Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [20520-20540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
19648ζωνοδέλφινοζω-νο-δέλ-φι-νο ουσ. (ουδ.): ΙΧΘΥΟΛ. είδος δελφινιού (επιστ. ονομασ. Stenella coeruleoalba) που ζει στο ανοιχτό πέλαγος και συναντάται συχνά στην Ελλάδα. Βλ. μαυρο-, ρινο-, σταχτο-δέλφινο.
19649ζωνοπερατός, ή, ό ζω-νο-πε-ρα-τός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ζωνοπερατό φίλτρο: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. που επιτρέπει να περάσουν χωρίς παραμόρφωση μόνο σήματα, τα οποία περικλείονται σε ορισμένη ζώνη συχνοτήτων. [< αγγλ. band-pass filter, 1926]
19650ζωντάνεμαζω-ντά-νε-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ζωντανεύω: ~ (= αναβίωση, αναγέννηση) της παράδοσης/των τοπικών εθίμων. Το ~ (= αναζωογόνηση, τόνωση) της αγοράς/του τόπου/της υπαίθρου. Πρόταση για το ~ και την ανάπτυξη της περιφέρειας. Πβ. (νεκρ)ανάσταση. Βλ. ξανα~.|| Το ~ του παραμυθιού (πβ. δραματοποίηση).
19651ζωντανεύωζω-ντα-νεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ζωντάν-εψα, -έψει, ζωντανεύ-οντας, ζωνταν-εμένος} 1. (μτφ.) αναζωογονώ, τονώνω: Η αντιδικία ~εψε (= ζωήρεψε) τη συζήτηση. Προϊόν που ~ει τα χρώματα του χαλιού (: τα κάνει πιο έντονα).|| Ο θαλασσινός αέρας με ~εψε (: ξαναγεννήθηκα, ξανάνιωσα). Πες κανένα ανέκδοτο να ~έψουμε (= ξυπνήσουμε) λίγο.|| Αν κλαδέψεις το φυτό, θα ~έψει (: θα φουντώσει). Το χωριό ~ει με τον ερχομό των τουριστών (: αποκτά ζωή, κίνηση). Με την ισοφάριση ο αγώνας ~εψε. 2. (μτφ.) αποδίδω, περιγράφω, απεικονίζω παραστατικά: Η τηλεοπτική σειρά ~ει μια ολόκληρη εποχή.|| Το παρελθόν ~ει (= αναβιώνει) στη μεγάλη οθόνη/στις σελίδες του βιβλίου/στη σκηνή. Η Αθήνα του μεσοπολέμου θα ~έψει μέσα από το πλούσιο εικονογραφικό υλικό. 3. επαναφέρω στη ζωή, στη θύμηση ή σε χρήση: Νομίζει πως με τα κλάματα θα τον ~έψει. Πβ. (νεκρ)ανασταίνω, ξανα~.|| (μτφ.) Η φρίκη ~ει. ~εψαν οι μνήμες.|| Θα ~έψει το αρχαίο θέατρο/το ιστορικό ξενοδοχείο (: θα λειτουργήσει ξανά). [< μεσν. ζωντανεύω]
19652ζωντάνιαζω-ντά-νια ουσ. (θηλ.) 1. ενεργητικότητα, ζωηρότητα: Μόλις έγινε καλά, απέκτησε και πάλι το κέφι και τη νεανική του ~ (βλ. όρεξη). Άτομο υποτονικό, χωρίς ίχνος ~ιας. Άνθρωπος γεμάτος ~. Πβ. δυναμισμός, ζωηράδα, ζωτικότητα. ΑΝΤ. νωχελικ-, παθητικ-ότητα.|| (κατ' επέκτ.) Σαμπουάν για λάμψη/όγκο και ~ στα μαλλιά. Η ~ των χρωμάτων (: είναι έντονα). 2. (μτφ.) η ιδιότητα που έχει κάτι να δημιουργεί την εντύπωση ότι είναι ζωντανό, αληθινό: η ~ της αφήγησης/της περιγραφής (πβ. γλαφυρότητα, ευκρίνεια, παραστατικότητα· βλ. ύφος).
