Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [20520-20540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
19642ζωικός1, ή, ό ζω-ι-κός επίθ. (λόγ.): που έχει σχέση με τα ζώα ή προέρχεται από αυτά, σε αντιδιαστολή είτε με τον φυτικό κόσμο είτε με τον άνθρωπο: ~ός: ιστός/πληθυσµός. ~ή: παραγωγή/τροφή (= ζωοτροφή)/φύση. ~ό: βασίλειο (: το σύνολο των ζώων. Πβ. πανίδα)/κεφάλαιο (: κυρ. αιγοπρόβατα, βοοειδή, χοίροι)/λίπος. ~οί: πόροι. ~ές: πηγές πρωτεΐνης. ~ά: απολιθώματα/λιπαρά/χαρακτηριστικά. Προϊόντα ~ής προέλευσης. ~ά: προϊόντα και υποπροϊόντα. Βλ. καινο~, μεσο~, παλαιο~, πρωτο~.|| (ΓΕΩΠ.) ~οί εχθροί (: ζώα επιβλαβή για τις καλλιέργειες και τα φυτά). ● ΣΥΜΠΛ.: ζωικός άνθρακας: που παράγεται από την απανθράκωση ζωικών ουσιών (π.χ. οστά). Βλ. φυτικός άνθρακας., ζωικό μοντέλο βλ. μοντέλο [< αρχ. ζωϊκός, αγγλ. zoic]
19643ζωικός2, ή, ό ζω-ι-κός επίθ. (λόγ.): που έχει σχέση με τη ζωή ή και τους ζωντανούς οργανισμούς: ~ός: κύκλος. ~ή: θερμότητα. ~ές: διατάξεις (π.χ. κύτταρα). Βλ. ανθρωπο~. ΑΝΤ. αζωικός ● ΣΥΜΠΛ.: ζωτική/ζωική ενέργεια/δύναμη βλ. ζωτικός
19644ζωμόςζω-μός ουσ. (αρσ.): ΜΑΓΕΙΡ. το υγρό που προκύπτει από τον βρασμό τροφίμων, κυρ. κρέατος και λαχανικών: ~ βοδινού/κότας/ψαριού (βλ. σούπα). Κύβοι ~ού. Πβ. ζουμί. ● ΣΥΜΠΛ.: μέλανας ζωμός βλ. μέλας [< αρχ. ζωμός]
19645ζων[ζῶν] ζώσα, ζων επίθ. {ζώντος (θηλ. ζώσης) | ζώντες (ουδ. ζώντα), ζώντων} (λόγ.): που βρίσκεται στη ζωή, που υπάρχει· ζωντανός: ζων: άνθρωπος. Ζώσα: ενέργεια/ιστορία/παράδοση/πραγματικότητα. Ζων: σώμα. Μεταμόσχευση/προσφορά οργάνων από ζώντα δότη. (για υπόχρεο μειωμένης θητείας:) Πατέρας ενός ζώντος τέκνου. Ζώντα ζώα (π.χ. για πειραματικούς και επιστημονικούς σκοπούς)/φυτά.|| (ως ουσ.) Ζώντες και τεθνεώτες. ● ΣΥΜΠΛ.: ζώσα Εκκλησία: ΕΚΚΛΗΣ. τα εν ζωή μέλη της χριστιανικής Εκκλησίας. Βλ. θριαμβεύουσα Εκκλησία., ζων ύδωρ βλ. ύδωρ ● ΦΡ.: διά ζώσης (λόγ.): από κοντά: ~ ~ διδασκαλία/επικοινωνία. Η επιμόρφωση θα πραγματοποιηθεί τόσο ~ ~ όσο και εξ αποστάσεως. Πβ. πρόσωπο με πρόσωπο., ζώντος (κάποιου) (λόγ.): ενόσω βρίσκεται ή βρισκόταν στη ζωή: Ποιητική συλλογή που κυκλοφόρησε ~ του δημιουργού της., ψυχή ζώσα βλ. ψυχή [< αρχ. ζῶν]
