Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [20500-20520]

IDΛήμμαΕρμηνεία
19622ζωαγοράζω-α-γο-ρά ουσ. (θηλ.): τόπος στον οποίο γίνονται αγοραπωλησίες ζώων, κυρ. των κατάλληλων για εκτροφή ή γεωργικές εργασίες. Βλ. -αγορά, πετ σοπ.
19623ζωάκιζω-ά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (υποκ.) μικρό σε μέγεθος ζώο. Πβ. ζούδι. 2. (κατ' επέκτ.) παιχνίδι ή αντικείμενο μικρών διαστάσεων με μορφή ζώου: χνουδωτό ~. Λούτρινα και πάνινα ~ια. Βλ. αρκουδάκι.
19624ζωγραφιάζω-γρα-φιά ουσ. (θηλ.): σχεδίαση ή χρωματική αναπαράσταση ενός θέματος πάνω σε επιφάνεια, συνήθ. σε χαρτί: παιδική ~. Χριστουγεννιάτικες ~ιές. ~ιές με θέμα τη θάλασσα/στον τοίχο. Βιβλίο με ~ιές (= εικονογραφημένο). Πβ. εικόνα, εικονογράφημα, παράσταση, σκίτσο, σχεδίασμα, σχέδιο. ● ΦΡ.: μια/μία σκέτη/σωστή ζωγραφιά: για κάτι που είναι πολύ όμορφο: Το νησί φαντάζει από ψηλά ~ ~. Το πρόσωπό της είναι ~ ~. [< μεσν. ζωγραφία]
19625ζωγραφίζωζω-γρα-φί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ζωγράφι-σα, ζωγραφί-σει, -στηκε, -στεί, ζωγραφίζ-οντας, ζωγραφι-σμένος} 1. απεικονίζω, αναπαριστώ ένα θέμα πάνω σε επιφάνεια, συνήθ. με χρώματα: Ο καλλιτέχνης ~ει κυρίως θαλασσινά τοπία/πορτρέτα/νεκρή φύση. Σταμάτα να ~εις στους τοίχους. Πβ. σχεδιάζω. Βλ. ιχνογραφώ. 2. ασχολούμαι επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά με τη ζωγραφική: Στον ελεύθερό του χρόνο ~ει. 3. (μτφ.-προφ.) κάνω κάτι με τρόπο που προκαλεί τον θαυμασμό, τον εντυπωσιασμό των άλλων: Τι φοβερό ήταν αυτό που είπες; ~σες πάλι!|| Η ομάδα ~ει στο γήπεδο. Πβ. κάνει παπάδες. 4. (μτφ.) παρουσιάζω, προβάλλω κάτι με ακρίβεια και σαφήνεια: ~σε με τα μελανότερα χρώματα τα τραγικά γεγονότα. Η λύπη ήταν ~σμένη στα πρόσωπά τους. ● ΦΡ.: ζωγραφίζει/φτιάχνει αγγέλους βλ. άγγελος [< 1, 2: μεσν. ζωγραφίζω]
19626ζωγραφικήζω-γρα-φι-κή ουσ. (θηλ.) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. η εικαστική τέχνη της δισδιάστατης χρωματικής συνήθ. απεικόνισης ενός θέματος σε επιφάνεια: ατελιέ/διαγωνισμός/έκθεση/εργαστήριο/μάθημα/μπλοκ/πίνακας/τεχνική/υλικά (: καβαλέτο/μουσαμάς/πινέλα/χρώματα) ~ής. ~ για παιδιά. ~ με το στόμα και το πόδι (: για ΑΜΕΑ). Σπούδασε ~ και σχέδιο. Βλ. γλυπτική.|| Πανέμορφες ~ές (= ζωγραφιές). Βλ. ακουαρέλα, ελαιο-, υδατο-γραφία. 2. το σύνολο της ζωγραφικής παραγωγής χώρας, χρονικής περιόδου, τεχνοτροπίας ή καλλιτεχνικού ρεύματος: αμερικανική/ευρωπαϊκή ~.|| Αναγεννησιακή ~. ~ του 20ού αιώνα.|| Αφηρημένη/διακοσμητική/ιμπρεσιονιστική/λαϊκή/μνημειακή ~. 3. το ιδιαίτερο ύφος που χαρακτηρίζει τα έργα ενός ζωγράφου: Η ~ του διακρίνεται για τον πλούτο των χρωμάτων. ● ΣΥΜΠΛ.: μεταφυσική ζωγραφική βλ. μεταφυσικός [< 1: μτγν. ζωγραφική]
19627ζωγραφικός, ή, ό ζω-γρα-φι-κός επίθ.: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται με τον ζωγράφο, το έργο του ή τη ζωγραφική: ~ός: διάκοσμος (ναού)/πίνακας. ~ή: παράδοση/τέχνη. ~ό: ταλέντο/ύφος. ~ές: (ανα)παραστάσεις/συνθέσεις. ~ά: μέσα. Ξεχωριστή θέση στη ~ή παραγωγή του ... κατέχουν οι προσωπογραφίες. Βλ. ανάγλυφος, γλυπτός, ψηφιδωτός. [< αρχ. ζωγραφικός]
19628ζωγράφισμαζω-γρά-φι-σμα ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) ζωγράφημα: η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ζωγραφίζω: ~ των αβγών. Πβ. ζωγραφική, σχεδίαση.|| Εκθέτουν ~ατα. Πβ. ζωγραφιά, σχεδίασμα.