19653ζωντανόζω-ντα-νό ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. {συνήθ. στον πληθ.} ζώο που εκτρέφεται για το κρέας του ή για γεωργικές εργασίες. Πβ. ζωντόβολο. Βλ. κατοικίδιο, κτήνος, υποζύγιο. 2. (μειωτ.) ηλίθιος, χαζός. Πβ. ανόητος, αφελής, βλάκας. [< 1: μεσν. ζωντανό]
19654ζωντανός, ή, ό ζω-ντα-νός επίθ. 1. που έχει ζωή: ~ός: ιστός/οργανισμός. ~ή: ύπαρξη. ~ό: ον/πλάσμα/σώμα. ~ά: βακτήρια. Πβ. έμβιος. ΑΝΤ. άψυχος, νεκρός.|| ~ό δόλωμα (: με ~ά ψάρια, ΑΝΤ. ψόφια).|| (ΒΙΟΧ., με ~ούς μικροοργανισμούς:) ~ή: καλλιέργεια (ενζύμων). ~ό: γιαούρτι (= προβιοτικό)/εμβόλιο. 2. που παραμένει στη ζωή, που επιβιώνει: Ήταν/κρατήθηκε/έμεινε ~ για πέντε μέρες. Θάφτηκαν ~οί κάτω από μια χιονοστιβάδα. Εντοπίστηκε ~ από τα σωστικά συνεργεία. Βλ. νεκροζώντανος. ΑΝΤ. πεθαμένος.|| (μτφ.) ~ός: θρύλος/μύθος. ~ή: ανάμνηση/μνήμη/παράδοση. (σε αθλητικά κείμενα:) Η ομάδα έμεινε ~ή στη μάχη του τίτλου. ~οί για την πρόκριση. 3. (μτφ.) που τον χαρακτηρίζει ζωντάνια, ενεργητικότητα· δραστήριος: ~ός: θεσμός/φορέας/χώρος. ~ό: κίνημα. Μία σύγχρονη και ~ή πόλη. Η σχολική βιβλιοθήκη ως ~ό κύτταρο γνώσης. Οι ~ές δυνάμεις της κοινωνίας. Έχει ~ή παρουσία στο δημοτικό συμβούλιο. Πβ. ενεργητικός.|| (για πρόσ.) Είναι ένας ~ άνθρωπος, με πολλά ενδιαφέροντα και ευαισθησίες. Βλ. νωχελικός. 4. (μτφ.) παραστατικός, έντονος, ζωηρός: ~ός: διάλογος/λόγος. ~ή: αφήγηση/περιγραφή (= γλαφυρή, ρεαλιστική, πβ. ολοζώντανος).|| ~ά: χρώματα (: λαμπερά, φωτεινά, ΑΝΤ. ξεθωριασμένα). 5. που εμπεριέχει τη φυσική παρουσία· πραγματικός, υπαρκτός, άμεσος: ~ό: ακροατήριο. ~ή: επικοινωνία με το κοινό/υποστήριξη πελατών μέσω της ιστοσελίδας. Κέντρο με ~ή μουσική. Οι ευχαριστημένοι πελάτες αποτελούν τη ~ή διαφήμιση του μαγαζιού μας. 6. που μεταδίδεται σε πραγματικό χρόνο, απευθείας ή καταγράφεται σε πραγματικές συνθήκες: ~ή: εκπομπή/μετάδοση του αγώνα. ~ό: (ραδιοφωνικό/τηλεοπτικό) πρόγραμμα. ΑΝΤ. μαγνητοσκοπημένος.|| ~ή: ηχογράφηση της συναυλίας (: όχι σε στούντιο). ΣΥΝ. λάιβ 7. (μτφ.) φρέσκος ή ωμός: Τα ψάρια είναι ~ά! ΑΝΤ. μπαγιάτικος. 8. (μτφ.) επίκαιρος: ~ό ζήτημα/θέμα με διεθνείς διαστάσεις. ● Ουσ.: ζωντανοί (οι): οι άνθρωποι που είναι στη ζωή: Οι ~ με τους ~ούς κι οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους. ● επίρρ.: ζωντανά: στη σημ. 6: Το παιχνίδι μεταδίδεται ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ζωντανή γλώσσα βλ. γλώσσα, ζωντανό απολίθωμα βλ. απολίθωμα, ζωντανό παράδειγμα βλ. παράδειγμα, ζωντανός βράχος βλ. βράχος ● ΦΡ.: ζωντανός νεκρός (μτφ.): που έχει χάσει το ενδιαφέρον του για τη ζωή. Βλ. ζόμπι., είναι ζωντανή/κινητή βιβλιοθήκη/εγκυκλοπαίδεια βλ. εγκυκλοπαίδεια, θα σε γδάρω ζωντανό! βλ. γδέρνω, κρατώ κάποιον ζωντανό/στη ζωή βλ. κρατώ [< μεσν. ζωντανός, αγγλ. live, γαλλ. vivant]