19646ζωνάριζω-νά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) & (λαϊκότ.) ζουνάρι: φαρδιά ζώνη, συνήθ. από ύφασμα, που τυλίγεται γύρω από τη μέση: μεταξωτό ~. Ανδρική (παραδοσιακή) ενδυμασία με μακρύ μάλλινο ~. Βλ. λουρί, ζωστήρας. ● ΦΡ.: έχει λυμένο/λυτό το ζωνάρι του για καβγά: αναζητά αφορμή για καβγά, είναι έτοιμος να τσακωθεί, έχει εριστική διάθεση. Πβ. αρπάζομαι., το ζωνάρι της Παναγίας: το ουράνιο τόξο., σφίγγω το ζωνάρι (μου) βλ. σφίγγω [< μεσν. ζωνάρι]
19647ζώνηζώ-νη ουσ. (θηλ.) {ζων-ών} 1. ταινία που συγκρατεί ή/και διακοσμεί τα ρούχα, καθώς τυλίγεται και δένεται γύρω από τη μέση και κατ' επέκτ. κάθε ανάλογος ιμάντας που εξυπηρετεί ειδικές ανάγκες ή χρησιμοποιείται για λόγους ασφαλείας: ανδρική/γυναικεία/δερμάτινη/λαστιχένια/λεπτή/υφασμάτινη/φαρδιά ~ (βλ. ζωνάρι, ζωστήρας, λουρί). ~ παντελονιού. Αγκράφα/θήκη/κλιπ/πόρπη ~ης. Βλ. αξεσουάρ.|| Ελαστική ~. ~ αδυνατίσματος/αναρρίχησης/βαρών/εφίδρωσης/κατάδυσης/μασάζ. Πλαστική ~ μεταφοράς. (ΙΑΤΡ.) Ορθοπαιδική ~. ~ κήλης/κοιλιάς. (ΑΘΛ.) Κίτρινη/μπλε ~ (: το χρώμα υποδηλώνει επίπεδο στις πολεμικές τέχνες). (ΕΚΚΛΗΣ.) Ιερατική ~ (βλ. άμφια).|| (σε αυτοκίνητο) Η ~ σώζει ζωές. Βάλε τη ~ σου! Δεν φορούσε ~. (σε αεροπλάνο) Δέστε τη ~ σας πριν από την απογείωση/προσγείωση. Πβ. ~ ασφαλείας. 2. οριοθετημένη περιοχή στην οποία επικρατούν συγκεκριμένες συνθήκες: αλπική/αστική/διαχωριστική/διεθνής/επικίνδυνη/θαλάσσια/κτηνοτροφική/μεσογειακή/οικιστική/ορεινή/παραλιακή/προστατευόμενη ~. Τιμή ~ης ακινήτων. (ΦΥΣ.) ~ ακτινοβολίας. ~ δασών/(ΟΙΚΟΛ.) ειδικής προστασίας. (ΑΘΛ.) ~ επίθεσης. ~ (άμεσης/επείγουσας) προτεραιότητας/φόρτωσης (: στάθμευσης για φορτοεκφόρτωση). Χερσαία ~ λιμένος. ~ εξυπηρέτησης κοινού. ~ εφαρμογής μέτρων. Πάρκα και ~ες πρασίνου.|| (ΓΕΩΛ.) ~ σεισμικής επικινδυνότητας. Σεισμικές ~ες. Βλ. βιο~. 3. χρονικό διάστημα σε τηλεοπτικό ή ραδιοφωνικό πρόγραμμα: απογευματινή/νυχτερινή/παιδική ~. Βραδινή/πρωινή ~ ενημέρωσης. ~ υψηλής θεαματικότητας (πβ. πράιμ τάιμ). 4. (μτφ.) ανθρώπινο τείχος, κλοιός: Οι αστυνομικοί είχαν σχηματίσει ~ γύρω από το συνεδριακό κέντρο, για να εμποδίσουν τους διαδηλωτές. 5. ΓΕΩΓΡ. τμήμα της Γης μεταξύ δύο παραλλήλων, που χαρακτηρίζεται από ορισμένο κλίμα: (αντ)αρκτική/βόρεια και νότια εύκρατη/τροπική ή διακεκαυμένη ~. Η ~ του Ισημερινού. Κλιματικές ~ες.