Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [20580-20600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
19708ζωτικός, ή, ό ζω-τι-κός επίθ. (λόγ.) 1. που είναι απαραίτητος για τη διασφάλιση της ζωής: ~ά: κύτταρα/όργανα/συστατικά. Αναστολή ~ών λειτουργιών (= νεκροφάνεια). || ΦΙΛΟΣ. ~ή: ορμή. 2. (μτφ.) πρωταρχικός, θεμελιώδης: ~ός: ρόλος/τομέας. ~ή: ανάγκη. ~ό: αίτημα/πρόβλημα/στοιχείο. ~ά: δικαιώματα/συμφέροντα. Ζήτημα/θέμα ~ής (= καθοριστικής) σημασίας. Η διάφανεια ως ~ή αρχή λειτουργίας του κράτους. Πβ. βασικός, ουσιώδης. ● επίρρ.: ζωτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ζωτική αρχή: ΒΙΟΛ.-ΦΙΛΟΣ. (στη θεωρία του βιταλισμού) άυλη οντότητα που διακρίνεται από την ψυχή και το σώμα και με βάση την οποία ερμηνεύεται το φαινόμενο της ζωής. [< γαλλ. principle vital] , ζωτική χωρητικότητα: ΙΑΤΡ. η ποσότητα αέρα που μπορεί να εκπνεύσει ένα άτομο ύστερα από βαθιά εισπνοή., ζωτική/ζωική ενέργεια/δύναμη (επιστ.): αυτή στην οποία οφείλεται η ύπαρξη και η διαιώνιση της ζωής. Βλ. βιοενέργεια., ζωτικός χώρος 1. ΠΟΛΙΤ. εδαφική έκταση που θεωρείται, κυρ. στην ιδεολογία του ναζισμού, απαραίτητη για την εθνική επιβίωση και την οικονομική αυτάρκεια μιας χώρας. 2. ΟΙΚΟΛ. η εδαφική έκταση που απαιτείται για την επιβίωση κάθε ζωντανού οργανισμού και τη διεκπεραίωση των ζωτικών λειτουργιών του: Η αλλαγή του οικοσυστήματος στερεί από τα ζώα τον ~ό τους ~ο. Βλ. βιότοπος. 3. ΣΤΡΑΤ. περιοχή στρατηγικής σημασίας (αεροδρόμιο, λιμάνι, αστικό ή βιομηχανικό κέντρο). [< 1: γερμ. Lebensraum] [< 1: αρχ. ζωτικός, γαλλ. vital]
19709ζωτικότηταζω-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. ζωντάνια, ενεργητικότητα: άνθρωπος με αυξημένη ~ (πβ. δραστηριότητα, δυναμισμός). Αναζωογόνηση/υγεία και ~ (πβ. ευεξία). Απώλεια της ~ας (βλ. ατονία, υποτονικότητα). Το δέρμα με το πέρασμα των χρόνων χάνει τη ~ά του (πβ. δροσιά, φρεσκάδα).|| (ΒΙΟΛ.) Κύτταρα με εξαιρετική ~ και υψηλή ικανότητα πολλαπλασιασμού. Η κινητικότητα και η ~ των σπερματοζωαρίων.|| (ΒΟΤ.) ~ του δέντρου/του σπόρου/της χλωρίδας (: η ικανότητα αύξησης). Πβ. δυναμικό.|| (μτφ.) Πνευματική ~. Βλ. -ότητα. 2. (σπάν.) σημασία, σπουδαιότητα. [< 1: γαλλ. vitalité]
19710ζωύφιοζω-ύ-φι-ο ουσ. (ουδ.) 1. μικροσκοπικό έντομο ή παράσιτο. ΣΥΝ. ζούδι (1), ζουζούνι (1), μαμούνι (1) 2. ΠΛΗΡΟΦ. (σπάν.) σφάλμα σε πρόγραμμα ή σύστημα υπολογιστή: ~ ασφαλείας/λογισμικού. [< 1: μτγν. ζῳύφιον 2: αγγλ. bug]
