| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 19582 | ζύγιση | ζύ-γι-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. ζύγισμα: ακριβής/βιομηχανική/ηλεκτρονική ~. ~ ενός μωρού/των οχημάτων. Αυτόματα μηχανήματα ~ης. Επίσημη ~ των αθλητών. Ποιοτικοί έλεγχοι, μετρήσεις και ~ίσεις. Πβ. στάθμιση. 2. παράταξη ανθρώπων, συνήθ. στρατιωτών, σε ζυγούς (κατά μέτωπο), σε αντιδιαστολή με την παράταξη σε στοίχους: Δόθηκε παράγγελμα για ~ και στοίχιση. | |
| 19583 | ζύγισμα | ζύ-γι-σμα ουσ. (ουδ.) & (προφ.) ζύγιασμα 1. μέτρηση με ζυγαριά και υπολογισμός του βάρους ενός σώματος: ~ των αποσκευών (επιβατών)/των εμπορευμάτων/των τροφίμων/του φορτίου. ~ και λιπομέτρηση. Πβ. ζύγι. ΣΥΝ. ζύγιση (1) 2. (μτφ.) εκτίμηση και αξιολόγηση δεδομένων, γεγονότων. Πβ. αποτίμηση, στάθμιση. [< μεσν. ζύγιασμα] | |
| 19584 | ζυγιστής | ζυ-γι-στής ουσ. (αρσ.): υπάλληλος αρμόδιος να ζυγίζει και ειδικότ. τελωνειακός που ζυγίζει τα εμπορεύματα. | |
| 19585 | ζυγιστικός | , ή, ό ζυ-γι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη ζύγιση: ~ά: όργανα.|| (στο ουδ. ως ουσ.) Ηλεκτρονικό ~ό (ενν. μηχάνημα). | |
| 19586 | ζυγολόγιο | ζυ-γο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) (στα τελωνεία): ειδικό δελτίο καταγραφής του βάρους των ζυγισμένων προϊόντων. Βλ. -λόγιο, τιμολόγιο, φορτωτική. | |
| 19587 | ζυγός | , ή, ό ζυ-γός επίθ. 1. (για αριθμό) άρτιος, δηλ. διαιρείται ακριβώς με το δύο. ΑΝΤ. μονός (2), περιττός (2) 2. που έχει ή φέρει άρτιο αριθμό: ~ή: αρίθμηση. ~ές: ημερομηνίες/μέρες. ~ά: νούμερα. ● Ουσ.: ζυγά (τα) 1. ζυγοί αριθμοί: Ρίξτε το ζάρι και όποιος φέρει ~ κερδίζει. 2. αυτοκίνητα με ζυγό το τελευταίο ψηφίο του αριθμού κυκλοφορίας στις πινακίδες τους: Σήμερα κυκλοφορούν τα ~ στον δακτύλιο. Βλ. μονά. ● ΦΡ.: ζυγά ζυγά (λαϊκό): κατά ζεύγη. ΣΥΝ. ζευγαρωτά, μονά-ζυγά βλ. μονός, παίζω μονά-ζυγά βλ. μονός, τα θέλει όλα δικά του βλ. δικός [< μτγν. ζυγός] | |
| 19588 | ζυγός | ζυ-γός ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) σκλαβιά και γενικότ. οτιδήποτε καταπιεστικό, περιοριστικό: αβάσταχτος/βαρύς ~. Ο ~ του κατακτητή. Βρίσκονται/ζουν/στενάζουν κάτω από τον ξένο ~ό. Απελευθερώθηκαν από τον ~ό. Αποτίναξαν τον ~ό της δουλείας. Πβ. υποτέλεια.|| Ο ~ της δικτατορίας/της τυραννίας. Πβ. αλυσίδες, δεσμά. 2. (λόγ.) ζυγαριά: ηλεκτρονικός ~ ακριβείας. 3. ΑΣΤΡΟΝ.-ΑΣΤΡΟΛ. (με κεφαλ. Ζ) αστερισμός του νοτίου ημισφαιρίου· το έβδομο από τα ζώδια του ζωδιακού κύκλου (23 Σεπτεμβρίου-23 Οκτωβρίου) μεταξύ Παρθένου και Σκορπιού· συνεκδ. ο αστρολογικός χαρακτηρισμός του προσώπου που έχει γεννηθεί αυτή την περίοδο. 