19629ζωγραφιστός, ή, ό ζω-γρα-φι-στός επίθ. 1. που έχει ζωγραφιστεί: ~οί: τοίχοι. ~ά: ταβάνια. ΣΥΝ. ζωγραφισμένος. 2. πολύ όμορφος, που μοιάζει να τον έχουν ζωγραφίσει: ~ά: μάτια. Είναι μία κούκλα ~ή! ΣΥΝ. πανέμορφος ● ΦΡ.: ούτε ζωγραφιστό (δεν θέλω) να τον βλέπω (προφ.-επιτατ.): για κάποιον τόσο αντιπαθή, που είναι ανεπιθύμητη η επαφή μαζί του: Μετά τα προσβλητικά λόγια που της είπε, δεν θέλει να τον βλέπει ούτε ~ (: της προκαλεί αποστροφή). [< 1: μεσν. ζωγραφιστός]
19630ζωγράφοςζω-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά με τη ζωγραφική: αυτοδίδακτος (βλ. ναΐφ)/εξπρεσιονιστής/λαϊκός ~.~ (του) δρόμου. ~ τοιχογραφιών (= τοιχογράφος). Πορτρέτα από τη ~ο ... Βλ. κολορίστας.|| (μτφ., για λογοτέχνη) ~ της ζωής και των ηθών της εποχής του (: που περιγράφει με παραστατικότητα). Βλ. -γράφος, καλλιτέχνης. [< αρχ. ζωγράφος]
19631ζωδιακός, ή, ό ζω-δι-α-κός επίθ.: ΑΣΤΡΟΛ. που σχετίζεται με τα ζώδια: ~ός: αστερισμός/χάρτης. ~ή: πρόβλεψη. ~ό: έτος/ημερολόγιο/σύμβολο. Πίνακας ~ών θέσεων.|| (στο αρσ. ως ουσ.) Τα δώδεκα ζώδια του ~ού (ενν. κύκλου). ● ΣΥΜΠΛ.: ζωδιακό φως: ΑΣΤΡΟΝ. αμυδρό φως γύρω από τη ζωδιακή ζώνη, το οποίο προκαλείται από τη διάχυση του ηλιακού φωτός και είναι ορατό πριν από την ανατολή και μετά τη δύση του ήλιου., ζωδιακός (κύκλος)/ζωδιακή ζώνη: ΑΣΤΡΟΝ.-ΑΣΤΡΟΛ. νοητή ζώνη της ουράνιας σφαίρας μέσα στην οποία τοποθετείται η κίνηση του Ήλιου· υποδιαιρείται σε δώδεκα ίσα μέρη, τα οποία παίρνουν το όνομά τους από τους βασικούς αστερισμούς (ζώδια). [< αρχ. ζῳδιακός, γαλλ. zodiaque, αγγλ. zodiac]
19632ζώδιοζώ-δι-ο ουσ. (ουδ.) {ζωδί-ου | -ων} 1. ΑΣΤΡΟΝ.-ΑΣΤΡΟΛ. καθένας από τους αστερισμούς οι οποίοι αντιστοιχούν στα δώδεκα μέρη του ζωδιακού κύκλου και θεωρείται ότι επιδρούν στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και τη ψυχοσύνθεση του ατόμου που έχει γεννηθεί την ανάλογη χρονική περίοδο: τα ~α του αέρα (: Δίδυμοι, Ζυγός, Υδροχόος)/της γης (: Ταύρος, Παρθένος, Αιγόκερως)/του νερού (: Καρκίνος, Σκορπιός, Ιχθύς)/της φωτιάς (: Κριός, Λέων, Τοξότης). Ο Άρης φεύγει από/εγκαταλείπει το ~ των Ιχθύων. Ο Ήλιος/η Σελήνη βρίσκεται στο/περνά από το ~ του Καρκίνου. Ανήκει στο ~ του Λέοντα/της Παρθένου. Τι ~ είσαι; Πιστεύεις στα ~α;|| (προφ.) Ακούω/διαβάζω τα ~α (: τις αστρολογικές προβλέψεις). Βλ. πλανήτης, ωροσκόπιο, ωροσκόπος. 2. ΑΣΤΡΟΛ. (συνεκδ.) το σύμβολο που αναπαριστά καθέναν από τους δώδεκα αστερισμούς: Φορούσε ένα μενταγιόν με το ~ό του. [< αρχ. ζῴδιον]
19633ζωεμπόριοζω-ε-μπό-ρι-ο ουσ. (ουδ.): εμπόριο ζώων.
