| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 19608 | ζυμάρι | ζυ-μά-ρι ουσ. (ουδ.) {ζυμαριού} 1. ΜΑΓΕΙΡ. -ΖΑΧΑΡ. ζύμη: εύπλαστο/μαλακό/σφιχτό ~. Έπλασε το ~ σε καρβέλια. 2. (σπάν., για ζυμαρικά) πολύ βρασμένο και άνοστο φαγητό: Τα μακαρόνια έχουν γίνει ~! Δεν τρώγονται με τίποτα! ● Υποκ.: ζυμαράκι (το) [< 1: μεσν. ζυμάρι(ν)] | |
| 19609 | ζυμαρικά | ζυ-μα-ρι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. ζυμαρικό}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ονομασία εδώδιμων προϊόντων, τα οποία παρασκευάζονται από σιμιγδάλι ή σιτάλευρο και νερό και αφήνονται να ξεραθούν: βιολογικά/χειροποίητα ~. ~ ολικής αλέσεως. Eίδη/σαλάτα/σουφλέ ~ών. Περιχύνω τα ~ με σάλτσα. Βλ. μακαρόνια, κανελόνια, κουρκουμπίνες, κριθαράκι, λαζάνια, λιγκουίνι, νιόκι, νουντλς, παπαρδέλα, πένες, πεπονάκι, ραβιόλια, ταλιατέλες, τορτελίνια, τραχανάς, τριβέλι, φαρφάλες, φετουτσίνι, φιδές, χυλοπίτες.|| (περιληπτ.) Ξεπλύντε το ~ό με κρύο νερό και στραγγίστε το. ΣΥΝ. πάστα (2) | |
| 19610 | ζυμαρόπιτα | ζυ-μα-ρό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. κασόπιτα. | |
| 19611 | ζύμη | ζύ-μη ουσ. (θηλ.) 1. ΜΑΓΕΙΡ. -ΖΑΧΑΡ. μείγμα κυρ. από αλεύρι και ένα ή περισσότερα συστατικά (π.χ. αβγά, βούτυρο, λάδι, μαγιά, νερό): αφράτη/λεπτή ~. ~ πίτσας/τάρτας. Φύλλο ~ης. ~ για κουλουράκια/τσουρέκι/φύλλο (κρούστας)/ψωμί. Προϊόντα ~ης (: κρουασάν, σφολιάτα, τυρόπιτα). ~ες αρτοποίησης. (Μηλόπιτα) με τριφτή ~ (: σε μορφή τριμμάτων· πβ. κραμπλ). ~ που φουσκώνει. Άνοιξε τη ~ με τον πλάστη. Βλ. κανταΐφι, κουρού, προζύμι, φύραμα.|| (σπανιότ.-κατ' επέκτ.) ~ για κεφτέδες/μπιφτέκια. ΣΥΝ. ζυμάρι (1) 2. ΒΙΟΛ. {συνήθ. στον πληθ.} ζυμομύκητας. [< 1: αρχ. ζύμη ‘προζύμι’] | |
| 19612 | ζυμομύκητας | ζυ-μο-μύ-κη-τας ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ. μονοκύτταρος μύκητας που τρέφεται με σάκχαρα ή λίπη, πολλαπλασιάζεται με εκβλάστηση και χρησιμοποιείται στην οινοποιία, τη ζυθοποιία και την αρτοποιία. Βλ. μαγιά, σακχαρομύκητας. ΣΥΝ. ζύμη (2) [< γερμ. Hefepilz] | |
| 19613 | ζύμωμα | ζύ-μω-μα ουσ. (ουδ.) {ζυμώμ-ατος} 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ζυμώνω: ~ με τα χέρια/σε μίξερ. Το ~ του τσουρεκιού/ψωμιού. ~ και ψήσιμο. Λεκάνη ~ατος.|| (κατ' επέκτ.) Το ~ του κιμά/πηλού. Πβ. πλάσιμο. Βλ. μαγείρεμα. 2. (σπάν.-μτφ.) επιτυχημένη συνύπαρξη, συνένωση στοιχείων που διαφέρουν μεταξύ τους: ~ ιδεών. [< 1: μεσν. ζύμωμα] | |
