Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [20620-20640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
19750ηδονή[ἡδονή] η-δο-νή ουσ. (θηλ.) 1. αίσθημα ευχαρίστησης και απόλαυσης από την ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής: ερωτική/σαρκική/σεξουαλική/σωματική ~. Βλ. φιληδονία. 2. (μτφ.) έντονη ευχαρίστηση, τέρψη: πνευματική/υπέρτατη/ψυχική ~. Επίγειες/υλικές ~ές. Η ~ της εξουσίας/της ταχύτητας. Οι ~ές της ζωής. ● ΣΥΜΠΛ.: ρίγη ηδονής βλ. ρίγος, σκεύος ηδονής βλ. σκεύος [< αρχ. ἡδονή]
19751ηδονίζομαι[ἡδονίζομαι] η-δο-νί-ζο-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ηδονίστηκα, ηδονιζ-όμενος} (λόγ.) 1. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) ευχαριστιέμαι: ~εται να προκαλεί την οργή των άλλων. Πβ. απολαμβάνω, τέρπομαι. 2. νιώθω ηδονή.
19752ηδονικός, ή, ό [ἡδονικός] η-δο-νι-κός επίθ. (λόγ.) 1. που προκαλεί έντονη ερωτική κυρ. ευχαρίστηση ή διέγερση: ~ή: αίσθηση/ατμόσφαιρα/γεύση. ~ό: άγγιγμα/βλέμμα/παιχνίδι/φιλί. ~ά: χείλη. Πβ. αισθησιακός, απολαυστ-, διεγερτ-ικός, ηδυπαθής, λάγνος. ΣΥΝ. ηδονιστικός (2) 2. που είναι γεμάτος υλικές και ιδ. σαρκικές απολαύσεις: ~ή: ζωή. ● επίρρ.: ηδονικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. ἡδονικός, γαλλ. hédonique, αγγλ. hedonic]
19753ηδονισμός[ἡδονισμός] η-δο-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (λόγ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) επιδίωξη ευχαρίστησης, αναζήτηση απολαύσεων: άκρατος/καταναλωτικός/στείρος ~. Πβ. ηδονοθηρία, φιληδονία. Βλ. αισθησιασμός. 2. ΦΙΛΟΣ. θεωρία η οποία αναγνωρίζει την αναζήτηση και κατάκτηση της ηδονής ως ύψιστου αγαθού. Πβ. επικουρ-, ευδαιμον-ισμός. 3. ΨΥΧΟΛ. θεωρία σύμφωνα με την οποία η επιδίωξη της ηδονής και η αποφυγή του πόνου αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες της ανθρώπινης συμπεριφοράς. 4. ΟΙΚΟΝ. αρχή κατά την οποία κίνητρο σε κάθε οικονομική δραστηριότητα είναι η επιδίωξη του καλύτερου αποτελέσματος με τη μικρότερη προσπάθεια. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. hédonisme, αγγλ. hedonism]
19754ηδονιστής[ἡδονιστής] η-δο-νι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ηδονίστρια} 1. (λόγ.) πρόσωπο που αναζητά τις απολαύσεις, φιλήδονος. ΣΥΝ. ηδονοθήρας 2. ΦΙΛΟΣ. οπαδός της θεωρίας του ηδονισμού. [< γαλλ. hédoniste, αγγλ. hedonist]
19755ηδονιστικός, ή, ό [ἡδονιστικός] η-δο-νι-στι-κός επίθ. (λόγ.) 1. που σχετίζεται με τον ηδονισμό ή τον ηδονιστή: ~ός: τρόπος ζωής. ~ή: αντίληψη. ~ό: πνεύμα.|| (ΦΙΛΟΣ.) ~ή: φιλοσοφία. Το ~ό ιδεώδες του Επίκουρου.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ή: αρχή. 2. που προκαλεί ηδονή, ερωτική διέγερση: ~ή: ατμόσφαιρα. ~ό: άρωμα. ΣΥΝ. ηδονικός (1) ● επίρρ.: ηδονιστικά [< γαλλ. hédoniste, hédonistique, 1907, αγγλ. hedonistic]