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) Ουράνιες ~ες. ● Υποκ.: ζωνάκι (το), ζωνίτσα (η), ζωνούλα (η): μόνο στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: Αγία/Τιμία/Τίμια Ζώνη: ΕΚΚΛΗΣ. της Θεοτόκου., άμυνα ζώνης & ζώνη άμυνας & (αμυντική) ζώνη 1. ΑΘΛ. (συνήθ. στο ποδόσφαιρο κ. το μπάσκετ) τακτική σύμφωνα με την οποία κάθε παίκτης που αμύνεται τοποθετείται στο γήπεδο με τέτοιο τρόπο, ώστε να επιτηρεί συγκεκριμένο τμήμα του αγωνιστικού χώρου: Η ομάδα έπαιζε με διπλή ~ ~. Βλ. μαν του μαν. 2. (κυρ. ως ζώνη άμυνας) έκταση, περιοχή στην οποία οργανώνεται η άμυνα μιας χώρας: κοινή ~ ~ για την Ευρώπη. [< 1: αγγλ. zone defense, 1927] , βιομηχανική ζώνη: χωροθετημένη περιοχή με συγκεκριμένες προδιαγραφές για τη λειτουργία βιομηχανικών εγκαταστάσεων: ~ ~ σιδήρου και χάλυβα. Βλ. βιομηχανικό πάρκο., ελεύθερη ζώνη 1. ΟΙΚΟΝ. περιοχή στην οποία η διακίνηση εμπορευμάτων δεν υπόκειται σε τελωνειακούς δασμούς: ~ ~ εμπορίου (συχνότ. ζώνη ελεύθερου εμπορίου)/λιμανιού. 2. τόπος απαλλαγμένος από κάτι: ~ ~ από μεταλλαγμένα/από πυρηνικά όπλα. Πβ. απαγορευμένη ζώνη. [< 1: αγγλ. free zone, 1900] , ζώνη αστεροειδών: ΑΣΤΡΟΝ. περιοχή του ηλιακού συστήματος ανάμεσα στον Άρη και τον Δία, όπου βρίσκονται οι περισσότεροι γνωστοί αστεροειδείς. [< αγγλ. asteroid belt, 1952] , ζώνη ασφαλείας 1. (επίσ.) ιμάντας, κυρ. σε μέσο μεταφοράς, που σταθεροποιεί τον επιβάτη στη θέση του, προστατεύοντάς τον από πτώση ή ξαφνική και βίαιη μετατόπιση: ειδική/παιδική ~ ~. ~ ~ αυτοκινήτου/οδηγού. Βλ. αερόσακος. 2. ελεγχόμενη και προστατευμένη περιοχή, όπου ισχύουν περιοριστικά μέτρα πρόσβασης: (ΣΤΡΑΤ.) εναέρια/θαλάσσια/χερσαία ~ ~. Αποχώρηση στρατευμάτων από τη ~ ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Ρυθμίσεις ~ης ~ (: για το ίντερνετ). [< 1: αγγλ. safety belt 2: αγγλ. security zone] , ζώνη βλάστησης: ΟΙΚΟΛ. που έχει συγκεκριμένη χλωρίδα, η οποία καθορίζεται κυρ. από το υψόμετρο και από βιοκλιματικούς παράγοντες: παραμεσόγεια ~ ~. Βλ. οικότοπος, τούνδρα., ζώνη διέλευσης: ΤΗΛΕΠ. στενή ζώνη συχνοτήτων, μέσα από την οποία το σήμα περνά χωρίς αξιόλογη παραμόρφωση: ~ ~ γραμμής/φίλτρου.