| 19614 | ζυμώνω | ζυ-μώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ζύμω-σα, ζυμώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, ζυμών-οντας}: ανακατεύω ζύμη, πιέζοντάς τη με τα χέρια, ώσπου να γίνει ομοιογενής ή/και λεία: ~ετε καλά το μείγμα, πριν πλάσετε τα κουλουράκια. ~ ψωμί (πβ. φτιάχνω).|| (κατ' επέκτ.) ~ει τον κιμά/τον πηλό. Πβ. πλάθω. ● Παθ.: ζυμώνεται 1. (μτφ.) διαμορφώνεται, διαπλάθεται μέσα από μακροχρόνιες διαδικασίες: Χώρος όπου ~ονται ιδέες. ~θηκε με τα προβλήματα της ζωής/στους κοινωνικούς αγώνες. 2. ΒΙΟΧ. υφίσταται τη διεργασία της ζύμωσης: Μπίρα που ~εται με καβουρδισμένη βύνη. ΣΥΝ. βράζει (3) ● ΦΡ.: όποιος δεν θέλει/βαριέται να ζυμώσει, πέντε/δέκα μέρες κοσκινίζει (παροιμ.): για κάποιον που καθυστερεί υπερβολικά να κάνει κάτι ανεπιθύμητο, χρησιμοποιώντας διάφορα προσχήματα. [< μεσν. ζυμώνω] | |
| 19615 | ζύμωση | ζύ-μω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΧ. χημική μετατροπή κατά την οποία μία οργανική ένωση διασπάται σε απλούστερα συστατικά με την επίδραση ενζύμων που παράγονται από μικροοργανισμούς: (αν)αερόβια/μερική/οξική ~. Βιομηχανικές/μικροβιακές ~ώσεις. ~ μούστου/οίνου. (Βιο)αέριο από τη ~ αποβλήτων. Πβ. βρασμός. 2. (μτφ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} διαδικασία που προετοιμάζει την εμφάνιση μιας νέας κατάστασης και οδηγεί συχνά σε μεταβολές και ανακατατάξεις: εσωτερικές/ιδεολογικές/παρασκηνιακές/προεκλογικές ~ώσεις. ~ώσεις για τη διαδοχή/τη θέση του προέδρου/σχηματισμό κυβέρνησης. Έχουν αρχίσει/εντείνονται/κορυφώνονται οι ~ώσεις για τις δημοτικές εκλογές. Πβ. διεργασία, κυοφορία. Βλ. αναβρασμός. ● ΣΥΜΠΛ.: αλκοολική ζύμωση: ΒΙΟΧ. μετατροπή σακχάρων σε αιθανόλη με τη βοήθεια ζυμομυκήτων., γαλακτική ζύμωση: ΒΙΟΧ. μετατροπή της γλυκόζης σε γαλακτικό οξύ. Βλ. γιαούρτι., βουτυρική ζύμωση βλ. βουτυρικός [< 1: αρχ. ζύμωσις, γαλλ. fermentation] | |
| 19616 | ζυμωτήριο | ζυ-μω-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα στο οποίο γίνεται η ανάμειξη των υλικών ζύμης και το ζύμωμά τους. Πβ. μίξερ. ΣΥΝ. ζυμωτής (1) 2. μέρος σε οργανωμένη μονάδα παραγωγής όπου παρασκευάζεται η ζύμη: ~ αλλαντοποιίας. Βλ. -τήριο. | |
| 19617 | ζυμωτής | ζυ-μω-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. μηχανή ζυμώματος, κυρ. σε αρτοποιείο. ΣΥΝ. ζυμωτήριο (1) 2. αρτεργάτης που ζυμώνει κυρ. ψωμί. [< 2: μεσν. ζυμωτής ] | |
| 19618 | ζυμωτικός | , ή, ό ζυ-μω-τι-κός επίθ. 1. που ζυμώνει, που αναφέρεται στο ζύμωμα: ~ή: μηχανή (= ζυμωτής). 2. ΒΙΟΧ. που αναφέρεται στη ζύμωση: ~ά: βακτήρια. [< 1: μεσν. ζυμωτικός 2: μτγν. ~, αγγλ. fermenting] | |
