| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 19721 | ηβικός | , ή, ό [ἡβικός] η-βι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που αναφέρεται στο εφήβαιο: ~ή: περιοχή/σύμφυση. ~ό: τρίγωνο/τρίχωμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ηβική χώρα: εφήβαιο. ΣΥΝ. ήβη (2), ηβικό οστό: το κατώτερο και μπροστινό τμήμα του ανώνυμου οστού της λεκάνης. Βλ. ισχίο, λαγόνιο οστό. [< μτγν. ἡβικός, γαλλ. pubien] | |
| 19722 | ήβρα | βλ. βρίσκω | |
| 19723 | ήγειρε | βλ. εγείρω | |
| 19724 | ηγεμόνας | [ἡγεμόνας] η-γε-μό-νας ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. (λόγ.) ηγεμονίδα} & (αρχαιοπρ.) ηγεµών 1. (παλαιότ.) ανώτατος άρχοντας απολυταρχικού καθεστώτος: οι αυλές των ~ων. Πβ. αυτοκράτορας, μονάρχης.|| (ΙΣΤ.) Οι ~ες των παραδουνάβιων ηγεμονιών. (ως επίθ.) Ηγεμονίδα πόλη. 2. (μτφ.) αυτός που έχει ηγετικό, κυρίαρχο ρόλο σε κάποιον τομέα ή χώρο: ~ της παγκόσμιας οικονομίας. Πβ. αρχηγός, ηγέτης. ● βλ. ηγεμονίσκος [< 1: αρχ. ἡγεμών, μεσν. ηγεμόνας, αγγλ. hegemon, 1904] | |
| 19725 | ηγεμόνευση | [ἡγεμόνευση] η-γε-μό-νευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ηγεμονία: πολιτική ~. ΣΥΝ. επικράτηση, κυριαρχία (2) | |
| 19726 | ηγεμονεύω | [ἡγεμονεύω] η-γε-μο-νεύ-ω ρ. (αμτβ.) {ηγεμόνευ-σε, ηγεμονεύ-σει, -οντας} 1. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) κυριαρχώ, επικρατώ σε ορισμένο τομέα ή χώρο: ~ει οικονομικά/πολιτικά. Ο όμιλος κατάφερε να ~σει στην αγορά. Πβ. δεσπόζω. 2. ΙΣΤ. κυβερνώ, εξουσιάζω ως ηγεμόνας. Πβ. άρχω, βασιλεύω. [< 2: αρχ. ἡγεμονεύω] | |
| 19727 | ηγεμονία | [ἡγεμονία] η-γε-μο-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. πολιτική, οικονομική ή στρατιωτική κυριαρχία ενός κράτους σε άλλα: παγκόσμια ~. H μάχη για την ~ στην Ευρώπη.|| (ΙΣΤ.) Η ~ της Αθήνας/της Σπάρτης. Πβ. εξουσία, ηγεμονισμός. 2. (μτφ.) επικράτηση σε ορισμένο χώρο ή τομέα: ηθική/ιδεολογική/οικονομική ~. Επιδιώκει να εδραιώσει την ~ του στην πολιτική σκηνή. ΣΥΝ. ηγεμόνευση, κυριαρχία (2) 3. ΙΣΤ. διακυβέρνηση κράτους από ηγεμόνα· συνεκδ. το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ασκείται ή η αντίστοιχη επικράτεια: Στα χρόνια της ~ας του ... Πβ. ηγεσία.|| Κατά την ~ του ... || Αυτόνομη ~. Οι παραδουνάβιες ~ες. ● ΣΥΜΠΛ.: πολιτισμική/πολιτιστική ηγεμονία: κυριαρχία ενός πολιτισμού σε άλλους, στο όνομα μιας κατασκευασμένης ανωτερότητας, η οποία γίνεται αποδεκτή ως «φυσική». [< 1,2: αρχ. ἡγεμονία, γαλλ. hégémonie, αγγλ. hegemony 3: γαλλ. principauté] | |
