Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [20600-20620]

IDΛήμμαΕρμηνεία
19727ηγεμονία[ἡγεμονία] η-γε-μο-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. πολιτική, οικονομική ή στρατιωτική κυριαρχία ενός κράτους σε άλλα: παγκόσμια ~. H μάχη για την ~ στην Ευρώπη.|| (ΙΣΤ.) Η ~ της Αθήνας/της Σπάρτης. Πβ. εξουσία, ηγεμονισμός. 2. (μτφ.) επικράτηση σε ορισμένο χώρο ή τομέα: ηθική/ιδεολογική/οικονομική ~. Επιδιώκει να εδραιώσει την ~ του στην πολιτική σκηνή. ΣΥΝ. ηγεμόνευση, κυριαρχία (2) 3. ΙΣΤ. διακυβέρνηση κράτους από ηγεμόνα· συνεκδ. το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ασκείται ή η αντίστοιχη επικράτεια: Στα χρόνια της ~ας του ... Πβ. ηγεσία.|| Κατά την ~ του ... || Αυτόνομη ~. Οι παραδουνάβιες ~ες. ● ΣΥΜΠΛ.: πολιτισμική/πολιτιστική ηγεμονία: κυριαρχία ενός πολιτισμού σε άλλους, στο όνομα μιας κατασκευασμένης ανωτερότητας, η οποία γίνεται αποδεκτή ως «φυσική». [< 1,2: αρχ. ἡγεμονία, γαλλ. hégémonie, αγγλ. hegemony 3: γαλλ. principauté]
19728ηγεμονικός, ή, ό [ἡγεμονικός] η-γε-μο-νι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την ηγεμονία ή τον ηγεμόνα: ~ός: ρόλος. ~ή: δύναμη/θέση. ~ό: κράτος. ~ές: αξιώσεις/φιλοδοξίες. ~ά: συμφέροντα/σχέδια. Η ~ή συμπεριφορά μιας υπερδύναμης. Πβ. αρχηγ-, εξουσιαστ-, ηγετ-, ηγεμονιστ-ικός.|| (ΙΣΤ.) Οι ~ές αυλές της Δύσης. 2. (μτφ.) πλουσιοπάροχος, πλούσιος: ~ή: αμοιβή (= υπερβολικά μεγάλη). ~ά: δώρα. Πβ. βασιλικός, γενναιόδωρος. 3. (μτφ.) μεγαλοπρεπής, εντυπωσιακός: ~ή: υποδοχή. ~ό: παράστημα. Του αποδόθηκαν ~ές τιμές. Πβ. αρχοντ-, επιβλητ-ικός. ΑΝΤ. ταπεινός (1) ● επίρρ.: ηγεμονικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. ἡγεμονικός ‘κατάλληλος να διοικήσει, κυρίαρχος’, γαλλ. hégémonique, αγγλ. hegemonic]
19729ηγεμονίσκος[ἡγεμονίσκος] η-γε-μο-νί-σκος ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.) 1. (μτφ.) πρόσωπο που βρίσκεται σε θέση ισχύος και φέρεται αυταρχικά ή αλαζονικά: Ορισμένοι τοπικοί άρχοντες συμπεριφέρονται ως ~οι. Πβ. δικτατορ-, τυρανν-ίσκος. 2. (υποκ.) αρχηγός μικρού ή αδύναμου κράτους· ασήμαντος ηγέτης, χωρίς ισχύ. Πβ. ηγετίσκος. ● βλ. ηγεμόνας [< γαλλ. roitelet]
19730ηγεμονισμός[ἡγεμονισμός] η-γε-μο-νι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. επιδίωξη ισχυρού κράτους να ασκεί πολιτικό, στρατιωτικό ή οικονομικό έλεγχο σε άλλα μικρότερα: ~ στις διακρατικές σχέσεις. Πβ. ηγεμονία. 2. τάση, προσπάθεια άσκησης κυριαρχικού, ηγετικού ρόλου σε ομάδα ανθρώπων: γλωσσικός/πολιτικός ~. ~ στο εσωτερικό ενός κόμματος. Πβ. πατερναλισμός. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. hegemonism, γαλλ. hégémonisme, 1978]