| 19619 | ζυμωτός | , ή, ό ζυ-μω-τός επίθ.: που έχει ζυμωθεί: ~ό: ψωμί. [< μτγν. ζυμωτός ‘που έχει υποστεί ζύμωση’] | |
| 19620 | ζω1 | [ζῶ] ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ζεις ..., μτχ. ζων, ζώσα, ζων (βλ. λ.) | ζούσα, έζη-σα, ζή-σω, ζώντας} 1. έχω ζωή ως οργανισμός· παραμένω ζωντανός: ~σε πολλά χρόνια/ως τα βαθιά γεράματα. -Πότε ~σε; - ~σε τον 19ο αι. Η ελιά ζει αιώνες (βλ. αιωνόβιος). Ένας σκύλος μπορεί να ~σει από 12 ως 17 χρόνια. Ζει (= αναπνέει, ανασαίνει, είναι ζωντανός) ακόμη, δεν έχει ξεψυχήσει. Αν και βαριά τραυματισμένος, τελικά ~σε (= επιβίωσε). Τον άφησε να ~σει (: δεν τον σκότωσε). Όσο ~, μαθαίνω. (σε όρκους:) Να μη ~σω, αν ...! (παρενθετικά, σε παράκληση:) Πες μου, να ~σεις, τι βλέπεις εκεί;|| Η ψυχή ζει αιώνια.|| (μτφ.) Θα ζει (= μείνει) για πάντα στις καρδιές/στη μνήμη μας (: δεν θα τον ξεχάσουμε). Ο ... ζει (: για προσωπικότητα, που συνεχίζει να ασκεί επιρροή και μετά θάνατον). ΑΝΤ. πεθαίνω (1) 2. διαμένω, κατοικώ· ειδικότ. συμβιώνω με κάποιον: ~ στο εξωτερικό/στην επαρχία/στο κέντρο/στα περίχωρα/στα προάστια/σε χωριό. ~ σε διαμέρισμα/μεζονέτα/πολυκατοικία. Ζει μόνος.|| ~ με την αδερφή (πβ. συγκατοικώ)/με τους γονείς/με τη φίλη μου (πβ. συζώ).|| (για ζώα) Ζουν στα δάση/στις λίμνες. 3. συντηρούμαι ή συντηρώ κάποιον, εξασφαλίζοντας αρκετά χρήματα για φαγητό, στέγη, ρουχισμό: ~ από τη δουλειά/τα εισοδήματά/τις οικονομίες μου. Ζει με δανεικά/χαρτζιλίκι. Ζει εις/σε βάρος μας. Τα λεφτά που παίρνει δεν φτάνουν για να ~σει (πβ. φυτοζωώ, ψευτοζώ).|| Προσπαθεί να ~σει τα παιδιά της με έναν μισθό. Τον ζουν οι γονείς του. Πβ. (δια)τρέφω. 4. ακολουθώ έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής: Ζει έντονα/επικίνδυνα/υγιεινά/φτωχικά. Ζούσαν ειρηνικά. Ζει σαν αγρίμι/άρχοντας/βασιλιάς/ερημίτης/πασάς. Ζει (= διάγει) (μια) άνετη/ήρεμη/μοναχική/μονότονη/πολυτελή ζωή. Ζει μέσα στη βρομιά/στα πλούτη/στη χλιδή. ~ για το θέατρο/τα παιδιά μου/το σήμερα/το τώρα.|| Ζουν σε αγέλη (: για ζώα)/κοπαδιαστά (: για ψάρια)/σε σμήνη (: για πουλιά). 5. βιώνω εμπειρία ή συναίσθημα, ειδικότ. με ένταση, σε βάθος: ~ την κάθε ημέρα σαν να είναι η τελευταία (: έντονα και συνειδητά). ~ καθημερινά ένα δράμα. Έχει ~σει τον έρωτα (πβ. γεύομαι, γνωρίζω, δοκιμάζω). ~σαμε (= περάσαμε) την Κατοχή/την πείνα/τον πόλεμο/τη φτώχεια. ~σαμε σκηνές πανικού και φρίκης. ~σαν από κοντά την τραγωδία. ~σαν από πρώτο χέρι τα δραματικά γεγονότα. ~σε τη χαρά της επιστροφής στην πατρίδα. Τον έχω ~σει από κοντά και τον ξέρω.