| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 19662 | ζωο2- | : το ουσιαστικό ζωή ως α' συνθετικό λέξεων: (επίθ.) ζωο-δόχος/~ποιός.|| (ρ.) Ζωο-γονώ. | |
| 19663 | ζωοανθρωπονόσος | ζω-ο-αν-θρω-πο-νό-σος ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. νόσημα κατά το οποίο η μολύνουσα μορφή του παρασίτου μεταδίδεται, άμεσα ή έμμεσα, από τα ζώα στον άνθρωπο. Πβ. ανθρωποζωονόσος, ζωονόσος. Βλ. καλααζάρ, λεπτοσπείρωση, τοξοπλάσμωση. [< αγγλ. zooanthroponosis, γαλλ. zooanthroponose] | |
| 19664 | ζωοβένθος | ζω-ο-βέν-θος ουσ. (ουδ.): ΩΚΕΑΝ. ζωικοί οργανισμοί που ανήκουν στον βυθό υδάτινου οικοσυστήματος. Βλ. ζωοπλαγκτό(ν), φυτοβένθος. [< αγγλ.-γαλλ. zoobenthos] | |
| 19665 | ζωογεωγραφία | ζω-ο-γε-ω-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Ζ): ΒΙΟΓΕΩΓΡ. κλάδος που μελετά τη γεωγραφική κατανομή των ζωικών ειδών και τους παράγοντες που την επηρέασαν. Βλ. φυτογεωγραφία. [< γαλλ. zoogéographie, 1904, αγγλ. zoogeography] | |
| 19666 | ζωογόνηση | ζω-ο-γό-νη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): τόνωση, ενδυνάμωση: πνευματική ~. ~ της οικονομίας/της υπαίθρου. Πβ. ανα~, ανανέωση, ζωντάνεμα. [< μτγν. ζωογόνησις ‘δημιουργία ζωής, τεκνοποιία’] | |
| 19667 | ζωογόνος | , α/ος, ο ζω-ο-γό-νος επίθ. & (σπάν.) ζωογονητικός, ή, ό (λόγ.) 1. που ζωογονεί: ~ος: αέρας/ήλιος. ~ος: ανάσα/πηγή. ~ο: κλίμα/νερό/φως. Πβ. ζωοποιός. Βλ. -γόνος. ΣΥΝ. αναζωογονητικός 2. (μτφ.) που ανυψώνει το φρόνημα του ανθρώπου: ~ος: άνεμος (της ισότητας). ~ος: δύναμη/ελπίδα/πίστη. ~ο: μήνυμα/πνεύμα. ΣΥΝ. εγκαρδιωτικός, εμψυχωτικός, ενθαρρυντικός [< πβ. μτγν. ζωογόνος ‘γόνιμος, παραγωγικός’, ζωογονητικός ‘ικανός να γεννήσει (ζωντανά πλάσματα)’] | |
| 19668 | ζωογονώ | [ζωογονῶ] ζω-ο-γο-νώ ρ. (μτβ.) {-εί ... | ζωογόν-ησε, ζωογον-είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} 1. δίνω ζωή, χαρίζω σωματική υγεία και ευεξία: Ο καθαρός αέρας τον ~ησε και τον βοήθησε να αναρρώσει. Πβ. ενδυναμώνω, ζωντανεύω. ΣΥΝ. αναζωογονώ, ανανεώνω (3) 2. (μτφ.) τονώνω: Η δυνατή πίστη τον ~ησε και του έδωσε ελπίδα. Πβ. εγκαρδιώνω, εμψυχώνω, ενθαρρύνω. [< 1: αρχ. ζωογονῶ] | |
| 19669 | ζωοδότης | ζω-ο-δό-της επίθ. {σπάν. θηλ. ζωοδότρ(ι)α} (λόγ.): που δίνει ζωή, ζωογόνος: ~ης: ήλιος. (ΕΚΚΛΗΣ.) Χριστός ο Ζωοδότης. Πβ. ζείδωρος, ζωηφόρος, τροφοδότης. Βλ. -δότης. ΣΥΝ. ζωοποιός [< μτγν. ζωοδότης] | |
| 19670 | ζωοδόχος | , ος, ο ζω-ο-δό-χος επίθ. (λόγ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: Ζωοδόχος Πηγή ΕΚΚΛΗΣ. 1. προσωνυμία της Θεοτόκου· συνεκδ. ονομασία ναών και μονών αφιερωμένων σε Αυτή(ν). 2. (στην εκκλησιαστική ζωγραφική) απεικόνιση της Παναγίας με τον Ιησού βρέφος να βρίσκονται πάνω σε πηγή ή αγίασμα. Βλ. -δόχος. [< μτγν. ζωοδόχος] | |
| 19671 | ζωοθυσία | ζω-ο-θυ-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): θυσία ζώου σε λατρευτικές ή μυστικιστικές τελετές. Βλ. ανθρωποθυσία, κουρμπάνι. [< μτγν. ζωοθυσία] | |