| 19728 | ηγεμονικός | , ή, ό [ἡγεμονικός] η-γε-μο-νι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την ηγεμονία ή τον ηγεμόνα: ~ός: ρόλος. ~ή: δύναμη/θέση. ~ό: κράτος. ~ές: αξιώσεις/φιλοδοξίες. ~ά: συμφέροντα/σχέδια. Η ~ή συμπεριφορά μιας υπερδύναμης. Πβ. αρχηγ-, εξουσιαστ-, ηγετ-, ηγεμονιστ-ικός.|| (ΙΣΤ.) Οι ~ές αυλές της Δύσης. 2. (μτφ.) πλουσιοπάροχος, πλούσιος: ~ή: αμοιβή (= υπερβολικά μεγάλη). ~ά: δώρα. Πβ. βασιλικός, γενναιόδωρος. 3. (μτφ.) μεγαλοπρεπής, εντυπωσιακός: ~ή: υποδοχή. ~ό: παράστημα. Του αποδόθηκαν ~ές τιμές. Πβ. αρχοντ-, επιβλητ-ικός. ΑΝΤ. ταπεινός (1) ● επίρρ.: ηγεμονικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. ἡγεμονικός ‘κατάλληλος να διοικήσει, κυρίαρχος’, γαλλ. hégémonique, αγγλ. hegemonic] | |
| 19729 | ηγεμονίσκος | [ἡγεμονίσκος] η-γε-μο-νί-σκος ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.) 1. (μτφ.) πρόσωπο που βρίσκεται σε θέση ισχύος και φέρεται αυταρχικά ή αλαζονικά: Ορισμένοι τοπικοί άρχοντες συμπεριφέρονται ως ~οι. Πβ. δικτατορ-, τυρανν-ίσκος. 2. (υποκ.) αρχηγός μικρού ή αδύναμου κράτους· ασήμαντος ηγέτης, χωρίς ισχύ. Πβ. ηγετίσκος. ● βλ. ηγεμόνας [< γαλλ. roitelet] | |
| 19730 | ηγεμονισμός | [ἡγεμονισμός] η-γε-μο-νι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. επιδίωξη ισχυρού κράτους να ασκεί πολιτικό, στρατιωτικό ή οικονομικό έλεγχο σε άλλα μικρότερα: ~ στις διακρατικές σχέσεις. Πβ. ηγεμονία. 2. τάση, προσπάθεια άσκησης κυριαρχικού, ηγετικού ρόλου σε ομάδα ανθρώπων: γλωσσικός/πολιτικός ~. ~ στο εσωτερικό ενός κόμματος. Πβ. πατερναλισμός. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. hegemonism, γαλλ. hégémonisme, 1978] | |
| 19731 | ηγεμονιστικός | , ή, ό [ἡγεμονιστικός] η-γε-μο-νι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον ηγεμονισμό: ~ή: πολιτική. ~ές: διαθέσεις/επιδιώξεις. ~ή και πατερναλιστική συμπεριφορά. Πβ. ηγεμονικός. [< αγγλ. hegemonistic] | |
| 19732 | ηγερία | [ἡγερία] η-γε-ρί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): γυναίκα που ασκεί επιρροή κυρ. σε καλλιτέχνη ή αποτελεί πηγή έμπνευσης γι' αυτόν ή που διακρίνεται και κυριαρχεί σε έναν χώρο: ~ ενός μουσικού/σκηνοθέτη/συγγραφέα. Πβ. μούσα.|| Δυναμική ~ του κόσμου της μόδας. Πβ. ηγέτιδα. [< γαλλ. égérie < λατ. Egeria, ρωμαϊκή νύμφη] | |
| 19734 | ηγέτης | [ἡγέτης] η-γέ-της ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. ηγέτιδα} 1. πρόσωπο που έχει τεθεί επικεφαλής ομάδας ή συνόλου ανθρώπων: αδιαμφισβήτητος/εκπαιδευτικός/θρησκευτικός/ικανός/ιστορικός/κορυφαίος/κοσμικός/λαϊκός/λαοπρόβλητος/μεγάλος/πολιτικός/στρατιωτικός/συμπεριληπτικός ~. Ο ~ του έθνους/ενός κόμματος (= κομματικός ~)/ενός κράτους/μιας οργάνωσης/της χώρας. Οι Ευρωπαίοι ~ες ή οι ~ες (των κρατών-μελών) της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι ~ες της επανάστασης. Πβ. αρχηγός, ηγήτορας, κεφαλή, ταγός. 