19634ζωέμποροςζω-έ-μπο-ρος ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) ζωέμπορας: πρόσωπο που εμπορεύεται ζώα. Βλ. -έμπορος. [< γερμ. Viehhändler]
19635ζωήζω-ή ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα που διακρίνει τα έμβια από τα μη έμβια όντα, όπως εκδηλώνεται στις λειτουργίες του μεταβολισμού, της ανάπτυξης, της αναπαραγωγής και κατ' επέκτ. η ύπαρξη: το φαινόμενο της ~ής. Το νερό ως πηγή ~ής.|| Η ανθρώπινη ~ είναι πολύτιμη. Δικαίωμα στη ~. Σκοπός της ~ής. Διακινδύνευσε τη ~ του, για να με σώσει. Μας φυγάδευσε με κίνδυνο της ~ής του. Έχασαν/θυσίασαν τη ~ τους για την ελευθερία. Νίκησαν, αλλά με τίμημα τη ~ χιλιάδων μαχητών. Μία σφαίρα του αφαίρεσε/πήρε τη ~ (= τον σκότωσε). Έφυγε από τη ~ (= δεν ζει πια). Δεν έχει ~ (= θα πεθάνει σύντομα). Δεν βρίσκεται πια στη ~ (= έχει πεθάνει). Διατηρείται στη ~ με τεχνητά μέσα. Χρωστάω τη ~ μου στον γιατρό μου. (απειλητ.) Τα λεφτά σου ή τη ~ σου! Ο ερχομός του έδωσε νόημα στη ~ μου. Είσαι η ~ μου!|| Προηγούμενη ~ (βλ. μετεμψύχωση).|| (μτφ.) Ο σχεδιαστής έδωσε ~ σε χαρακτήρες κινουμένων σχεδίων. ΑΝΤ. θάνατος (1) 2. (συνεκδ.) τα έμβια όντα ως σύνολο: θαλάσσια ~. (Α)κυτταρική μορφή ~ής. Υπάρχει ~ σε άλλους πλανήτες; 3. η περίοδος από τη γέννηση (ή από άλλο χρονικό σημείο) ως τον θάνατο (ή ως μια συγκεκριμένη στιγμή της ζωής) και ειδικότ. τα γεγονότα που έχει ζήσει κάποιος, ο βίος του: διάρκεια/μέσος όρος ~ής. Σχέση ~ής (: μακροχρόνια και ουσιαστική). Στα πρώτα βήματα της ~ής (= στα παιδικά χρόνια). Τι κάνεις στη ~ σου (= πώς περνάς, με τι ασχολείσαι); Δεν έκανε τίποτα (ενν. σπουδαίο ή δημιουργικό) στη ~ του. Ευκαιρίες που τυχαίνουν μία φορά στη ~. Τέτοιο πράγμα δεν έχω ξαναδεί στη ~ μου. Όλη μου τη ~ δουλεύω. Παρέμεινε στο εξωτερικό για το υπόλοιπο της ~ής της. Τα λόγια του θα τα θυμάμαι για/σε όλη μου τη ~.|| ~ γεμάτη αγώνες/βάσανα (πβ. σκυλο~)/προκλήσεις/χαρές. Η ~ και το έργο του ποιητή. Σημαντικοί σταθμοί στη ~ της. Ταινία θα γίνει η ~ της δημοφιλούς ηθοποιού. Γράφει βιβλίο για τη ~ του (βλ. αυτοβιογραφία). 