| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 1058 | αεροπλοΐα | [ἀεροπλοΐα] α-ε-ρο-πλο-ΐ-α ουσ. (θηλ.) ΑΕΡΟΝ. 1. αεροπορική συγκοινωνία με μικρά αεροσκάφη· κατ' επέκτ. ο οργανισμός που τη διεκπεραιώνει. Βλ. αεροπορία, -πλοΐα. 2. κλάδος της αεροναυτικής που μελετά τον σχεδιασμό, την κατασκευή και τον χειρισμό αερόπλοιων. [< γαλλ. navigation aérienne] | |
| 1059 | αεροπλοϊκός | , ή, ό [ἀεροπλοϊκός] α-ε-ρο-πλο-ϊ-κός επίθ.: ΑΕΡΟΝ. που σχετίζεται με την αεροπλοΐα: ~ή: εταιρεία. | |
| 1060 | αεροπλοϊμότητα | [ἀεροπλοϊμότητα] α-ε-ρο-πλο-ϊ-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): πλοϊμότητα αεροσκάφους: πιστοποιητικό ~ας. [< αγγλ. airworthiness, 1909] | |
| 1061 | αερόπλοιο | [ἀερόπλοιο] α-ε-ρό-πλοι-ο ουσ. (ουδ.): ΑΕΡΟΝ. πτητικό όχημα με ειδικό αεροθάλαμο, ελαφρύτερο από τον αέρα, εφοδιασμένο με πηδάλιο κατεύθυνσης και ελικοφόρο κινητήρα: ~ για διαφήμιση/έρευνα/φωτογράφιση. ~ με υπερσύγχρονα συστήματα παρακολούθησης. Πβ. ζέπελιν. Βλ. πηδαλιουχούμενος. [< γερμ. Luftschiff] | |
| 1062 | αεροπονία | [ἀεροπονία] α-ε-ρο-πο-νί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. εναλλακτική μορφή καλλιέργειας εκτός εδάφους, κατά την οποία οι ρίζες των φυτών ψεκάζονται με θρεπτικό διάλυμα. Βλ. υδροπονία. [< αγγλ. aeroponics, 1957] | |
| 1063 | αεροπονικός | , ή, ό [ἀεροπονικός] α-ε-ρο-πο-νι-κός επίθ.: ΓΕΩΠ. που αναφέρεται στην αεροπονία: ~ή: καλλιέργεια. Βλ. υδροπονικός. [< αγγλ. aeroponic, 1969] | |
| 1064 | αεροπορία | [ἀεροπορία] α-ε-ρο-πο-ρί-α ουσ. (θηλ.) (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Α): οτιδήποτε αφορά τη μετακίνηση με αεροσκάφη και το σύνολο των τεχνικών και δραστηριοτήτων που σχετίζονται με τον σχεδιασμό, την κατασκευή ή τη λειτουργία τους: μαχητική/ναυτική/στρατιωτική ~. Υπηρεσία Πολιτικής ~ας. Βλ. αεροπλοΐα. ● ΣΥΜΠΛ.: Πολεμική Αεροπορία (ακρ. ΠΑ) & Αεροπορία: κλάδος των (ελληνικών) ΕΔ, με αποστολή την αποτροπή των επιθέσεων από αέρος, τη διεξαγωγή αεροπορικών επιχειρήσεων, τη διασφάλιση της αεράμυνας της χώρας και την παροχή αεροπορικής προστασίας: Αξιωματικός της ~ής ~ας (βλ. ανθυπασπιστής, πτέραρχος, σμηναγός, σμήναρχος, σμηνίας, σμηνίτης). Σχολές της ~ής ~ας (: ΣΙ, ΣΙΡ, ΣΜΑ, ΣΤΥΑ, ΣΥΔ). Στολές της ~ής ~ας. Η κοινωνική προσφορά της ~ής ~ας (: αεροπυρόσβεση, αεροδιακομιδές, έρευνα-διάσωση). Βλ. ΑΑΥΕ, ΑΤΑ, ΓΝΑ, ΔΑΕ, ΔΑΥ, ΚΕΑ, ΠΕΑ, ΣΠΑ, ΤΑΑ, ΤΑΣΑ, αερονομία.|| Γενικό Επιτελείο/Μετοχικό Ταμείο ~ας. Αρχηγείο Τακτικής ~ας. Κατατάχθηκε/υπηρετεί τη θητεία του στην ~. [< αγγλ. Air Force, 1917] ● ΦΡ.: υπέρ της αεροπορίας (παλαιότ.-ειρων.): για χρήματα που δίνονται χωρίς να γίνει έργο ή χωρίς να ξέρει κανείς τον σκοπό καταβολής τους. [< μεσν. αεροπορία 'πορεία στον αέρα', γαλλ. aviation] | |
| 1065 | αεροπορικός | , ή, ό [ἀεροπορικός] α-ε-ρο-πο-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αεροπορία ή τον αεροπόρο: ~ός: αποκλεισμός/βομβαρδισμός/ελιγμός/μεταφορέας (= αερομεταφορέας)/ναύλος/χάρτης. ~ή: άμυνα (= αεράμυνα)/αναγνώριση/αποστολή/βάση/βιομηχανία (= αεροβιομηχανία)/διαφήμιση (= αεροδιαφήμιση)/επίδειξη/επιδρομή/επίθεση/εταιρεία/ιατρική/κίνηση/πτήση/συγκοινωνία/σύνδεση/τραγωδία. ~ό: δίκαιο/δυστύχημα/εισιτήριο/ταξίδι/υπερθέαμα. ~ές: ασκήσεις/μεταφορές (= αερομεταφορές)/φωτογραφίες (= αεροφωτογραφίες). ~ά: δρομολόγια. Βλ. αντι~. ● επίρρ.: αεροπορικώς [-ῶς]: με αεροπλάνο. ● ΣΥΜΠΛ.: αεροπορική γραμμή βλ. γραμμή, αεροπορική δύναμη βλ. δύναμη, αεροπορική κάλυψη βλ. κάλυψη, αεροπορική υποστήριξη βλ. υποστήριξη, αεροπορικός σχηματισμός βλ. σχηματισμός [< γαλλ. aérien] | |