4. (παλαιότ.) εξάρτημα που προσαρμοζόταν εγκάρσια στον τράχηλο των υποζυγίων, για να ζευτούν σε αλέτρι ή άμαξα: Έζεψε τα βόδια στον ~ό. 5. (στον στρατό, στη γυμναστική, σε παρελάσεις) σειρά από ανθρώπους που έχουν παραταχθεί μετωπικά στην ίδια γραμμή. Βλ. στοίχος. ● ΣΥΜΠΛ.: ασύμμετροι ζυγοί: ΑΘΛ. γυναικείο άθλημα της ενόργανης που εκτελείται σε δύο οριζόντιες μπάρες, στηριγμένες σε κατακόρυφους ορθοστάτες σε διαφορετικό ύψος από το έδαφος η καθεμία· το αντίστοιχο όργανο γυμναστικής: άσκηση στους ~ους ~ούς. Βλ. δίζυγο. [< αγγλ. asymmetric bars, 1961] , παράλληλοι ζυγοί: ΑΘΛ. ανδρικό άθλημα της ενόργανης που εκτελείται σε δύο παράλληλες οριζόντιες μπάρες, στηριγμένες σε κατακόρυφους ορθοστάτες στο ίδιο ύψος από το έδαφος· ειδικότ. το αντίστοιχο όργανο γυμναστικής. ΣΥΝ. δίζυγο [< αγγλ. parallel bars] ● ΦΡ.: εφ' ενός ζυγού: ΣΤΡΑΤ. σε έναν στοίχο: διάταξη ~ ~. Βαδίζουν ~ ~.|| (ως παράγγελμα) "~ ~!" (: ο ένας πίσω από τον άλλο)., τους ζυγούς λύσατε!: (ως παράγγελμα για τη διάλυση παράταξης) είστε ελεύθεροι. [< αρχ. ζυγός 3: μτγν. ~] | |
| 19589 | ζυγοσταθμίζω | ζυ-γο-σταθ-μί-ζω ρ. (μτβ.) {ζυγοστάθμι-σε, -σμένος, ζυγοσταθμίζ-οντας}: ΜΗΧΑΝΟΛ. κάνω ζυγοστάθμιση: Τα ελαστικά πρέπει να ~ονται κατά την τοποθέτησή τους στους τροχούς. ~σμένος: άξονας/δίσκος. [< μεσν. ζυγοσταθμώ, γαλλ. équilibrer] | |
| 19590 | ζυγοστάθμιση | ζυ-γο-στάθ-μι-ση ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. εργασία η οποία συντελείται σε περιστρεφόμενο σύστημα (τροχό, μηχανή) με σκοπό την επαναφορά του κέντρου βάρους του στον άξονα περιστροφής: αεροδυναμική/στατική ~. ~ πηδαλίων/πλοίου. ~ των ελαστικών/των τροχών. [< μεσν. ζυγοστάθμησις, γαλλ. équilibrage] | |
| 19591 | ζυγούρι | ζυ-γού-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΖΩΟΛ. πρόβατο ηλικίας δύο ετών και συνεκδ. το κρέας του. Βλ. βετούλι, -ούρι. [< μεσν. ζυγούριν] | |
| 19592 | ζύγωθρο | ζύ-γω-θρο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ράβδος των μηχανών εσωτερικής καύσης που παρεμβάλλεται μεταξύ του εκκεντροφόρου και των βαλβίδων. Βλ. -θρο. ΣΥΝ. κοκοράκι (3) [< μτγν. ζύγωθρον ‘μάνταλο, σύρτης’, γαλλ. culbuteur, 1907] | |