19731ηγεμονιστικός, ή, ό [ἡγεμονιστικός] η-γε-μο-νι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον ηγεμονισμό: ~ή: πολιτική. ~ές: διαθέσεις/επιδιώξεις. ~ή και πατερναλιστική συμπεριφορά. Πβ. ηγεμονικός. [< αγγλ. hegemonistic]
19732ηγερία[ἡγερία] η-γε-ρί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): γυναίκα που ασκεί επιρροή κυρ. σε καλλιτέχνη ή αποτελεί πηγή έμπνευσης γι' αυτόν ή που διακρίνεται και κυριαρχεί σε έναν χώρο: ~ ενός μουσικού/σκηνοθέτη/συγγραφέα. Πβ. μούσα.|| Δυναμική ~ του κόσμου της μόδας. Πβ. ηγέτιδα. [< γαλλ. égérie < λατ. Egeria, ρωμαϊκή νύμφη]
19734ηγέτης[ἡγέτης] η-γέ-της ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. ηγέτιδα} 1. πρόσωπο που έχει τεθεί επικεφαλής ομάδας ή συνόλου ανθρώπων: αδιαμφισβήτητος/εκπαιδευτικός/θρησκευτικός/ικανός/ιστορικός/κορυφαίος/κοσμικός/λαϊκός/λαοπρόβλητος/μεγάλος/πολιτικός/στρατιωτικός/συμπεριληπτικός ~. Ο ~ του έθνους/ενός κόμματος (= κομματικός ~)/ενός κράτους/μιας οργάνωσης/της χώρας. Οι Ευρωπαίοι ~ες ή οι ~ες (των κρατών-μελών) της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι ~ες της επανάστασης. Πβ. αρχηγός, ηγήτορας, κεφαλή, ταγός. 2. (μτφ.) κυρίαρχος σε έναν τομέα, που ασκεί σημαντική επίδραση και επηρεάζει με τις αποφάσεις του τις εξελίξεις: παγκόσμιος ~ στην τεχνολογία. ~ στον κόσμο των επιχειρήσεων/στον χώρο της τηλεόρασης. ~ες ενός καλλιτεχνικού κινήματος. Είναι γεννημένος/γεννημένη ~ (: έχει ηγετικά χαρίσματα). (για εταιρεία:) ~/ηγέτιδα στον κλάδο της ασύρματης επικοινωνίας. Πβ. ηγεμόνας. ● Υποκ.: ηγετίσκος (ο) (αρνητ. συνυποδ.): Πβ. ηγεμονίσκος. ● ΣΥΜΠΛ.: ηγέτιδα δύναμη: χώρα ή εταιρεία που έχει ηγετικό ρόλο: παγκόσμια ~ ~. Οι ~ες δυνάμεις της Δύσης. Φιλοδοξεί να αναδειχθεί σε ~ ~.|| Το όραμα της επιχείρησης είναι να εδραιωθεί ως/να καταστεί ~ ~ στην ευρωπαϊκή αγορά., πνευματικός ηγέτης βλ. πνευματικός, χαρισματικός ηγέτης βλ. χαρισματικός [< 1: αρχ. ἡγέτης, αγγλ.-γαλλ. leader]
19735ηγετικός, ή, ό [ἡγετικός] η-γε-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον ηγέτη ή την ηγεσία: ~ός: (χρηματοοικονομικός) οργανισμός/ρόλος (= κυρίαρχος). ~ή: εμφάνιση/θέση/μορφή/ομάδα/προσωπικότητα/συμπεριφορά/φυσιογνωμία. ~ό: προφίλ. ~οί: παράγοντες (της ομογένειας)/φορείς. ~ές: βλέψεις/ικανότητες/φιλοδοξίες. ~ά: κλιμάκια/προσόντα/στελέχη. Πβ. αρχηγ-, ηγεμον-ικός.