|| ~ (= απολαμβάνω) την κάθε στιγμή/το όνειρό μου. Άσε με να ~σω, μη με καταπιέζεις! Ζει τον ρόλο του (: ταυτίζεται με αυτόν). ● ΦΡ.: ... ζεις, εσύ μας οδηγείς!: ως σύνθημα για αποθανόντα ηγέτη ή (συν)αγωνιστή κυρ. σε πολιτικές πορείες ή γήπεδα., έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα: στερεότυπη φράση που σηματοδοτεί το αίσιο τέλος παραμυθιού: Οι δύο νέοι παντρεύτηκαν και ~ ~.|| (κατ' επέκτ.) Το πρόβλημα λύθηκε και ~ ~., ζει (ή πέθανε); (προφ.): για πρόσωπο που δεν δίνει σημεία ζωής: Τον έχουμε χάσει από την παρέα· ~ ~; Έλα, τι έγινες, ζεις;, ζει σε άλλη εποχή (προφ.-ειρων.): είναι εκτός πραγματικότητας, δεν συμβαδίζει με τις σύγχρονες τάσεις., να ζει κανείς ή να μη ζει;: ως φιλοσοφικό ερώτημα: ~ ~ (ιδού η απορία). [< αγγλ. tο be or not to be] , να ζήσεις/να (σου) ζήσει!: ως ευχή σε κάποιον για τον ίδιο ή για το παιδί του: (για εορτάζοντα) Χρόνια σου πολλά! ~ ~ και να ευτυχήσεις! Να σου/σας ζήσει (: το παιδί)!|| (για νεόνυμφους:) Να ζήσετε! Να σας ζήσουν!, πού ζεις; (οικ.-ειρων.): για να δηλωθεί ότι κάποιος είναι εκτός τόπου και χρόνου: Δεν το ξέρεις; Μα καλά ~ ~;, (ζουν) κάτω από την ίδια στέγη βλ. στέγη, από τον Άρη κατέβηκε;/στον Άρη ζει; βλ. Άρης, βαριέμαι που ζω βλ. βαριέμαι, είναι/ζει στον κόσμο του/στον δικό του κόσμο/σε άλλο κόσμο/στην κοσμάρα του βλ. κόσμος, ζει και βασιλεύει (και τον κόσμο κυριεύει) βλ. βασιλεύω, ζήσε Μάη/μαύρε μου (να φας τριφύλλι) βλ. Μάης, ζω με/τρώω αέρα κοπανιστό βλ. αέρας, ζω/μένω/είμαι στη σκιά βλ. σκιά, ζω/τη βγάζω/περνώ σπαρτιάτικα βλ. σπαρτιατικός, κάνω/ζω τη ζωή μου βλ. ζωή, ξέρει να ζει (τη ζωή του/της) βλ. ξέρω, ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος βλ. άρτος, πετάει/ζει/βρίσκεται στα σύννεφα βλ. πετώ, χίλια/πολλά χρόνια θα ζήσεις! βλ. χίλιοι ● βλ. ζην, ζήτω [< αρχ. ζῶ] | |
| 19621 | ζω2 | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. φθόγγος της βυζαντινής μουσικής που αντιστοιχεί στο σι της ευρωπαϊκής. Βλ. πα2. | |
| 19622 | ζωαγορά | ζω-α-γο-ρά ουσ. (θηλ.): τόπος στον οποίο γίνονται αγοραπωλησίες ζώων, κυρ. των κατάλληλων για εκτροφή ή γεωργικές εργασίες. Βλ. -αγορά, πετ σοπ. | |
| 19623 | ζωάκι | ζω-ά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (υποκ.) μικρό σε μέγεθος ζώο. Πβ. ζούδι. 2. (κατ' επέκτ.) παιχνίδι ή αντικείμενο μικρών διαστάσεων με μορφή ζώου: χνουδωτό ~. Λούτρινα και πάνινα ~ια. Βλ. αρκουδάκι. | |