|| (γενικότ., στενό πέρασμα:) ~ ~ της οδού., ζώνη ελεύθερων συναλλαγών (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Z, E, Σ): ΟΙΚΟΝ. ενιαία αγορά με καθεστώς ελεύθερης διακίνησης εμπορευμάτων, που συγκροτείται από δύο ή περισσότερα κράτη, τα οποία, ωστόσο, δεν υποχρεούνται να έχουν κοινό δασμολόγιο στις εμπορικές σχέσεις τους με τρίτες χώρες. Πβ. ελεύθερο εμπόριο. Βλ. Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών., ζώνη επιτήρησης & επιτηρούμενη ζώνη: οριοθετημένη περιοχή, όπου εφαρμόζονται ειδικά μέτρα ασφαλείας., ζώνη επιχειρήσεων: ΣΤΡΑΤ. περιοχή, συνήθ. σε εμπόλεμη σύρραξη, μέσα στα όρια της οποίας αναπτύσσεται πολεμική δράση. [< γαλλ. zone d'opérations] , ζώνη καινοτομίας: περιοχή που προσφέρεται για την εγκατάσταση επιχειρήσεων και ερευνητικών φορέων με καινοτόμες δράσεις., ζώνη οικιστικού ελέγχου (συντομ. ΖΟΕ): ΟΙΚΟΝ. εργαλείο για τον σχεδιασμό και τον έλεγχο του εξωαστικού χώρου που καθορίζει και θεσμοθετεί τις χρήσεις γης, τους όρους και περιορισμούς δόμησης και τους όρους προστασίας των βασικών υποδομών., ζώνη συχνοτήτων: ΤΗΛΕΠ. περιοχή φάσματος συχνοτήτων μεταξύ δύο οριακών τιμών: ~ ~ από τα οκτακόσια ενενήντα έως τα εννιακόσια δεκαπέντε MHz. Βλ. ευρυζωνικότητα., ζώνη ώρας & ωρολογιακή ζώνη & (σπάν.) ωριαία ζώνη: ΓΕΩΓΡ. καθεμία από τις είκοσι τέσσερις νοητές ζώνες πλάτους 15 μοιρών σε σχήμα γεωμετρικής ατράκτου, στις οποίες χωρίζεται η επιφάνεια της Γης και έχουν συμβατικά την ίδια ώρα: αλλαγή ~ης ~. Χώρες που ανήκουν σε διαφορετικές ~ες ~. ΣΥΝ. ωριαία άτρακτος [< αγγλ. time zone] , θεωρία των ζωνών & θεωρία των ενεργειακών ζωνών: ΦΥΣ. σύμφωνα με την οποία το ενεργειακό διάγραμμα των ηλεκτρονίων που συμμετέχουν στον σχηματισμό δεσμών μεταξύ των ατόμων ενός στερεού, έχει τη μορφή ενεργειακών ζωνών., μεθοριακή/(δια)συνοριακή ζώνη: έκταση κατά μήκος των συνόρων που υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς., μπλε ζώνη 1. (σε πόλη) χώρος στάθμευσης μόνιμων κατοίκων. 2. χαρακτηρισμός περιοχής με υψηλό ποσοστό μακροζωίας., νομισματική ζώνη: ΟΙΚΟΝ. ευρύτερη περιοχή (σε σύνολο χωρών) στην οποία οι συναλλαγές γίνονται με καθορισμένο κοινό νόμισμα., πράσινη ζώνη 1. ανοιχτή έκταση γύρω από πόλη, όπου απαγορεύεται η δόμηση. 