19711ζωφόροςζω-φό-ρος ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ζωοφόρος: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. το τμήμα πάνω από το επιστύλιο και κάτω από το γείσο, το οποίο φέρει συνήθ. συνεχή ανάγλυφη παράσταση, ενίοτε με μυθολογικές ή ιστορικές απεικονίσεις έμψυχων όντων· η τριγωνική εσοχή που περιβάλλεται από το επιστύλιο και τα δύο γείσα: ανατολική ~ (σε ιωνικό ναό). H ~ του Παρθενώνα. Βλ. -φόρος. [< μτγν. ζῳφόρος]
58764ζωώδης, ης, ες ζω-ώ-δης επίθ. {ζωώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών} (λόγ.) ΑΝΤ. ανθρώπινος 1. που αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα των ζώων: ~ης: δύναμη/μορφή. 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ευαισθησίας ή πνευματικής καλλιέργειας: ~ης: συμπεριφορά/φύση (του ανθρώπου). ~εις: ορμές. ~η: ένστικτα. Πβ. απάνθρωπος, βάναυσος, θηρι-, κτην-ώδης. Βλ. -ώδης. [< 1: αρχ. ζῳώδης ‘όμοιος με ζώο’]
19712ή[ἤ] διαζευκτικός σύνδ. δηλωτικός 1. αντιδιαστολής δύο ή περισσότερων αντίθετων εννοιών, αυστηρής επιλογής της μιας από τις δύο, καθώς και οι δύο μαζί δεν μπορούν να συνυπάρξουν: αριστερά ~ δεξιά; Κρύο ~ ζέστη; Πρωί ~ βράδυ; Όμορφη ~ άσχημη; Χαρά ~ λύπη; Άσπρο ~ μαύρο;|| (με επανάληψη, για να δοθεί έμφαση στον α' όρο) ~ τώρα ~ ποτέ! ~ εγώ ~ κανένας!|| (προφ., με δυνατότητα παράλειψης ή αντικατάστασής του με το "και") Νέοι (~) γέροι, πλούσιοι (~) φτωχοί, όλοι ήταν μαζεμένοι!|| (δυσαρέσκεια, αγανάκτηση για τη συμπεριφορά κάποιου ή για μια κατάσταση) Φίλος είσαι (εσύ) ~ εχθρός; Άνθρωπος είναι (αυτός) ~ (κανένα) τέρας; Ζωή είναι αυτή ~ μαρτύριο; Δωμάτιο είναι αυτό ~ στάβλος;|| (σε ερωτήσεις) Θα έρθεις ~ δεν θα έρθεις/όχι; (διερεύνηση άποψης) Θα τα καταφέρουμε ~ το θεωρείς απίθανο; 2. διάκρισης δύο ή περισσότερων στοιχείων που παρουσιάζονται ως εναλλακτικές εκδοχές: Τι θα ήθελες; Φαγητό ~ γλυκό; Θα με εξυπηρετήσετε εσείς ~ κάποιος άλλος; Παίρνω ~ το λεωφορείο ~ το μετρό ~ το τραμ (: άλλες φορές, άλλοτε).|| (με επανάληψη) (εμφατ.) ~ θα κοιμάται ~ θα βλέπει τηλεόραση. (αδιαφορία ή αβεβαιότητα) Θα έρθω ~ αύριο ~ (: μπορεί και) μεθαύριο. (ο α' όρος είναι ανυπόστατος και έτσι δηλώνεται εμφατ. ότι ισχύει στην ουσία ο β') ~ είμαστε όλοι τρελοί ~ (πράγματι) κάτι δεν πάει καλά! ΣΥΝ. είτε.