19655ζωντόβολοζω-ντό-βο-λο ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.-υβριστ.) αδέξιος, με μειωμένη αντιληπτική ικανότητα· ηλίθιος, βλάκας. Πβ. άξεστος, ζώο. ΣΥΝ. ανόητος, μπουνταλάς (1) ΑΝΤ. έξυπνος (1), εύστροφος 2. (σπάν.-λαϊκό) ζώο που χρησιμοποιείται σε γεωργικές εργασίες, κυρ. το γαϊδούρι. ΣΥΝ. ζωντανό (1) [< μεσν. ζωντόβολον]
19656ζωντοχήραζω-ντο-χή-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): γυναίκα που έχει χωρίσει, με διαζύγιο, από τον σύζυγό της, ο οποίος ακόμα ζει. Πβ. διαζευγμένη, χωρισμένη. ● βλ. ζωντοχήρος
19657ζωντοχήρος[ζωντοχῆρος] ζω-ντο-χή-ρος ουσ. (αρσ.) (προφ.) : άνδρας που έχει χωρίσει, με διαζύγιο, από τη σύζυγό του, η οποία βρίσκεται ακόμη εν ζωή. Πβ. διαζευγμένος, χωρισμένος.
19658ζώνωζώ-νω ρ. (μτβ.) {έζω-σα, ζώ-στηκα, ζω-στεί, ζω-σμένος, ζών-οντας} (λαϊκό) 1. (μτφ.-λογοτ.) περικυκλώνω, περιβάλλω: Οι φλόγες της φωτιάς ~σαν (= τύλιξαν) το κτίριο. Περιοχή ~σμένη από βουνά/δάσος/θάλασσα. Πβ. κυκλώνω, περι~. 2. {συνήθ. μεσοπαθ.} δένω κάτι γύρω από τη μέση μου: ~στηκε (με) το σκοινί και ξεκίνησε την κατάβαση (πβ. βάζω, φορώ). ~σμένος (με) εκρηκτικά (βλ. καμικάζι).ζώνει (μτφ.): (για δυσάρεστο συναίσθημα) κυριεύει, κατέχει: Τον ~σε (= κατέλαβε) η αγωνία. ΣΥΝ. διακατέχει ● ΦΡ.: με ζώνουν τα (μαύρα) φίδια (μτφ.-προφ.): με κυριεύει ανησυχία, φόβος ή υποψία: Όταν είδε ότι καθυστερεί, τον ζώσανε ~ ~. [< μεσν. ζώνω]
19659ζώνωσηζώ-νω-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): (υπο)διαίρεση σε ζώνες, ειδικότ. διευθέτηση των χρήσεων γης σε προστατευόμενες περιοχές: ~ ποταμών.|| Χάρτης σεισμικής ~ης. [< αγγλ. zoning, 1912, γαλλ. zonage, 1951]
19660ζώο[ζῶο] ζώ-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΖΩΟΛ. κάθε έμβιος οργανισμός που διαφέρει από τα φυτά· ειδικότ. το θηλαστικό, σε αντιδιαστολή αφενός με τον άνθρωπο και αφετέρου με τα πουλιά, τα ψάρια, τα έντομα: παμφάγο/σαρκοφάγο/φυτοφάγο ~. Ασπόνδυλο/σπονδυλωτό ~. Ο άνθρωπος είναι έλλογο/λογικό ~.|| Άγριο (πβ. αγρίμι, θηρίο)/αδέσποτο/εξημερωμένο/εξωτικό/ήμερο/ημερόβιο/κατοικίδιο/μυθικό (π.χ. Κένταυρος)/νυκτόβιο/οικόσιτο/σπάνιο ~. Μικρά/οικιακά ~α. Παραγωγικά ~α (= ~α παραγωγής). Τα ~α του αγροκτήματος (= τα ζωντανά)/του βουνού/του δάσους/της ζούγκλας (βλ. πανίδα). Η αναπαραγωγή/διάσωση/διατροφή/εκτροφή/κακοποίηση/προστασία/φροντίδα των ~ων. Το βασίλειο των ~ων. Ένα κοπάδι ~α/~ων. Η καλή μεταχείριση των ~ων. Δικαιώματα/ηθική για τα ~/των ~ων.