2. (μτφ.) κυρίαρχος σε έναν τομέα, που ασκεί σημαντική επίδραση και επηρεάζει με τις αποφάσεις του τις εξελίξεις: παγκόσμιος ~ στην τεχνολογία. ~ στον κόσμο των επιχειρήσεων/στον χώρο της τηλεόρασης. ~ες ενός καλλιτεχνικού κινήματος. Είναι γεννημένος/γεννημένη ~ (: έχει ηγετικά χαρίσματα). (για εταιρεία:) ~/ηγέτιδα στον κλάδο της ασύρματης επικοινωνίας. Πβ. ηγεμόνας. ● Υποκ.: ηγετίσκος (ο) (αρνητ. συνυποδ.): Πβ. ηγεμονίσκος. ● ΣΥΜΠΛ.: ηγέτιδα δύναμη: χώρα ή εταιρεία που έχει ηγετικό ρόλο: παγκόσμια ~ ~. Οι ~ες δυνάμεις της Δύσης. Φιλοδοξεί να αναδειχθεί σε ~ ~.|| Το όραμα της επιχείρησης είναι να εδραιωθεί ως/να καταστεί ~ ~ στην ευρωπαϊκή αγορά., πνευματικός ηγέτης βλ. πνευματικός, χαρισματικός ηγέτης βλ. χαρισματικός [< 1: αρχ. ἡγέτης, αγγλ.-γαλλ. leader] | |
| 19735 | ηγετικός | , ή, ό [ἡγετικός] η-γε-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον ηγέτη ή την ηγεσία: ~ός: (χρηματοοικονομικός) οργανισμός/ρόλος (= κυρίαρχος). ~ή: εμφάνιση/θέση/μορφή/ομάδα/προσωπικότητα/συμπεριφορά/φυσιογνωμία. ~ό: προφίλ. ~οί: παράγοντες (της ομογένειας)/φορείς. ~ές: βλέψεις/ικανότητες/φιλοδοξίες. ~ά: κλιμάκια/προσόντα/στελέχη. Πβ. αρχηγ-, ηγεμον-ικός. | |
| 19736 | ηγήτορας | [ἡγήτορας] η-γή-το-ρας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αρχηγός, ηγέτης. Πβ. επικεφαλής, καθοδηγητής, κεφαλή, ταγός. [< αρχ. ἡγήτωρ] | |
| 19737 | ηγιασμένος | , η, ο βλ. αγιασμένος | |
| 19738 | ηγούμαι | [ἡγοῦμαι] η-γού-μαι ρ. (αμτβ.) {ηγ-είται ..., -ήθηκε, -ηθεί, κυρ. στο γ' πρόσ.} (+ γεν.) (επίσ.) 1. είμαι επικεφαλής, έχω την ηγεσία, διευθύνω: ~είται της επανάστασης/της κυβέρνησης/του στρατού. ~ούνται της προσπάθειας για ... Πβ. διοικώ, προΐσταμαι, πρωτοστατώ. 2. προπορεύομαι: Ηγείται της παρέλασης. Πβ. οδηγώ, προ~. ΑΝΤ. ακολουθώ (1) [< αρχ. ἡγοῦμαι] | |
| 19739 | ηγουμενείο | [ἡγουμενεῖο] η-γου-με-νεί-ο ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. το κελί ή/και το γραφείο του ηγούμενου ή της ηγουμένης Μονής. [< μεσν. ηγουμενείον] | |
| 19740 | ηγουμενία | [ἡγουμενία] η-γου-με-νί-α ουσ. (θηλ.) ΕΚΚΛΗΣ. 1. το αξίωμα του ηγούμενου ή της ηγουμένης· συνεκδ. το χρονικό διάστημα παραμονής σε αυτό. 2. διοίκηση Μονής από ηγούμενο ή ηγουμένη. [< μεσν. ηγουμενία] | |
| 19741 | ηγουμενικός | , ή, ό [ἡγουμενικός] η-γου-με-νι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με τον ηγούμενο ή την ηγουμένη: ~ό: συμβούλιο. ~ά: καθήκοντα. [< μεσν. ηγουμενικός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