4. ο τρόπος με τον οποίο ζει κάποιος, διαβίωση και ειδικότ. το σύνολο των δραστηριοτήτων σε ατομικό ή συλλογικό επίπεδο ή σε συγκεκριμένο τομέα: αληθινή/ανέμελη/άνετη (βλ. ευζωία)/γλυκιά (πβ. ντόλτσε βίτα)/δύσκολη/εικονική/εύκολη/ήσυχη/λιτή/μαύρη/παραμυθένια/πραγματική/σκληρή/σκυλίσια ~. Έκανε άστατη ~. Έχει πλούσια ερωτική ~. Αρχίζω μια καινούργια ~. Ο χορός είναι η ~ μου. Αφιέρωσε τη ~ του στην επιστήμη. Η ~ στην πρωτεύουσα έχει ακριβύνει πολύ. Την έβγαλε από τη ~ του (= τα χάλασε μαζί της). Μου αναστάτωσε τη ~. Με τη γέννηση του παιδιού, η ~ μας άλλαξε. Το πλυντήριο έκανε τη ~ μας ευκολότερη. Βελτιώσεις που έφερε στη ~ των ανθρώπων η τεχνολογία. Δεν είναι ~ αυτή (: ως εκδήλωση δυσφορίας)! Βλ. παλιο~.|| Οικογενειακή/στρατιωτική/φοιτητική ~. Η κοινωνική/πνευματική ~ της χώρας. Η καλλιτεχνική/νυχτερινή/πολιτική ~ του τόπου. Η ~ στην πόλη/στην ύπαιθρο/τον προηγούμενο αιώνα. 5. η πραγματικότητα του βίου ως εμπειρία: πείρα βγαλμένη από τη ~. Τι ξέρεις από τη ~ εσύ; Για να μάθεις τη ~, πρέπει να τη ζήσεις. Τέλειωσε το γυμνάσιο και βγήκε στη ~ (= στη βιοπάλη). Σπούδασε στο σχολείο της ~ής (: κατ' αντιδιαστολή προς την εγκύκλια εκπαίδευση). Η ~ με δίδαξε να δίνω αξία στους ανθρώπους. Αυτά έχει/έτσι είναι η ~! Πάρε τη ~ στα χέρια σου (: ανάλαβε πρωτοβουλίες). Θέλει να έχει τη δική της ~ (: να είναι ανεξάρτητη). 6. (μτφ.) (για πρόσ.) ενεργητικότητα, ζωντάνια· (για περιοχές) έντονη δραστηριότητα: Άνθρωπος που ξεχειλίζει από ~. Είναι γεμάτος ~ (= ζωτικότητα) και αισιοδοξία. Δεν έχει ~ (= ψυχή) μέσα του.|| Το νησί δεν έχει καθόλου ~ τον χειμώνα. Η πόλη σφύζει από ~. Πβ. κίνηση, κυκλοφορία. ΑΝΤ. νέκρα. 7. (μτφ.) (κυρ. για μηχανές, επιχειρήσεις) διάρκεια λειτουργίας ή αντοχής: η ~ της μπαταρίας. Η εταιρεία στη σύντομη ~ της κατάφερε να κυριαρχήσει στην αγορά. (ΟΙΚΟΝ.) Η ωφέλιμη ~ των παγίων.ζωές (οι): άνθρωποι: Απειλούνται ανθρώπινες ~. Στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο χάθηκαν εκατομμύρια ~ (= ψυχές). Φάρμακο που σώζει ~. ● ΣΥΜΠΛ.: η αιώνια/η άλλη/η μετά θάνατον/η μέλλουσα ζωή & (λόγ.) η αιώνιος ζωή: ΘΕΟΛ. η μεταθανάτια. Βλ. επίγεια/ουράνια ~., καλή ζωή: υψηλό βιοτικό επίπεδο: ~ ~ και μακροζωία/υγεία., μεγάλη ζωή: πολυτελής και κοσμικός τρόπος διαβίωσης: χλιδή και ~ ~., ποιότητα ζωής: το επίπεδο διαβίωσης που καθορίζεται κυρ. από τη διατήρηση καθαρού περιβάλλοντος, από τις ανθρώπινες συνθήκες εργασίας και από τις δυνατότητες αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου: χαμηλή/υψηλή ~ ~. Βελτίωση/εξασθένιση/υποβάθμιση της ~ας ~ (των κατοίκων της πόλης).