2. (κ. με κεφαλ. Π, Ζ) περιοχή εμπόλεμης χώρας που ανακηρύσσεται από τον ΟΗΕ ουδέτερη και προστατευόμενη., στρατιωτική ζώνη: ΣΤΡΑΤ. οριοθετημένη έκταση που κατέχεται από στρατιωτικές δυνάμεις: κλειστή ~ ~., τελωνειακή ζώνη: ΟΙΚΟΝ. που βρίσκεται στη δικαιοδοσία των τελωνείων: ~ ~ (αερο)λιμένα. Είδη που εξάγονται σε ελεύθερη ~ ~ (= χωρίς δασμούς)., υγειονομική ζώνη: επιτηρούμενο όριο για την απομόνωση περιοχής, στην οποία έχει εκδηλωθεί επιδημία, και την προστασία των υπολοίπων: ~ ~ προστασίας προσφύγων. [< γαλλ. cordon sanitaire] , αιγιαλίτιδα ζώνη βλ. αιγιαλίτιδα, ακόρεστη ζώνη βλ. ακόρεστος, αντιπυρική ζώνη βλ. αντιπυρικός, απαγορευμένη ζώνη βλ. απαγορευμένος, αποκλειστική οικονομική ζώνη βλ. οικονομικός, αποπυρηνικοποιημένη ζώνη βλ. αποπυρηνικοποιημένος, αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη βλ. αποστρατιωτικοποιώ, γκρίζες ζώνες/περιοχές βλ. γκρίζος, εμπόλεμη ζώνη βλ. εμπόλεμος, ευέλικτη ζώνη βλ. ευέλικτος, εύρος ζώνης βλ. εύρος, ζωδιακός (κύκλος)/ζωδιακή ζώνη βλ. ζωδιακός, ζώνη αγνότητας βλ. αγνότητα, ζώνη κορεσμού βλ. κορεσμός, ζώνη του ευρώ βλ. ευρώ, ζώνη του λυκόφωτος βλ. λυκόφως, ζώνη του πυρός βλ. πυρ, κατοικήσιμη ζώνη βλ. κατοικήσιμος, κόκκινη ζώνη βλ. κόκκινος, λευκή ζώνη βλ. λευκός, μαύρη ζώνη βλ. μαύρος, μικτή ζώνη βλ. μικτός, νεκρή ζώνη βλ. νεκρός, ουδέτερη ζώνη βλ. ουδέτερος, παράκτια ζώνη βλ. παράκτιος, συνορεύουσα ζώνη βλ. συνορεύει, σφαίρα/ζώνη επιρροής βλ. επιρροή ● ΦΡ.: χτύπημα κάτω από τη ζώνη/μέση βλ. χτύπημα [< αρχ. ζώνη, γαλλ.-αγγλ. zone, γαλλ. ceinture, αγγλ. band, belt]
19648ζωνοδέλφινοζω-νο-δέλ-φι-νο ουσ. (ουδ.): ΙΧΘΥΟΛ. είδος δελφινιού (επιστ. ονομασ. Stenella coeruleoalba) που ζει στο ανοιχτό πέλαγος και συναντάται συχνά στην Ελλάδα. Βλ. μαυρο-, ρινο-, σταχτο-δέλφινο.
19649ζωνοπερατός, ή, ό ζω-νο-πε-ρα-τός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ζωνοπερατό φίλτρο: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. που επιτρέπει να περάσουν χωρίς παραμόρφωση μόνο σήματα, τα οποία περικλείονται σε ορισμένη ζώνη συχνοτήτων. [< αγγλ. band-pass filter, 1926]
19650ζωντάνεμαζω-ντά-νε-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ζωντανεύω: ~ (= αναβίωση, αναγέννηση) της παράδοσης/των τοπικών εθίμων. Το ~ (= αναζωογόνηση, τόνωση) της αγοράς/του τόπου/της υπαίθρου. Πρόταση για το ~ και την ανάπτυξη της περιφέρειας. Πβ. (νεκρ)ανάσταση. Βλ. ξανα~.|| Το ~ του παραμυθιού (πβ. δραματοποίηση).