|| ~α συντροφιάς (: κυρ. γάτες, σκύλοι, πτηνά, μικρά τρωκτικά).|| ~α θεραπείας (: κυρ. για συναισθηματική υποστήριξη). Βλ. ζωάκι, μετάζωα, πρωτόζωα, υδρόζωα. 2. & (λόγ.) ζώον: (υβριστ.) ανόητος ή αγενής, άξεστος άνθρωπος: Τι ~! Βρε ζώον! Είσαι ~ (πβ. ζωντόβολο)! || Δουλεύει/ζει/κοιμάται/συμπεριφέρεται/τρώει σαν (το) ~. Πβ. κτήνος. ● ΣΥΜΠΛ.: ακάθαρτο ζώο/ακάθαρτη τροφή βλ. ακάθαρτος ● ΦΡ.: ένα ζώο και μισό (εμφατ.): εντελώς ηλίθιος: Είσαι ~ ~! ΣΥΝ. ένας βλάκας και μισός, ξυπνά μέσα μου το ζώο/το κτήνος: έρχεται στην επιφάνεια η ενστικτώδης φύση μου· κάποιος, κάτι με προκαλεί., τα ζώα μου αργά βλ. αργά [< 1: αρχ. ζῷον]
19661ζωο1- & ζωό-: το ουσιαστικό ζώο ως α' συνθετικό λέξεων: ζωο-κτονία/~πανήγυρη/~τροφή.|| Ζωο-γεωγραφία/~πλαγκτό(ν) (βλ. φυτο-)/~νόσος/~τεχνία/~φοβία.|| (επίθ.) Ζωό-μορφος.
19662ζωο2-: το ουσιαστικό ζωή ως α' συνθετικό λέξεων: (επίθ.) ζωο-δόχος/~ποιός.|| (ρ.) Ζωο-γονώ.
19663ζωοανθρωπονόσοςζω-ο-αν-θρω-πο-νό-σος ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. νόσημα κατά το οποίο η μολύνουσα μορφή του παρασίτου μεταδίδεται, άμεσα ή έμμεσα, από τα ζώα στον άνθρωπο. Πβ. ανθρωποζωονόσος, ζωονόσος. Βλ. καλααζάρ, λεπτοσπείρωση, τοξοπλάσμωση. [< αγγλ. zooanthroponosis, γαλλ. zooanthroponose]
19664ζωοβένθοςζω-ο-βέν-θος ουσ. (ουδ.): ΩΚΕΑΝ. ζωικοί οργανισμοί που ανήκουν στον βυθό υδάτινου οικοσυστήματος. Βλ. ζωοπλαγκτό(ν), φυτοβένθος. [< αγγλ.-γαλλ. zoobenthos]
19665ζωογεωγραφίαζω-ο-γε-ω-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Ζ): ΒΙΟΓΕΩΓΡ. κλάδος που μελετά τη γεωγραφική κατανομή των ζωικών ειδών και τους παράγοντες που την επηρέασαν. Βλ. φυτογεωγραφία. [< γαλλ. zoogéographie, 1904, αγγλ. zoogeography]
19666ζωογόνησηζω-ο-γό-νη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): τόνωση, ενδυνάμωση: πνευματική ~. ~ της οικονομίας/της υπαίθρου. Πβ. ανα~, ανανέωση, ζωντάνεμα. [< μτγν. ζωογόνησις ‘δημιουργία ζωής, τεκνοποιία’]
19667ζωογόνος, α/ος, ο ζω-ο-γό-νος επίθ. & (σπάν.) ζωογονητικός, ή, ό (λόγ.) 1. που ζωογονεί: ~ος: αέρας/ήλιος. ~ος: ανάσα/πηγή. ~ο: κλίμα/νερό/φως. Πβ. ζωοποιός. Βλ. -γόνος. ΣΥΝ. αναζωογονητικός 2. (μτφ.) που ανυψώνει το φρόνημα του ανθρώπου: ~ος: άνεμος (της ισότητας). ~ος: δύναμη/ελπίδα/πίστη. ~ο: μήνυμα/πνεύμα. ΣΥΝ. εγκαρδιωτικός, εμψυχωτικός, ενθαρρυντικός [< πβ. μτγν. ζωογόνος ‘γόνιμος, παραγωγικός’, ζωογονητικός ‘ικανός να γεννήσει (ζωντανά πλάσματα)’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.