| 1066 | αεροπόρος | [ἀεροπόρος] α-ε-ρο-πό-ρος ουσ. (αρσ.) ΑΕΡΟΠ. 1. κυβερνήτης αεροσκάφους: έμπειρος ~. Γυναίκα ~. 2. πιλότος της Πολεμικής Αεροπορίας. [< αρχ. ἀεροπόρος (για πτηνά), γαλλ. aviateur] | |
| 1067 | αεροπρόσκοπος | [ἀεροπρόσκοπος] α-ε-ρο-πρό-σκο-πος ουσ. (αρσ.): πρόσκοπος που ασχολείται με θέματα σχετικά με τον αερομοντελισμό, την ανεμοπορία, την αεροπλοΐα και την αεροναυπηγική. Βλ. ναυτοπρόσκοπος. [< αγγλ. air scout, 1911] | |
| 1068 | αεροπυρόσβεση | [ἀεροπυρόσβεση] α-ε-ρο-πυ-ρό-σβε-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): κατάσβεση πυρκαγιάς με ειδικό αεροπλάνο ή ελικόπτερο: επιχείρηση/μέσα ~ης. | |
| 1069 | αεροπυροσβεστικός | , ή, ό [ἀεροπυροσβεστικός] α-ε-ρο-πυ-ρο-σβε-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην αεροπυρόσβεση: ~ός: εξοπλισμός. | |
| 1070 | αερορύπανση | [ἀερορύπανση] α-ε-ρο-ρύ-παν-ση ουσ. (θηλ.): ρύπανση του αέρα που προκαλείται από την κυκλοφορία των οχημάτων και τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις. [< αγγλ. air pollution] | |
| 1071 | αερόσακος | [ἀερόσακος] α-ε-ρό-σα-κος ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. σάκος που φουσκώνει αυτόματα σε περίπτωση σύγκρουσης, για να προστατεύσει τον οδηγό και τους επιβάτες γιωταχί από βαρύ τραυματισμό: μπροστινός ~. Πλευρικοί ~οι. ~ συνοδηγού. Αισθητήρας/(απ)ενεργοποίηση ~ου. ~οι τύπου κουρτίνας. Βλ. παθητική ασφάλεια, προεντατήρας. 2. (σπάν.-μτφ.) οτιδήποτε ή οποιοσδήποτε παρέχει προστασία: Ανέλαβε να παίξει τον ρόλο του "~ου". [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. airbag, 1970, ιταλ. ~, 1989, γαλλ. ~, 1992] | |
| 1072 | αεροσκάφος | [ἀεροσκάφος] α-ε-ρο-σκά-φος ουσ. (ουδ.) (επίσ.): κάθε ιπτάμενο όχημα· κυρ. το αεροπλάνο: αμφίβιο/διθέσιο/δικινητήριο/εκπαιδευτικό/ελαφρύ (= μικρό)/επιβατηγό/ευέλικτο/ιδιωτικό/μαχητικό (βλ. μιράζ)/πολεμικό/πρωθυπουργικό ~. ~ ανεφοδιασμού (καυσίμων)/τύπου ... Βλ. αερό-πλοιο, -στατο, αιωρό-, ανεμό-, ελικό-πτερο. [< γαλλ. aéronef, αγγλ. aircraft] | |
| 1073 | αερόσολα | [ἀερόσολα] α-ε-ρό-σο-λα ουσ. (θηλ.): σόλα με κενά αέρος για την απορρόφηση των κραδασμών· (συνεκδ. στον πληθ.) το αντίστοιχο είδος παπουτσιών: αθλητικά παπούτσια με ~.|| Αγόρασε ένα ζευγάρι ~ες. [< αγγλ. air sole] | |
| 1074 | αεροστάθμη | [ἀεροστάθμη] α-ε-ρο-στάθ-μη ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο που ελέγχει την οριζόντια θέση επιπέδου ή ευθείας: σφαιρική/σωληνωτή/ψηφιακή ~. ΣΥΝ. αλφάδι (1) [< αγγλ. spirit level] | |
| 1075 | αεροσταθμός | [ἀεροσταθμός] α-ε-ρο-σταθ-μός ουσ. (αρσ.) (επίσ.): το τμήμα αερολιμένα που περιλαμβάνει τη ζώνη εξυπηρέτησης των επιβατών και τις εγκαταστάσεις των διοικητικών υπηρεσιών: δορυφορικός/κεντρικός ~. [< αγγλ. air terminal, 1921] | |
| 1076 | αεροστατική | [ἀεροστατική] α-ε-ρο-στα-τι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α): ΦΥΣ. κλάδος της αερομηχανικής που μελετά τις ιδιότητες των αερίων (και των σωμάτων που περιέχονται σε αυτά) σε κατάσταση ηρεμίας. Βλ. αεροδυναμ-, υδροστατ-ική. [< γαλλ. aérostatique, αγγλ. aerostatics] | |
| 1077 | αεροστατικός | , ή, ό [ἀεροστατικός] α-ε-ρο-στα-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που αναφέρεται στην αεροστατική ή σπανιότ. το αερόστατο: ~ή: πίεση.|| ~ή: διαφήμιση. [< γαλλ. aérostatique] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