. ΣΥΝ. καραμούζα, πίπιζα ● ΦΡ.: η τελευταία τρύπα του ζουρνά (προφ.): για κάποιον που βρίσκεται στο χαμηλότερο σκαλί ιεραρχίας, που θεωρείται ασήμαντος και δεν έχει τη δύναμη να επηρεάσει τις εξελίξεις. ΣΥΝ. ο τελευταίος τροχός της αμάξης [< μεσν. ζουρνάς < τουρκ. zurna] | |
| 19564 | ζουρνάς2 | ζουρ-νάς ουσ. (αρσ.): ΙΧΘΥΟΛ. μικρό πολύχρωμο ψάρι του γλυκού νερού (επιστ. ονομασ. Valencia hispanica). | |
| 19565 | ζουρνατζής | ζουρ-να-τζής ουσ. (αρσ.): λαϊκός οργανοπαίκτης του ζουρνά. Βλ. νταουλτζής. [< τουρκ. zurnacı] | |
| 19566 | ζούφιος | , ια, ιο βλ. τζούφιος | |
| 19568 | ζοφερότητα | ζο-φε-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κατάσταση που χαρακτηρίζεται από απαισιοδοξία, θλίψη και μελαγχολία: οικονομική ~. Η ~ του πολέμου. Το έργο του αποπνέει τη ~ της εποχής του. Πβ. μαυρίλα, σκοτεινιά. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. ζόφος (1) [< μεσν. ζοφερότης] | |
| 19569 | ζόφος | ζό-φος ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. ζοφερότητα: ηθικός ~. Ο ~ του πολέμου. Πβ. απελπισία, απόγνωση. 2. βαθύ σκοτάδι που προβάλλει απειλητικό και προκαλεί φόβο. ΣΥΝ. έρεβος, μαυρίλα (1), σκοτεινιά (1), σκότος ΑΝΤ. φέγγος, φως (1) [< αρχ. ζόφος ‘σκοτάδι’] | |
| 19570 | ζοφώδης | , ης, ες ζο-φώ-δης επίθ. {ζοφώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): σκοτεινός: ~ης: νύχτα.|| (μτφ.) ~ης: ατμόσφαιρα. ~εις: εικόνες. Βλ. -ώδης. [< αρχ. ζοφώδης] | |
| 19571 | ζοχάδα | ζο-χά-δα ουσ. (θηλ.) {κυρ. στον πληθ.} (λαϊκό) 1. (μτφ.) κατάσταση θυμού ή εκνευρισμού· νεύρα: Μην του μιλάς, γιατί έχει τις/είναι στις ~ες (= κακές) του. Πβ. νευρικότητα, υπερδιέγερση. ΣΥΝ. τσατίλα 2. αιμορροΐδα. [< μεσν. (ε)σοχάδα, ζοχάδες ‘αιμορροΐδες’] | |
| 19573 | ζοχαδιάζω | ζο-χα-διά-ζω ρ. (μτβ.) {ζοχαδιάζ-ει, ζοχάδια-σε, ζοχαδιά-στηκε, -σμένος} (λαϊκό): προκαλώ εκνευρισμό ή γενικότ. κακή διάθεση σε κάποιον: Μην τον ~εις, γιατί θα ξεσπάσει πάνω σου. Γύρισε από τη δουλειά φανέρα ~σμένος (βλ. δύσθυμος). Πβ. εκνευρίζω, νευριάζω, τσαντίζω. | |
| 19574 | ζοχοί | ζο-χοί ουσ. (αρσ.) & ζώχοι & ζόχοι (οι) & ζόχια (τα): ΒΟΤ. αγκαθωτά αγριόχορτα (επιστ. ονομασ. Sonchus oleraceus) που τρώγονται συνήθ. βρασμένα. [< μεσν. ζοχός] | |
| 19575 | ζύγαινα | ζύ-γαι-να ουσ. (θηλ.) 1. ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι των τροπικών θαλασσών (επιστ. ονομασ. Sphyrna zygaena, Zygaena malleus) με πλατύ, επίπεδο κεφάλι, που ανήκει στα καρχαριοειδή. Πβ. σφύρνα, σφυροκέφαλος. Βλ. σκυλόψαρο. ΣΥΝ. πατερίτσα (3) 2. ΖΩΟΛ. γένος ημερόβιων πεταλούδων με μεγάλες κεραίες και μαύρα φτερά, που φέρουν κόκκινες ή άσπρες κηλίδες. [< 1: αρχ. ζύγαινα 2: γαλλ. zygène] | |