| 19593 | ζύγωμα | ζύ-γω-μα ουσ. (ουδ.) {ζυγώμ-ατα} 1. (λογοτ.) πλησίασμα: το ~ του τέλους. Πβ. προσέγγιση. 2. ΜΗΧΑΝΟΛ. σκελετός μηχανής που συγκρατεί τα κινητά της μέρη: κοχλιωτό ~. 3. ΜΗΧΑΝ. {κυρ. στον πληθ.} οριζόντιο στοιχείο κατασκευής που ενώνει και υποβαστάζει τους τέσσερις ορθοστάτες· τρόπος σύνδεσης στη στατική: υποστυλώματα με ~ατα (= δοκούς) επαρκούς ακαμψίας. [< 1: μεσν. ζύγωμα 3: μτγν. ~] | |
| 19594 | ζυγωματικός | , ή, ό ζυ-γω-μα-τι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με την περιοχή των ζυγωματικών οστών ή εντοπίζεται σε αυτήν: ~ός: μυς. ~ή: απόφυση. ● ΣΥΜΠΛ.: ζυγωματικά (οστά): τα δύο μικρά, τετραγωνικά οστά, που βρίσκονται κάτω από τα μάτια και σχηματίζουν τα μάγουλα: εξέχοντα ~. ΣΥΝ. τα μήλα του προσώπου, ζυγωματικό τόξο: ΑΝΑΤ. το οστέινο τοξοειδές τμήμα του προσώπου που συνενώνει το ζυγωματικό και το κροταφικό οστό. [< γαλλ. zygomatique, αγγλ. zygomatic] | |
| 19595 | ζυγώνω | ζυ-γώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ζύγω-σα, ζυγών-οντας} (λαϊκό-λογοτ.): πλησιάζω: Μη ~εις (= μην έρχεσαι κοντά). (μτφ.) ~ει (= κοντεύει) η Λαμπρή. Πβ. κοντοζυγώνει.|| Τον ~σε και τον ρώτησε ... Πβ. προσεγγίζω. ΣΥΝ. σιμώνω ΑΝΤ. απομακρύνομαι (1) [< μεσν. ζυγώνω] | |
| 19596 | ζυγώτης | ζυ-γώ-της ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ. ζυγωτό. Βλ. ετερο~, ομο~. | |
| 19597 | ζυγωτός | , ή, ό ζυ-γω-τός επίθ.: ΒΙΟΛ. που έχει τα χρωμοσώματα ανά ζεύγη. Πβ. διπλοειδής. ● Ουσ.: ζυγωτό (το): το κύτταρο που προκύπτει από την ένωση ωαρίου και σπερματοζωαρίου κατά τη γονιμοποίηση και από το οποίο θα προέλθει ο νέος οργανισμός. ΣΥΝ. ζυγώτης [< γαλλ. zygote, 1913, αγγλ. ~] [< αρχ. ζυγωτός 'που είναι ζεμένος στον ζυγό'] | |
| 19598 | ζυθεστιατόριο | ζυ-θε-στι-α-τό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.-παλαιότ.): ζυθοπωλείο. Πβ. μπιραρία. | |
| 19599 | ζυθογλεύκος | [ζυθογλεῦκος] ζυ-θο-γλεύ-κος ουσ. (ουδ.) & ζυθόγλευκος: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. το υγρό που προκύπτει από την κατεργασία του αλέσματος της βύνης με νερό· ο μούστος της μπίρας: βρασμός/διήθηση/ζύμωση/πυκνότητα ~ους. | |
| 19600 | ζυθοζύμη | ζυ-θο-ζύ-μη ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κίτρινη μαλακή μάζα που αποτελεί καλλιέργεια σακχαρομύκητα και χρησιμοποιείται για την παρασκευή οινοπνευματωδών ποτών, κυρ. μπίρας, και ψωμιού. Πβ. μαγιά. [< γερμ. Bierhefe] | |
| 19601 | ζυθοποιείο | [ζυθοποιεῖο] ζυ-θο-ποι-εί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): οργανωμένη μονάδα, εργοστάσιο παρασκευής μπίρας. Βλ. -ποιείο. ΣΥΝ. ζυθοποιία (2) [< γερμ. Bierbrauerei] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