19651ζωντανεύωζω-ντα-νεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ζωντάν-εψα, -έψει, ζωντανεύ-οντας, ζωνταν-εμένος} 1. (μτφ.) αναζωογονώ, τονώνω: Η αντιδικία ~εψε (= ζωήρεψε) τη συζήτηση. Προϊόν που ~ει τα χρώματα του χαλιού (: τα κάνει πιο έντονα).|| Ο θαλασσινός αέρας με ~εψε (: ξαναγεννήθηκα, ξανάνιωσα). Πες κανένα ανέκδοτο να ~έψουμε (= ξυπνήσουμε) λίγο.|| Αν κλαδέψεις το φυτό, θα ~έψει (: θα φουντώσει). Το χωριό ~ει με τον ερχομό των τουριστών (: αποκτά ζωή, κίνηση). Με την ισοφάριση ο αγώνας ~εψε. 2. (μτφ.) αποδίδω, περιγράφω, απεικονίζω παραστατικά: Η τηλεοπτική σειρά ~ει μια ολόκληρη εποχή.|| Το παρελθόν ~ει (= αναβιώνει) στη μεγάλη οθόνη/στις σελίδες του βιβλίου/στη σκηνή. Η Αθήνα του μεσοπολέμου θα ~έψει μέσα από το πλούσιο εικονογραφικό υλικό. 3. επαναφέρω στη ζωή, στη θύμηση ή σε χρήση: Νομίζει πως με τα κλάματα θα τον ~έψει. Πβ. (νεκρ)ανασταίνω, ξανα~.|| (μτφ.) Η φρίκη ~ει. ~εψαν οι μνήμες.|| Θα ~έψει το αρχαίο θέατρο/το ιστορικό ξενοδοχείο (: θα λειτουργήσει ξανά). [< μεσν. ζωντανεύω]
19652ζωντάνιαζω-ντά-νια ουσ. (θηλ.) 1. ενεργητικότητα, ζωηρότητα: Μόλις έγινε καλά, απέκτησε και πάλι το κέφι και τη νεανική του ~ (βλ. όρεξη). Άτομο υποτονικό, χωρίς ίχνος ~ιας. Άνθρωπος γεμάτος ~. Πβ. δυναμισμός, ζωηράδα, ζωτικότητα. ΑΝΤ. νωχελικ-, παθητικ-ότητα.|| (κατ' επέκτ.) Σαμπουάν για λάμψη/όγκο και ~ στα μαλλιά. Η ~ των χρωμάτων (: είναι έντονα). 2. (μτφ.) η ιδιότητα που έχει κάτι να δημιουργεί την εντύπωση ότι είναι ζωντανό, αληθινό: η ~ της αφήγησης/της περιγραφής (πβ. γλαφυρότητα, ευκρίνεια, παραστατικότητα· βλ. ύφος).
19653ζωντανόζω-ντα-νό ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. {συνήθ. στον πληθ.} ζώο που εκτρέφεται για το κρέας του ή για γεωργικές εργασίες. Πβ. ζωντόβολο. Βλ. κατοικίδιο, κτήνος, υποζύγιο. 2. (μειωτ.) ηλίθιος, χαζός. Πβ. ανόητος, αφελής, βλάκας. [< 1: μεσν. ζωντανό]
19654ζωντανός, ή, ό ζω-ντα-νός επίθ. 1. που έχει ζωή: ~ός: ιστός/οργανισμός. ~ή: ύπαρξη. ~ό: ον/πλάσμα/σώμα. ~ά: βακτήρια. Πβ. έμβιος. ΑΝΤ. άψυχος, νεκρός.|| ~ό δόλωμα (: με ~ά ψάρια, ΑΝΤ. ψόφια).|| (ΒΙΟΧ., με ~ούς μικροοργανισμούς:) ~ή: καλλιέργεια (ενζύμων). ~ό: γιαούρτι (= προβιοτικό)/εμβόλιο. 2. που παραμένει στη ζωή, που επιβιώνει: Ήταν/κρατήθηκε/έμεινε ~ για πέντε μέρες. Θάφτηκαν ~οί κάτω από μια χιονοστιβάδα. Εντοπίστηκε ~ από τα σωστικά συνεργεία. Βλ. νεκροζώντανος. ΑΝΤ. πεθαμένος.|| (μτφ.) ~ός: θρύλος/μύθος. ~ή: ανάμνηση/μνήμη/παράδοση. (σε αθλητικά κείμενα:) Η ομάδα έμεινε ~ή στη μάχη του τίτλου. ~οί για την πρόκριση. 