19736ηγήτορας[ἡγήτορας] η-γή-το-ρας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αρχηγός, ηγέτης. Πβ. επικεφαλής, καθοδηγητής, κεφαλή, ταγός. [< αρχ. ἡγήτωρ]
19737ηγιασμένος, η, ο βλ. αγιασμένος
19738ηγούμαι[ἡγοῦμαι] η-γού-μαι ρ. (αμτβ.) {ηγ-είται ..., -ήθηκε, -ηθεί, κυρ. στο γ' πρόσ.} (+ γεν.) (επίσ.) 1. είμαι επικεφαλής, έχω την ηγεσία, διευθύνω: ~είται της επανάστασης/της κυβέρνησης/του στρατού. ~ούνται της προσπάθειας για ... Πβ. διοικώ, προΐσταμαι, πρωτοστατώ. 2. προπορεύομαι: Ηγείται της παρέλασης. Πβ. οδηγώ, προ~. ΑΝΤ. ακολουθώ (1) [< αρχ. ἡγοῦμαι]
19739ηγουμενείο[ἡγουμενεῖο] η-γου-με-νεί-ο ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. το κελί ή/και το γραφείο του ηγούμενου ή της ηγουμένης Μονής. [< μεσν. ηγουμενείον]
19740ηγουμενία[ἡγουμενία] η-γου-με-νί-α ουσ. (θηλ.) ΕΚΚΛΗΣ. 1. το αξίωμα του ηγούμενου ή της ηγουμένης· συνεκδ. το χρονικό διάστημα παραμονής σε αυτό. 2. διοίκηση Μονής από ηγούμενο ή ηγουμένη. [< μεσν. ηγουμενία]
19741ηγουμενικός, ή, ό [ἡγουμενικός] η-γου-με-νι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με τον ηγούμενο ή την ηγουμένη: ~ό: συμβούλιο. ~ά: καθήκοντα. [< μεσν. ηγουμενικός]
19742Ηγουμενιτσιώτης, Ηγουμενιτσιώτισσα[Ἡγουμενιτσιώτης] Η-γου-με-νι-τσιώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Ηγουμενίτσα.
19743ηγούμενος, ηγουμένη[ἡγούμενος] η-γού-με-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -ένου} & (σπάν.-λαϊκό) γούμενος, (η)γουμένισσα: ΕΚΚΛΗΣ. ο/η επικεφαλής ανδρικής/γυναικείας Μονής, αντίστοιχα. Βλ. ηγούμενος, προ~. ΣΥΝ. καθηγούμενος, καθηγουμένη [< μεσν. ηγούμενος, ηγουμένη]
19744ηγουμενοσυμβούλιο[ἡγουμενοσυμβούλιο] η-γου-με-νο-συμ-βού-λι-ο ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. τριμελής επιτροπή διοίκησης μοναστηριού και διαχείρισης της μοναστηριακής περιουσίας με επικεφαλής τον ηγούμενο/την ηγουμένη. Πβ. γεροντία.
19745ήγουν[ἤγουν] ή-γουν σύνδ. (αρχαιοπρ.): δηλαδή, με άλλα λόγια: Λόγω ένδειας, ~ έλλειψης χρημάτων ... ΣΥΝ. ήτοι, τουτέστιν [< αρχ. ἤγουν]
19746ΗΔΑΤ(η): Ηλεκτρονική Δευτερογενής Αγορά Τίτλων (στο Χρηματιστήριο).
19747ήδη[ἤδη] ή-δη επίρρ. 1. δηλώνει ότι κάτι συμβαίνει πιο πριν ή πιο γρήγορα από κάτι άλλο ή απ' ό,τι αναμενόταν: Τελείωσε ~ η προθεσμία. Έχει ~ μπει το φθινόπωρο. Έχουν ~ φύγει. Τα πρώτα προβλήματα είχαν αρχίσει να παρουσιάζονται ~ από πέρσι. Θα είχαμε ~ τελειώσει, αν δεν καθυστερούσες τόσο!|| Είναι ~ ο πέμπτος χρόνος που .../έχουν περάσει ~ δέκα χρόνια από τότε που ... Πβ. κιόλας.|| (για κάτι που έχει γίνει, επομένως δεν χρειάζεται να επαναληφθεί) -Κάτσε να φάμε μαζί! -Όχι, έχω ~ τσιμπήσει κάτι.|| (εμφατ.) -Θέλεις κι άλλο; -Όχι, έχω ~ αρκετό. Είναι ~ (πολύ) αργά. Το ξέρω ~ (= προ πολλού). 2. πια, πλέον: Οι στενοχώριες ανήκουν ~ στο παρελθόν (: πάνε, πέρασαν). Είναι ~ μεγάλος, για να ... (= δεν είναι πια νέος). [< αρχ. ἤδη]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.