| 19576 | ζυγαριά | ζυ-γα-ριά ουσ. (θηλ.): όργανο για τη μέτρηση της μάζας ή κυρ. του βάρους ενός σώματος· κατ' επέκτ. το σύμβολο της δικαιοσύνης: επαγγελματική/εργαστηριακή/ηλεκτρονική ~. Φορητή ~ (πβ. παλάντζα). ~ κουζίνας/μπάνιου. Η ένδειξη της ~ιάς. Η ~ με δείχνει εξήντα κιλά. Ανέβηκε στη ~ (: για να ζυγιστεί). Βλ. καντάρι, σταθμά.|| (προφ.) Η βελόνα της ~ιάς έχει κολλήσει (: δεν χάνω κιλά).|| Στη ~ της Δικαιοσύνης/της Θέμιδος. ● ΣΥΜΠΛ.: ζυγαριά ακριβείας: ΤΕΧΝΟΛ. που υπολογίζει έως και μικρογραμμάρια: ψηφιακή ~ ~. ● ΦΡ.: βάζω (κάτι) στη ζυγαριά 1. το ζυγίζω. 2. (μτφ.) εξετάζω προσεκτικά μια κατάσταση, συγκρίνοντας τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά της· σταθμίζω: Έβαλε ~ ~ (= ζύγιασε, υπολόγισε) τα υπέρ και τα κατά και αποφάσισε., η πλάστιγγα/η ζυγαριά/ο ζυγός γέρνει/κλίνει βλ. γέρνω [< μεσν. ζυγαριά] | |
| 19577 | ζύγι | ζύ-γι ουσ. (ουδ.) {πληθ. ζύγια} (λαϊκό) 1. ζύγισμα: Τον έκλεψε στο ~. 2. {συνήθ. στον πληθ.} καθένα από τα διαφορετικού βάρους μεταλλικά αντικείμενα που τοποθετούνται στον έναν από τους δύο δίσκους της ζυγαριάς για το ζύγισμα ενός σώματος· σταθμά. Βλ. αντίβαρο. 3. το μικρό μεταλλικό βάρος του αλφαδιού που κρέμεται από τη μια μεριά του νήματος της στάθμης· βαρίδι. 4. {συνήθ. στον πληθ.} καθένα από τα νήματα, η μία άκρη των οποίων δένεται στον άξονα και η άλλη στην ουρά του χαρταετού. [< μεσν. ζύγι] | |
| 19578 | ζυγιά | ζυ-γιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. ΜΟΥΣ. μουσικό σχήμα, που περιλαμβάνει δύο οργανοπαίκτες· ζευγάρι μουσικών οργάνων: δημοτική/ηπειρώτικη/νησιώτικη (βιολί, λαγούτο) ~. Βλ. κομπανία. 2. (για πρόσ.) ζευγάρι. | |
| 19579 | ζυγιάζω | ζυ-γιά-ζω ρ. (μτβ.) {ζύγια-σε, ζυγιάζ-εται (λαϊκό) ζυγιέται, ζυγιά-στηκε, -στεί, -σμένος, ζυγιάζ-οντας} (προφ.) 1. (μτφ.) εξετάζω προσεκτικά· μετρώ, σταθμίζω: Τον ~σε με το μάτι. ~σε με προσοχή τα πράγματα. ~σε καλά τον κίνδυνο (προτού ξεκινήσεις)/τα λόγια σου (πριν του μιλήσεις)! Πβ. αξιολογώ, εκτιμώ, κρίνω, λογαριάζω, υπολογίζω. 2. ζυγίζω. ● Παθ.: ζυγιάζομαι: ισορροπώ: ~εται ανάμεσα στην πραγματικότητα και το όνειρο. Πβ. εξισορροπώ, ισοζυγίζω. [< μτγν. ζυγιάζω] | |
| 19580 | ζύγιασμα | βλ. ζύγισμα | |
| 19581 | ζυγίζω | ζυ-γί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ζύγι-σα, ζυγί-σει, -στηκα, -στεί, -σμένος, ζυγίζ-οντας} 1. μετρώ, υπολογίζω το βάρος σώματος συνήθ. με ζυγαριά· έχω συγκεκριμένο βάρος: ~ δέματα/κιβώτια/προϊόντα. ~ομαι καθημερινά/τακτικά. ~στείτε πριν και μετά την προπόνηση.|| ~ κοντά στα εβδομήντα κιλά. Το φορτίο ~ει πάνω από/περίπου έναν τόνο. Πόσο ~ει αυτό το καρπούζι; 2. (μτφ.) εκτιμώ, σταθμίζω: ~ τα δεδομένα/τις επιπτώσεις/το κόστος/μια πρόταση/τις συνέπειες. ~ τα θετικά και τα αρνητικά/τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα/τα συν και τα πλην/τα υπέρ και τα κατά. ~ει το θέμα απ' όλες τις πλευρές. Έμαθα να ~ τα πράγματα προσεκτικά. Τον ~σε με μια ματιά (πβ. αξιολογώ, κρίνω). ~σμένοι και προσεκτικοί χειρισμοί. Πβ. αποτιμώ, ζυγιάζω, λογαριάζω, υπολογίζω. ● Μτχ.: ζυγισμένος , η, ο 1. τοποθετημένος σε ζυγό: Παρέλαυναν ευθυτενείς, στοιχημένοι και ~οι. Πβ. ευθυγραμμισμένος. 2. ΜΗΧΑΝΟΛ. που έχει ομοιόμορφη κατανομή των φορτίων του: ~ο: αμάξωμα. [< μεσν. ζυγίζω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