3. (μτφ.) που τον χαρακτηρίζει ζωντάνια, ενεργητικότητα· δραστήριος: ~ός: θεσμός/φορέας/χώρος. ~ό: κίνημα. Μία σύγχρονη και ~ή πόλη. Η σχολική βιβλιοθήκη ως ~ό κύτταρο γνώσης. Οι ~ές δυνάμεις της κοινωνίας. Έχει ~ή παρουσία στο δημοτικό συμβούλιο. Πβ. ενεργητικός.|| (για πρόσ.) Είναι ένας ~ άνθρωπος, με πολλά ενδιαφέροντα και ευαισθησίες. Βλ. νωχελικός. 4. (μτφ.) παραστατικός, έντονος, ζωηρός: ~ός: διάλογος/λόγος. ~ή: αφήγηση/περιγραφή (= γλαφυρή, ρεαλιστική, πβ. ολοζώντανος).|| ~ά: χρώματα (: λαμπερά, φωτεινά, ΑΝΤ. ξεθωριασμένα). 5. που εμπεριέχει τη φυσική παρουσία· πραγματικός, υπαρκτός, άμεσος: ~ό: ακροατήριο. ~ή: επικοινωνία με το κοινό/υποστήριξη πελατών μέσω της ιστοσελίδας. Κέντρο με ~ή μουσική. Οι ευχαριστημένοι πελάτες αποτελούν τη ~ή διαφήμιση του μαγαζιού μας. 6. που μεταδίδεται σε πραγματικό χρόνο, απευθείας ή καταγράφεται σε πραγματικές συνθήκες: ~ή: εκπομπή/μετάδοση του αγώνα. ~ό: (ραδιοφωνικό/τηλεοπτικό) πρόγραμμα. ΑΝΤ. μαγνητοσκοπημένος.|| ~ή: ηχογράφηση της συναυλίας (: όχι σε στούντιο). ΣΥΝ. λάιβ 7. (μτφ.) φρέσκος ή ωμός: Τα ψάρια είναι ~ά! ΑΝΤ. μπαγιάτικος. 8. (μτφ.) επίκαιρος: ~ό ζήτημα/θέμα με διεθνείς διαστάσεις. ● Ουσ.: ζωντανοί (οι): οι άνθρωποι που είναι στη ζωή: Οι ~ με τους ~ούς κι οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους. ● επίρρ.: ζωντανά: στη σημ. 6: Το παιχνίδι μεταδίδεται ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ζωντανή γλώσσα βλ. γλώσσα, ζωντανό απολίθωμα βλ. απολίθωμα, ζωντανό παράδειγμα βλ. παράδειγμα, ζωντανός βράχος βλ. βράχος ● ΦΡ.: ζωντανός νεκρός (μτφ.): που έχει χάσει το ενδιαφέρον του για τη ζωή. Βλ. ζόμπι., είναι ζωντανή/κινητή βιβλιοθήκη/εγκυκλοπαίδεια βλ. εγκυκλοπαίδεια, θα σε γδάρω ζωντανό! βλ. γδέρνω, κρατώ κάποιον ζωντανό/στη ζωή βλ. κρατώ [< μεσν. ζωντανός, αγγλ. live, γαλλ. vivant]
19655ζωντόβολοζω-ντό-βο-λο ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.-υβριστ.) αδέξιος, με μειωμένη αντιληπτική ικανότητα· ηλίθιος, βλάκας. Πβ. άξεστος, ζώο. ΣΥΝ. ανόητος, μπουνταλάς (1) ΑΝΤ. έξυπνος (1), εύστροφος 2. (σπάν.-λαϊκό) ζώο που χρησιμοποιείται σε γεωργικές εργασίες, κυρ. το γαϊδούρι. ΣΥΝ. ζωντανό (1) [< μεσν. ζωντόβολον]
19656ζωντοχήραζω-ντο-χή-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): γυναίκα που έχει χωρίσει, με διαζύγιο, από τον σύζυγό της, ο οποίος ακόμα ζει. Πβ. διαζευγμένη, χωρισμένη. ● βλ. ζωντοχήρος
19657ζωντοχήρος[ζωντοχῆρος] ζω-ντο-χή-ρος ουσ. (αρσ.) (προφ.) : άνδρας που έχει χωρίσει, με διαζύγιο, από τη σύζυγό του, η οποία βρίσκεται ακόμη εν ζωή. Πβ. διαζευγμένος, χωρισμένος.