| 19624 | ζωγραφιά | ζω-γρα-φιά ουσ. (θηλ.): σχεδίαση ή χρωματική αναπαράσταση ενός θέματος πάνω σε επιφάνεια, συνήθ. σε χαρτί: παιδική ~. Χριστουγεννιάτικες ~ιές. ~ιές με θέμα τη θάλασσα/στον τοίχο. Βιβλίο με ~ιές (= εικονογραφημένο). Πβ. εικόνα, εικονογράφημα, παράσταση, σκίτσο, σχεδίασμα, σχέδιο. ● ΦΡ.: μια/μία σκέτη/σωστή ζωγραφιά: για κάτι που είναι πολύ όμορφο: Το νησί φαντάζει από ψηλά ~ ~. Το πρόσωπό της είναι ~ ~. [< μεσν. ζωγραφία] | |
| 19625 | ζωγραφίζω | ζω-γρα-φί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ζωγράφι-σα, ζωγραφί-σει, -στηκε, -στεί, ζωγραφίζ-οντας, ζωγραφι-σμένος} 1. απεικονίζω, αναπαριστώ ένα θέμα πάνω σε επιφάνεια, συνήθ. με χρώματα: Ο καλλιτέχνης ~ει κυρίως θαλασσινά τοπία/πορτρέτα/νεκρή φύση. Σταμάτα να ~εις στους τοίχους. Πβ. σχεδιάζω. Βλ. ιχνογραφώ. 2. ασχολούμαι επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά με τη ζωγραφική: Στον ελεύθερό του χρόνο ~ει. 3. (μτφ.-προφ.) κάνω κάτι με τρόπο που προκαλεί τον θαυμασμό, τον εντυπωσιασμό των άλλων: Τι φοβερό ήταν αυτό που είπες; ~σες πάλι!|| Η ομάδα ~ει στο γήπεδο. Πβ. κάνει παπάδες. 4. (μτφ.) παρουσιάζω, προβάλλω κάτι με ακρίβεια και σαφήνεια: ~σε με τα μελανότερα χρώματα τα τραγικά γεγονότα. Η λύπη ήταν ~σμένη στα πρόσωπά τους. ● ΦΡ.: ζωγραφίζει/φτιάχνει αγγέλους βλ. άγγελος [< 1, 2: μεσν. ζωγραφίζω] | |
| 19626 | ζωγραφική | ζω-γρα-φι-κή ουσ. (θηλ.) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. η εικαστική τέχνη της δισδιάστατης χρωματικής συνήθ. απεικόνισης ενός θέματος σε επιφάνεια: ατελιέ/διαγωνισμός/έκθεση/εργαστήριο/μάθημα/μπλοκ/πίνακας/τεχνική/υλικά (: καβαλέτο/μουσαμάς/πινέλα/χρώματα) ~ής. ~ για παιδιά. ~ με το στόμα και το πόδι (: για ΑΜΕΑ). Σπούδασε ~ και σχέδιο. Βλ. γλυπτική.|| Πανέμορφες ~ές (= ζωγραφιές). Βλ. ακουαρέλα, ελαιο-, υδατο-γραφία. 2. το σύνολο της ζωγραφικής παραγωγής χώρας, χρονικής περιόδου, τεχνοτροπίας ή καλλιτεχνικού ρεύματος: αμερικανική/ευρωπαϊκή ~.|| Αναγεννησιακή ~. ~ του 20ού αιώνα.|| Αφηρημένη/διακοσμητική/ιμπρεσιονιστική/λαϊκή/μνημειακή ~. 3. το ιδιαίτερο ύφος που χαρακτηρίζει τα έργα ενός ζωγράφου: Η ~ του διακρίνεται για τον πλούτο των χρωμάτων. ● ΣΥΜΠΛ.: μεταφυσική ζωγραφική βλ. μεταφυσικός [< 1: μτγν. ζωγραφική] | |
| 19627 | ζωγραφικός | , ή, ό ζω-γρα-φι-κός επίθ.: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται με τον ζωγράφο, το έργο του ή τη ζωγραφική: ~ός: διάκοσμος (ναού)/πίνακας. ~ή: παράδοση/τέχνη. ~ό: ταλέντο/ύφος. ~ές: (ανα)παραστάσεις/συνθέσεις. ~ά: μέσα. Ξεχωριστή θέση στη ~ή παραγωγή του ... κατέχουν οι προσωπογραφίες. Βλ. ανάγλυφος, γλυπτός, ψηφιδωτός. [< αρχ. ζωγραφικός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