|| Η ~ ~ των ασθενών. [< αγγλ. quality of life, 1943] , υποστήριξη της ζωής: οτιδήποτε συμβάλλει στη διατήρησή της: (ΙΑΤΡ.) βασική (βλ. καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση/ανάνηψη)/εξειδικευμένη/μηχανική ~ ~. (ΟΙΚΟΛ.) Συστήματα ~ης ~ του πλανήτη (βλ. βιοποικιλότητα, βιόσφαιρα). [< αγγλ. life-support, 1959] , άγρια ζωή βλ. άγριος, ασφάλεια ζωής βλ. ασφάλεια, βιοτικό επίπεδο & επίπεδο ζωής/διαβίωσης βλ. βιοτικός, διπλή ζωή βλ. διπλός, έντονη ζωή βλ. έντονος, επιστήμες της ζωής βλ. επιστήμη, η δημόσια ζωή/ο δημόσιος βίος βλ. δημόσιος, ημιπερίοδος ζωής βλ. ημιπερίοδος2, ημίσεια ζωή βλ. ήμισυς, ιδιωτική ζωή/ιδιωτικός βίος βλ. ιδιωτικός, καθιστική ζωή βλ. καθιστικός, κόστος ζωής βλ. κόστος, κύκλος ζωής βλ. κύκλος, σημεία ζωής βλ. σημείο, στάση ζωής βλ. στάση, το προσδόκιμο ζωής/επιβίωσης βλ. προσδόκιμος ● ΦΡ.: βάζει/δίνει/θέτει τέλος/τέρμα στη ζωή του: αυτοκτονεί: Αποφάσισε/προσπάθησε να βάλει τέλος ~., έδωσε τη ζωή του: για κάποιον που πέθανε για ένα ιδανικό ή κατ' επέκτ. αφιερώθηκε σε αυτό: Τιμάμε τους πολεμιστές που έδωσαν ~ τους για την πατρίδα.|| Έδωσε ~ της (= θυσιάστηκε) για τη σωτηρία της ανθρωπότητας., έδωσε/χάρισε ζωή σε ... 1. έγινε δωρητής οργάνων: ~ ~ σε συνανθρώπους μας, προσφέροντας τα όργανά του για μεταμόσχευση.|| (παλαιότ. για κάποιον καταδικασμένο σε θάνατο) Ο βασιλιάς του χάρισε τη ~ (: του έδωσε χάρη). 2. (μτφ.) αναζωογόνησε: Έδωσε ~ (= πνοή) στη ναυτιλία/στην πόλη., εν ζωή (λόγ.): για κάποιον που είναι ακόμη ζωντανός, στη ζωή: Ο σημαντικότερος ~ ~ συγγραφέας. Δωρεά ~ ~. ΑΝΤ. μετά θάνατο(ν), έχω φάει τη ζωή με το κουτάλι (προφ.): έχω μεγάλη πείρα της ζωής., ζωή μου!: ως προσφώνηση σε αγαπημένο πρόσωπο., ζωή σε (λόγου) σας (προφ.): ως έκφραση συλλυπητηρίων σε συγγενείς ή/και οικείους νεκρού: Θεός σχωρέσ' τον, ~ ~ μας., ζωή χαρισάμενη/ζωή και κότα (προφ.): ευτυχισμένη, ανέμελη, γεμάτη απολαύσεις και καλοπέραση, χωρίς προβλήματα και βάσανα: Περνούν ~ ~., κάνω/ζω τη ζωή μου: ζω όπως επιθυμώ, συνήθ. ανέμελα, χωρίς υποχρεώσεις: Θέλει να ταξιδέψει, να κάνει ~ της. Χαλάρωσε και ζήσε ~ σου! [< γαλλ. vivre ma vie] , μεταξύ ζωής και θανάτου: για ετοιμοθάνατο και γενικότ. για κάθε οριακή κατάσταση: Βρίσκεται ~ ~.