|| (σε ερώτηση, προς εξακρίβωση του λόγου για τον οποίο γίνεται κάτι) Γιατί δεν του μιλάς; Ντρέπεσαι ~ φοβάσαι; Τι έχεις; Είσαι άρρωστος ~ απλά κακοδιάθετος; 3. διαφορετικότητας· αλλιώς, σε αντίθετη περίπτωση: Μάθε να συζητάς ~ μην ασχολείσαι μαζί μου!|| (απειλητ.) ~ φεύγεις αυτή τη στιγμή ~ καλώ την Αστυνομία (= αν δεν φύγεις ..., θα καλέσω ...)! Πβ. διαφορετικά, ειδάλλως. 4. εναλλακτικής διατύπωσης, διόρθωσης, τροποποίησης (συνήθ. ακολουθούν οι λ. "μάλλον" ή "καλύτερα"): το ίντερνετ ~ διαδίκτυο (στα Ελληνικά). Δεν καταλαβαίνει ~ μάλλον δεν θέλει να καταλάβει. Πήγαινε να δεις τι κάνει! ~ άσε καλύτερα· πάω εγώ! 5. (προφ.) μεγέθους κατά προσέγγιση, αβεβαιότητας: (κάπου) δεκαπέντε ~ είκοσι κιλά. ● ΦΡ.: ή μήπως δηλώνει 1. ευγενική διατύπωση ερώτησης: Να σου ζητήσω κάτι ~ ~ σε βάζω σε κόπο; 2. πιθανή εκδοχή: Κοιμήθηκες καλά ~ ~ νυστάζεις ακόμα; Προτιμάς σινεμά ~ ~ (καλύτερα) θέατρο;|| (προς έκφρ. ενδιαφέροντος) Χόρτασες ~ ~ να σου φέρω και κάτι άλλο;|| (αβεβαιότητα) Ήταν πριν από δύο ~ ~ τρία χρόνια; 3. αγανάκτηση, δυσαρέσκεια· προκειμένου να εκφραστεί ότι δεν είναι δυνατόν να ισχύει σε καμία περίπτωση ο β΄όρος: Τι κάθεσαι και τεμπελιάζεις; ~ ~ περιμένεις από εμένα να κάνω τις δουλειές; (: δεν πρόκειται να τις κάνω).|| Είναι λογικό να φέρεται έτσι· ~ ~ ξέχασες τι πέρασε; (: θυμάσαι φυσικά)., ή ταν ή επί τας: ΙΣΤ. "ή αυτή ή πάνω σε αυτή", δηλ. "ή να επιστρέψεις με την ασπίδα ως νικητής ή να σε φέρουν επάνω της νεκρό", φρ. που έλεγαν οι Σπαρτιάτισσες στους γιους τους, όταν τους παρέδιδαν την ασπίδα, πριν αναχωρήσουν για τον πόλεμο· (μτφ.-λόγ.) προτροπή σε κάποιον να φέρει σε πέρας την αποστολή που του έχει ανατεθεί, χωρίς να δειλιάσει και να σκεφτεί το προσωπικό κόστος., αργά ή γρήγορα βλ. αργά, ή μικρός μικρός παντρέψου ή μικρός καλογερέψου βλ. καλογερεύω, ή όπως αλλιώς βλ. όπως, ή παπάς-παπάς ή ζευγάς-ζευγάς βλ. ζευγάς, ή στραβός είν' ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε βλ. γιαλός, ή του ύψους ή του βάθους βλ. ύψος, να ζει κανείς ή να μη ζει; βλ. ζω1, ναι ή ου; βλ. ου [< αρχ. ἤ]
19713η-: πρόθημα που σημαίνει ηλεκτρονικός, κυρ. που γίνεται με τη χρήση του διαδικτύου: Η/η-επιχειρείν (βλ. ηλεκτρονικό εμπόριο). ~μάθηση. ~τάξη. Πβ. διαδικτυακός. [< αγγλ. e- (συντομ. του electronic)]
19748Η.ΔΙ.Κ.Α(η): Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση Κοινωνικής Ασφάλισης.
20197Η/Υ(ο): Ηλεκτρονικός Υπολογιστής.