19658ζώνωζώ-νω ρ. (μτβ.) {έζω-σα, ζώ-στηκα, ζω-στεί, ζω-σμένος, ζών-οντας} (λαϊκό) 1. (μτφ.-λογοτ.) περικυκλώνω, περιβάλλω: Οι φλόγες της φωτιάς ~σαν (= τύλιξαν) το κτίριο. Περιοχή ~σμένη από βουνά/δάσος/θάλασσα. Πβ. κυκλώνω, περι~. 2. {συνήθ. μεσοπαθ.} δένω κάτι γύρω από τη μέση μου: ~στηκε (με) το σκοινί και ξεκίνησε την κατάβαση (πβ. βάζω, φορώ). ~σμένος (με) εκρηκτικά (βλ. καμικάζι).ζώνει (μτφ.): (για δυσάρεστο συναίσθημα) κυριεύει, κατέχει: Τον ~σε (= κατέλαβε) η αγωνία. ΣΥΝ. διακατέχει ● ΦΡ.: με ζώνουν τα (μαύρα) φίδια (μτφ.-προφ.): με κυριεύει ανησυχία, φόβος ή υποψία: Όταν είδε ότι καθυστερεί, τον ζώσανε ~ ~. [< μεσν. ζώνω]
19659ζώνωσηζώ-νω-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): (υπο)διαίρεση σε ζώνες, ειδικότ. διευθέτηση των χρήσεων γης σε προστατευόμενες περιοχές: ~ ποταμών.|| Χάρτης σεισμικής ~ης. [< αγγλ. zoning, 1912, γαλλ. zonage, 1951]
19660ζώο[ζῶο] ζώ-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΖΩΟΛ. κάθε έμβιος οργανισμός που διαφέρει από τα φυτά· ειδικότ. το θηλαστικό, σε αντιδιαστολή αφενός με τον άνθρωπο και αφετέρου με τα πουλιά, τα ψάρια, τα έντομα: παμφάγο/σαρκοφάγο/φυτοφάγο ~. Ασπόνδυλο/σπονδυλωτό ~. Ο άνθρωπος είναι έλλογο/λογικό ~.|| Άγριο (πβ. αγρίμι, θηρίο)/αδέσποτο/εξημερωμένο/εξωτικό/ήμερο/ημερόβιο/κατοικίδιο/μυθικό (π.χ. Κένταυρος)/νυκτόβιο/οικόσιτο/σπάνιο ~. Μικρά/οικιακά ~α. Παραγωγικά ~α (= ~α παραγωγής). Τα ~α του αγροκτήματος (= τα ζωντανά)/του βουνού/του δάσους/της ζούγκλας (βλ. πανίδα). Η αναπαραγωγή/διάσωση/διατροφή/εκτροφή/κακοποίηση/προστασία/φροντίδα των ~ων. Το βασίλειο των ~ων. Ένα κοπάδι ~α/~ων. Η καλή μεταχείριση των ~ων. Δικαιώματα/ηθική για τα ~/των ~ων.|| ~α συντροφιάς (: κυρ. γάτες, σκύλοι, πτηνά, μικρά τρωκτικά).|| ~α θεραπείας (: κυρ. για συναισθηματική υποστήριξη). Βλ. ζωάκι, μετάζωα, πρωτόζωα, υδρόζωα. 2. & (λόγ.) ζώον: (υβριστ.) ανόητος ή αγενής, άξεστος άνθρωπος: Τι ~! Βρε ζώον! Είσαι ~ (πβ. ζωντόβολο)! || Δουλεύει/ζει/κοιμάται/συμπεριφέρεται/τρώει σαν (το) ~. Πβ. κτήνος. ● ΣΥΜΠΛ.: ακάθαρτο ζώο/ακάθαρτη τροφή βλ. ακάθαρτος ● ΦΡ.: ένα ζώο και μισό (εμφατ.): εντελώς ηλίθιος: Είσαι ~ ~! ΣΥΝ. ένας βλάκας και μισός, ξυπνά μέσα μου το ζώο/το κτήνος: έρχεται στην επιφάνεια η ενστικτώδης φύση μου· κάποιος, κάτι με προκαλεί., τα ζώα μου αργά βλ. αργά [< 1: αρχ. ζῷον]
19661ζωο1- & ζωό-: το ουσιαστικό ζώο ως α' συνθετικό λέξεων: ζωο-κτονία/~πανήγυρη/~τροφή.|| Ζωο-γεωγραφία/~πλαγκτό(ν) (βλ. φυτο-)/~νόσος/~τεχνία/~φοβία.|| (επίθ.) Ζωό-μορφος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.