|| Μάχη (μεταξύ) ~ ~., μια ζωή (για δήλωση δυσφορίας): από παλιά, πάντα, συνεχώς: ~ ~ τα ίδια λάθη!, μια ζωή την έχουμε (προφ.): η ζωή είναι σύντομη και για αυτό πρέπει να την απολαμβάνουμε., μια ολόκληρη ζωή (προφ.): για πάντα· (επιτατ.) για δήλωση ενός συγκεκριμένου, μικρού ή μεγάλου, χρονικού διαστήματος: φίλοι ~ ~. Αυτοκίνητο/έπιπλα/σπίτι για ~ ~/μια ζωή. Είναι νέος κι έχει ~ ~ (= το μέλλον) μπροστά του.|| Απαιτείται/δεν του φτάνει ~ ~ για να ... Τίναξε στον αέρα ό,τι έχτιζε ~ ~., ξανάφτιαξε τη ζωή του/της: ξαναπαντρεύτηκε. [< γαλλ. refaire sa vie] , ποτέ στη ζωή μου (εμφατ.): ποτέ: Δεν θα το ξεχάσω ~ ~ (: μέχρι να πεθάνω). Ποτέ, μα ~ ~ (= ως τώρα) δεν επιδίωξα να ..., στη ζωή και στο(ν) θάνατο: για πάντα, σε καλές και κακές περιστάσεις: Ορκίστηκαν να είναι μαζί ~ ~., στη ζωή μου/της μάνας μου/των παιδιών μου (προφ.): ως όρκος προς επικύρωση των λεγομένων: ~ ~ μου, δεν το έκανα εγώ! Πβ. μα την πίστη μου!, σε ό,τι έχω ιερό., του κάνω τη ζωή δύσκολη/κόλαση/μαρτύριο/μαύρη/πατίνι/ποδήλατο (προφ.): του δημιουργώ συνεχώς προβλήματα, δεν τον αφήνω να ηρεμήσει, κυρ. ψυχολογικά ή συναισθηματικά: Μου κάνει ~ ~ (= με ζορίζει, ταλαιπωρεί). ΣΥΝ. μου έχει κάνει το(ν) βίο αβίωτο, φιλί (της) ζωής: τεχνητή αναπνοή με εκπνοή στο στόμα και κατ' επέκτ. διάσωση την τελευταία στιγμή: Ο ναυαγοσώστης τού έδωσε το ~ της ~.|| (συχνότ. μτφ.) ~ ~ στην οικονομία. Οι βροχές έδωσαν το ~ ~ στα σιτηρά. Πβ. ενίσχυση, τόνωση. [< αγγλ. kiss of life, 1961] , αγώνας (μεταξύ) ζωής και θανάτου βλ. αγώνας, αλλάζω ζωή/πορεία/ρότα/σελίδα βλ. αλλάζω, βγάζω/κερδίζω τα προς το ζην/το ψωμί μου βλ. κερδίζω, δίνω (μια) ανάσα (ζωής) βλ. ανάσα, είδε το (πρώτο) φως της ζωής/της (η)μέρας/του ήλιου βλ. φως, έκοψε/κόπηκε το νήμα της ζωής (κάποιου) βλ. νήμα, έρχεται στον κόσμο/στη ζωή βλ. έρχομαι, εφ' όρου ζωής βλ. όρος, έφυγε απ' τη ζωή/τον κόσμο βλ. φεύγω, έχασε τη μάχη για/με τη ζωή/με το(ν) θάνατο βλ. μάχη, ζήτημα/θέμα ζωής ή/και θανάτου βλ. ζήτημα, η ιστορία της ζωής μου βλ. ιστορία, κρατώ κάποιον ζωντανό/στη ζωή βλ. κρατώ, μπαίνω/έρχομαι στη ζωή κάποιου βλ. μπαίνω, ο θάνατός σου, η ζωή μου! βλ. θάνατος, στοίχισε τη ζωή (σε κάποιον) βλ. στοιχίζει, το αλάτι/το άλας της γης/της ζωής βλ. άλας, φέρνω στη ζωή/στον κόσμο βλ. φέρνω ● βλ. ζωούλα [< αρχ. ζωή, γαλλ. vie, αγγλ. life, γερμ. Leben]
19636ζωηράδαζω-η-ρά-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.): έντονη ενεργητικότητα, ζωντάνια: παιδί γεμάτο/όλο ~. ~ και ευκινησία. Πβ. ζωηρότητα.|| (συνεκδ.) Άσε τις ~ες (: αταξίες, παιδιαρίσματα). Βλ. -άδα.