19715η11. (πρόφ. ήτα) το έβδομο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου που αντιπροσωπεύει τον φωνηεντικό φθόγγο [i]: ~ κεφαλαίο (Η). ~ μικρό (η). Πβ. ήτα. Βλ. δίφθογγος, φωνήεν. 2. (πρόφ. ήτα) όγδοος σε μια σειρά χρονική, ιεραρχική ή αξιολογική: (συνήθ. με τόνο η'/Η΄) ~ εξάμηνο (σπουδών). Ο ~ όμιλος του Τσάμπιονς Λιγκ. 3. (σε αρίθμηση, με τόνο κάτω αριστερά: ,Η ή ,η:) οκτώ χιλιάδες. [< αρχ. Η, μεσν. η]
19716η2βλ. ο, η, το
19718ΗΑΕ(τα): Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
19719ΗΒ(το): Ηνωμένο Βασίλειο. Βλ. UK.
19720ήβη[ἥβη] ή-βη ουσ. (θηλ.) (επιστ.) 1. περίοδος ανάμεσα στην παιδική ηλικία και την ενηλικίωση, κατά την οποία αρχίζουν να αναπτύσσονται τα δευτερεύοντα χαρακτηριστικά του φύλου και αποκτάται η ικανότητα αναπαραγωγής: καθυστερημένη/πρώιμη ~. Έναρξη της ~ης. Πβ. ενήβωση, εφηβεία. 2. εφήβαιο. ΣΥΝ. ηβική χώρα [< αρχ. ἥβη, γαλλ. puberté]
19721ηβικός, ή, ό [ἡβικός] η-βι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που αναφέρεται στο εφήβαιο: ~ή: περιοχή/σύμφυση. ~ό: τρίγωνο/τρίχωμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ηβική χώρα: εφήβαιο. ΣΥΝ. ήβη (2), ηβικό οστό: το κατώτερο και μπροστινό τμήμα του ανώνυμου οστού της λεκάνης. Βλ. ισχίο, λαγόνιο οστό. [< μτγν. ἡβικός, γαλλ. pubien]
19722ήβραβλ. βρίσκω
19723ήγειρεβλ. εγείρω
19724ηγεμόνας[ἡγεμόνας] η-γε-μό-νας ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. (λόγ.) ηγεμονίδα} & (αρχαιοπρ.) ηγεµών 1. (παλαιότ.) ανώτατος άρχοντας απολυταρχικού καθεστώτος: οι αυλές των ~ων. Πβ. αυτοκράτορας, μονάρχης.|| (ΙΣΤ.) Οι ~ες των παραδουνάβιων ηγεμονιών. (ως επίθ.) Ηγεμονίδα πόλη. 2. (μτφ.) αυτός που έχει ηγετικό, κυρίαρχο ρόλο σε κάποιον τομέα ή χώρο: ~ της παγκόσμιας οικονομίας. Πβ. αρχηγός, ηγέτης. ● βλ. ηγεμονίσκος [< 1: αρχ. ἡγεμών, μεσν. ηγεμόνας, αγγλ. hegemon, 1904]
19725ηγεμόνευση[ἡγεμόνευση] η-γε-μό-νευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ηγεμονία: πολιτική ~. ΣΥΝ. επικράτηση, κυριαρχία (2)
19726ηγεμονεύω[ἡγεμονεύω] η-γε-μο-νεύ-ω ρ. (αμτβ.) {ηγεμόνευ-σε, ηγεμονεύ-σει, -οντας} 1. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) κυριαρχώ, επικρατώ σε ορισμένο τομέα ή χώρο: ~ει οικονομικά/πολιτικά. Ο όμιλος κατάφερε να ~σει στην αγορά. Πβ. δεσπόζω. 2. ΙΣΤ. κυβερνώ, εξουσιάζω ως ηγεμόνας. Πβ. άρχω, βασιλεύω. [< 2: αρχ. ἡγεμονεύω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.