| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 19688 | ζωοποιώ | [ζωοποιῶ] ζω-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ζωοποι-εί, -ώντας | ζωοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} (λόγ.) 1. δίνω ζωή, χαρίζω σωματική υγεία: (ΕΚΚΛΗΣ.) Ο ~ημένος από το Άγιο Πνεύμα λόγος του Θεού. Βλ. -ποιώ. 2. (μτφ.) τονώνω ηθικά, ενδυναμώνω ψυχικά κάποιον: Η ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο τους εμψυχώνει και τους ~εί. Πβ. ενισχύω, υποστηρίζω.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Ο Κύριος ~εί το πνεύμα των ταπεινών. [< αρχ. ζωοποιῶ] | |
| 19689 | ζωοτέχνης | ζω-ο-τέ-χνης ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικός στη ζωοτεχνία. [< γαλλ. zootechnicien] | |
| 19690 | ζωοτεχνία | ζω-ο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Ζ): ΖΩΟΤ. επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη των συνηθειών και των μεθόδων αναπαραγωγής των κατοικίδιων κυρ. ζώων, καθώς και με τα μέσα βελτίωσης του είδους και των συνθηκών εκτροφής τους. Βλ. -τεχνία. [< γαλλ. zootechnie, αγγλ. zootechny] | |
| 19691 | ζωοτεχνικός | , ή, ό ζω-ο-τε-χνι-κός επίθ.: ΖΩΟΤ. που σχετίζεται με τη ζωοτεχνία ή τον ζωοτέχνη: Κτηνιατρικός και ~ τομέας.|| (στο αρσ. ως ουσ.) Τεχνολόγος-~ (= ζωοτέχνης). [< γαλλ. zootechnique, αγγλ. zootechnic] | |
| 19692 | ζωοτόκος | , ος, ο ζω-ο-τό-κος επίθ.: ΖΩΟΛ. (για ζώο) που γεννά με παραμονή του εμβρύου στο μητρικό σώμα, μέχρι να ολοκληρωθεί η ανάπτυξή του: ~α: ερπετά (π.χ. οχιά)/τετράποδα. Βλ. -τοκος. ΑΝΤ. ωοτόκος [< αρχ. ζωοτόκος] | |
| 19693 | ζωοτροφή | ζω-ο-τρο-φή ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: πλούσια σε θρεπτική αξία τροφή, η οποία καλλιεργείται ή παρασκευάζεται βιομηχανικά για τη διατροφή οικόσιτων ζώων: νωπή/ξηρή ~. Μεταλλαγμένες ~ές. ~ χοίρων. Βλ. γατο-, πτηνο-, σκυλο-τροφή, ιχθυ-, κρεατ-άλευρο, νομή. ΣΥΝ. κτηνοτροφή [< μεσν. ζωοτροφή] | |
| 19694 | ζωοτροφία | ζω-ο-τρο-φί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ζωοκομία. [< αρχ. ζῳοτροφία] | |
| 19695 | ζωοτροφικός | , ή, ό ζω-ο-τρο-φι-κός επίθ. (επίσ.): που σχετίζεται με τη ζωοτροφία: ~ές: επιχειρήσεις. ~ά: προϊόντα. Πβ. ζωοκομ-, κτηνοτροφ-ικός. [< αρχ. ζῳοτροφικός] | |
| 19696 | ζωοτρόφος | ζω-ο-τρό-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): αυτός που ασχολείται επαγγελματικά με τη ζωοτροφία: ~ φάρμας. Πβ. κτηνοτρόφος. Βλ. -τρόφος. [< μτγν. ζῳοτρόφος] | |
| 19697 | ζωούλα | ζω-ού-λα ουσ. (θηλ.) 1. (ειρων.) εγωκεντρικός τρόπος ζωής: Τη ζει/τη χαίρεται τη ~ του. Nοιάζεται μόνο/φοβάται για τη ~ του. 2. (χαϊδευτ., συνήθ. σε προσφών.) για άτομο ιδιαίτερα αγαπητό: Τι θέλεις, ~ μου; 3. (οικ.) άνθρωπος ή ζώο μικρής ηλικίας: μια νέα ~. ● βλ. ζωή | |
| 19698 | ζωοφιλία | ζω-ο-φι-λί-α ουσ. (θηλ.): η αγάπη για τα ζώα που εκδηλώνεται κυρ. με ενεργό τρόπο. Βλ. κυνοφιλία, -φιλία. ΣΥΝ. φιλοζωία2 [< γαλλ. zoophilie, 1894, αγγλ. zoophily] | |
| 19699 | ζωοφιλικός | , ή, ό ζω-ο-φι-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη ζωοφιλία ή τον ζωόφιλο: ~ή: οργάνωση. ΣΥΝ. φιλοζωικός [< αγγλ. zoophilous, zoophilic, 1947] | |
| 19700 | ζωόφιλος | , η, ο ζω-ό-φι-λος επίθ. ΣΥΝ. φιλόζωος: που τρέφει αισθήματα αγάπης για τα ζώα: ~ος: σύλλογος (= ζωοφιλ-, φιλοζω-ικός). Βλ. -φιλος. Κυρ. ως ● Ουσ.: ζωόφιλος (ο/η): πρόσωπο που αγαπά και φροντίζει τα ζώα. [< γαλλ. zoophile, αγγλ. ~, zoophilist] | |
| 19701 | ζωοφοβία | ζω-ο-φο-βί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. φοβία για τα ζώα. Βλ. -φοβία. [< γαλλ. zoophobie, αγγλ. zoophobia, 1901] | |
| 19702 | ζωοφόρος | βλ. ζωφόρος | |
| 19703 | ζωροαστρικός | , ή, ό ζω-ρο-α-στρι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον ζωροαστρισμό: ~ός: δυϊσμός/ναός. ~ή: πίστη. ~ό: ιερατείο. [< γαλλ. zoroastrien] | |
| 19704 | ζωροαστρισμός | ζω-ρο-α-στρι-σμός ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. Ζ): ΘΡΗΣΚ. αρχαία περσική θρησκεία η οποία ιδρύθηκε από τον Ζαρατούστρα (Ζωροάστρη) και εισήγαγε τον μονοθεϊσμό και τη δυϊστική κοσμική αντίληψη περί αιώνιας πάλης μεταξύ καλού και κακού. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. zoroastrisme] | |
| 19705 | ζώσιμο | ζώ-σι-μο ουσ. (ουδ.) (σπάν.-λαϊκό) 1. τύλιγμα της μέσης, συνήθ. με ζώνη: χαμηλό/ψηλό ~. 2. (μτφ.) περικύκλωση: το ~ της πόλης (: πολιορκία) από τους εχθρούς. Πβ. περίζωση. | |
| 19706 | ζωστήρας | ζω-στή-ρας ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) ζωστήρα & ζώστρα (η) (παλαιότ.): ανδρική ζώνη. Βλ. -τήρας. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: έρπης ζωστήρ/ζωστήρας βλ. έρπης [< αρχ. ζωστήρ, μεσν. ζώστρα] | |
| 19707 | ζωστικό | ζω-στι-κό ουσ. (ουδ.): αντερί. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