| 19672 | ζωοκλέφτης | ζω-ο-κλέ-φτης ουσ. (αρσ.): κλέφτης ζώων, κυρ. αιγοπροβάτων. Πβ. κατσικοκλέφτης. Βλ. κλεφτοκοτάς. [< τουρκ. hayvan hırsızı] | |
| 19673 | ζωοκλοπή | ζω-ο-κλο-πή ουσ. (θηλ.): κλοπή ζώων, κυρ. αιγοπροβάτων. [< τουρκ. hayvan hırsızlığı] | |
| 19674 | ζωοκομία | ζω-ο-κο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΤ. εκτροφή και συντήρηση ζώων, κυρ. βοοειδών ή αιγοπροβάτων, με επιστημονικά μέσα. Πβ. κτηνοτροφία. Βλ. ζωοτεχνία, -κομία. ΣΥΝ. ζωοτροφία | |
| 19675 | ζωοκομικός | , ή, ό ζω-ο-κο-μι-κός επίθ.: ΖΩΟΤ. που σχετίζεται με την ζωοκομία: ~ά: προϊόντα. Πβ. ζωοτροφ-, κτηνοτροφ-ικός. Βλ. φυτοκομικός. | |
| 19676 | ζωοκτονία | ζω-ο-κτο-νί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. θανάτωση ζώου ή ζώων που γίνεται χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη και γι' αυτό(ν) το(ν) λόγο διώκεται ποινικά. Βλ. -κτονία. [< μεσν. ζωοκτονία] | |
| 19677 | ζωολογία | ζω-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Ζ): ΖΩΟΛ. κλάδος της βιολογίας που ασχολείται με την επιστημονική μελέτη των οργανισμών που αποτελούν το ζωικό βασίλειο, καθώς και των σχέσεων που αναπτύσσουν μεταξύ τους και με το περιβάλλον τους: γεωργική/εξελικτική ~. Άτλας/μουσείο ~ας. Βλ. εντομο-, ερπετο-, ιχθυο-, ορνιθο-, παλαιοντο-λογία, ζωογεωγραφία, κρυπτο~, παλαιο~. [< γαλλ. zoologie, γερμ. Zoologie, αγγλ. zoology] | |
| 19678 | ζωολογικός | , ή, ό ζω-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΖΩΟΛ. που σχετίζεται με τη ζωολογία, τον ζωολόγο ή τα ζώα: ~ό: μουσείο. Βλ. βοταν-, εντομολογ-, φυτολογ-ικός.|| (στο αρσ. ως ουσ.) Πήγαμε βόλτα στο(ν) ~ό (ενν. κήπο). ● ΣΥΜΠΛ.: ζωολογικό πάρκο: μεγάλη προστατευμένη έκταση, μέσα στην οποία οι επισκέπτες μπορούν να δουν άγρια ζώα στο φυσικό τους περιβάλλον. Βλ. θαλάσσιο πάρκο., ζωολογικός κήπος (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Ζ, Κ): χώρος ανοιχτός για το κοινό μέσα στον οποίο φυλάσσονται διάφορα είδη κυρ. άγριων ζώων, για διδακτικούς και επιστημονικούς σκοπούς. [< γαλλ. jardin zoologique] [< γαλλ. zoologique, αγγλ. zoological] | |
| 19679 | ζωολόγος | ζω-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με αντικείμενο έρευνας τη ζωολογία. Βλ. βοτανο-, εντομο-, φυτο-λόγος. [< γαλλ. zoologiste, αγγλ. zoologist] | |
| 19680 | ζωομορφικός | , ή, ό ζω-ο-μορ-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον ζωομορφισμό: ~ό: μοτίβο. Βλ. ανθρωπομορφικός. [< αγγλ. zoomorphic, γαλλ. zoomorphique] | |
| 19681 | ζωομορφισμός | ζω-ο-μορ-φι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΘΡΗΣΚ. λατρεία του Θείου ως οντότητας με μορφή ή χαρακτηριστικά ζώου. Βλ. ανθρωπομορφισμός, -ισμός. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. απεικόνιση συνήθ. θεότητας με ζωικά χαρακτηριστικά. [< γαλλ. zoomorphisme, αγγλ. zoomorphism] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