19637ζωηρεύωζω-η-ρεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ζωήρε-ψε, ζωηρέ-ψει, ζωηρεύ-οντας} 1. γίνομαι περισσότερο δραστήριος, ενεργητικός, ευκίνητος ή άτακτος: Μετά την αρρώστια, ~ψε (= ζωογονήθηκε, τονώθηκε) ξανά. Αν και ήταν ήσυχο παιδί, τελευταία έχει ~ψει πολύ (ΑΝΤ. φρονιμεύω). 2. προσδίδω ζωντάνια, ένταση σε κάτι, κάνω κάτι πιο ενδιαφέρον: Οι εκπτώσεις έχουν ~ψει την κίνηση στην αγορά. 3. {στο γ' πρόσ.} αποκτώ μεγαλύτερη ένταση, ζωντάνια: Όλο και περισσότερο ~ει το ενδιαφέρον του κοινού για ... Πβ. ανάβω.|| Τα φυτά ~ψαν μετά τη βροχή (: αναζωογονήθηκαν). 4. προβαίνω σε εντονότερες εκδηλώσεις ερωτικού ενδιαφέροντος: Έχει ~ψει (= πονηρέψει) πολύ τον τελευταίο καιρό. Όλο κομπλιμέντα είναι!
19638ζωηρός, ή, ό ζω-η-ρός επίθ. 1. που εκφράζει ένταση ή χαρακτηρίζεται από αυτή· έντονος: ~ή: ανησυχία/αντίθεση/εικόνα/επιθυμία/φαντασία. ~ό: ενδιαφέρον. ~ές: αναμνήσεις. Δημοσίευμα που προκάλεσε ~ή αίσθηση/εντύπωση.|| ~ός: διάλογος/ρυθμός (= χαρούμενος)/χορός. ~ή: ατμόσφαιρα/κίνηση/συζήτηση. ~ό: βήμα (= γοργό)/περπάτημα/χειροκρότημα (= ενθουσιώδες).|| ~ή: έκφραση. ~ό: βλέμμα/ύφος.|| ~ή: λάμψη/φλόγα. ~ό: φως (= δυνατό). ~ά: χρώματα (= χτυπητά). Πβ. λαμπερός, φωτεινός. 2. που είναι γεμάτος ζωντάνια και ενεργητικότητα και ειδικότ. (για παιδιά ή ζώα) πολύ κινητικός και άτακτος: ~ός: χαρακτήρας. ~ό: πνεύμα. Εύθυμος και ~ άνθρωπος. Πβ. δραστήριος, ενεργητικός.|| ~ό: μωρό/παιδί. Είναι πολύ ~ και σκανδαλιάρης (πβ. απείθαρχος). ~ό και παιχνιδιάρικο σκυλί. ΑΝΤ. φρόνιμος. 3. που έχει έντονη ερωτική διάθεση και δραστηριότητα: Από μικρή ήταν ~ή. Πβ. ερωτιάρης. Βλ. -ηρός. ● Υποκ.: ζωηρούλης , α, -ικο/-ι, ζωηρούτσικος , η, ο ● επίρρ.: ζωηρά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μεσν. ζωηρός]
19639ζωηρότηταζω-η-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ζωηρού: νεανική ~. ~ κινήσεων. Πβ. ζωηράδα.|| (μτφ.) Η ~ της αφήγησης (πβ. γλαφυρ-, παραστατικ-ότητα)/του πνεύματος. Ο πίνακας εντυπωσιάζει με τη ~ των χρωμάτων του. Πβ. ζωντάνια. Βλ. -ότητα.
19640ζωηρόχρωμος, η, ο ζω-η-ρό-χρω-μος επίθ.: που έχει έντονα, φανταχτερά χρώματα: ~ος: καναπές/πίνακας. ~ο: σχέδιο/ύφασμα/φόρεμα. ~α: άνθη. Βλ. παρδαλός, πολύχρωμος, χτυπητός, -χρωμος.
19641ζωηφόρος, ος/α, ο ζω-η-φό-ρος επίθ. (κ. με κεφαλ. Ζ, λόγ.): ΕΚΚΛΗΣ. που προσφέρει ζωή: ~ος: λόγος. ~ος: ελπίδα. Η ~ος Ανάσταση του Λυτρωτή μας Χριστού. Πβ. ζωογόνος, ζωο-, τροφο-δότης. Βλ. -φόρος. [< μεσν. ζωηφόρος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.