19756ηδονοβλεπτικός, ή, ό [ἡδονοβλεπτικός] η-δο-νο-βλε-πτι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την ηδονοβλεψία. Πβ. οφθαλμολάγνος. ● επίρρ.: ηδονοβλεπτικά [< γαλλ. voyeuristique]
19757ηδονοβλεψία[ἡδονοβλεψία] η-δο-νο-βλε-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. παρακολούθηση (από κάποιον) ανυποψίαστων, συνήθ. άγνωστων ανθρώπων, που είναι γυμνοί ή επιδίδονται σε σεξουαλική δραστηριότητα, με στόχο την ερωτική του διέγερση. Πβ. μπανιστήρι, οφθαλμολαγνεία. [< γαλλ. voyeurisme, 1957]
19758ηδονοβλεψίας[ἡδονοβλεψίας] η-δο-νο-βλε-ψί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.) 1. πρόσωπο με χαρακτηριστικό γνώρισμα την ηδονοβλεψία: ~ες και επιδειξίες.|| ~ες της κλειδαρότρυπας/του κυβερνοχώρου. Πβ. ματάκιας, μπανιστηρτζής, οφθαλμολάγνος. 2. (γενικότ.) αυτός που αρέσκεται στην παρακολούθηση ερωτικών σκηνών: Θεατές που μετατρέπονται σε ~ες. [< γαλλ. voyeur]
19759ηδονοθήρας[ἡδονοθήρας] η-δο-νο-θή-ρας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): ηδονιστής, φιλήδονος. Πβ. καλοζωιστής, καλοπερασάκιας. Βλ. -θήρας.
19760ηδονοθηρία[ἡδονοθηρία] η-δο-νο-θη-ρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): επίμονη αναζήτηση ερωτικών κυρ. απολαύσεων. Πβ. ηδονισμός, φιληδονία.
19761ηδονοθηρικός, ή, ό [ἡδονοθηρικός] η-δο-νο-θη-ρι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την ηδονοθηρία ή τον ηδονοθήρα. ● επίρρ.: ηδονοθηρικά
19762ηδυ- & ηδύ-(λόγ.) α' συνθετικό που αναφέρεται στην ιδιότητα του 1. γλυκού στη γεύση: ηδύ-ποτο. 2. (μτφ.) ευχάριστου, κυρ. ερωτικού, αισθησιακού: ηδυ-παθής.
19763ηδυπάθεια[ἡδυπάθεια] η-δυ-πά-θει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. κάθε συμπεριφορά που εκπέμπει ή προκαλεί ερωτισμό: βλέμμα γεμάτο ~. Λικνιζόταν/ποζάρει με ~. ΣΥΝ. αισθησιασμός 2. ροπή, πάθος για υλικές, σαρκικές απολαύσεις. ΣΥΝ. λαγνεία (1), τρυφή (2), φιληδονία [< αρχ. ἡδυπάθεια ‘τρυφηλότητα’]
19764ηδυπαθής, ής, ές [ἡδυπαθής] η-δυ-πα-θής επίθ. {ηδυπαθέστ-ερος, -ατος} (λόγ.) 1. που εκπέμπει ερωτισμό ή τον προκαλεί: ~ής: χορός. ~ής: ατμόσφαιρα/μουσική/φωνή. ~ές: βλέμμα. ~είς: φωτογραφίες. ~ή: χείλια. Πβ. ηδονικός, λάγνος. ΣΥΝ. αισθησιακός 2. που ρέπει προς τις σαρκικές απολαύσεις. Βλ. -παθής. ΣΥΝ. φιλήδονος (1) ● επίρρ.: ηδυπαθώς [-ῶς] [< 2: αρχ. ἡδυπαθής]
19765ηδύποτο[ἡδύποτο] η-δύ-πο-το ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κάθε οινοπνευματώδες ποτό που παρασκευάζεται από εκχύλισμα φρούτων ή βοτάνων με προσθήκη γλυκαντικής ουσίας: παραδοσιακό ~. ΣΥΝ. λικέρ [< πβ. αρχ. ἡδύποτος ‘γλυκόπιοτος’]
19766ηδύς, εία, ύ [ἡδύς] η-δύς επίθ. {ηδύτερος, ήδιστος} (αρχαιοπρ.): ευχάριστος στις αισθήσεις, γλυκός: ~εία: γεύση. Πβ. απολαυστ-, ευφραντ-ικός. [< αρχ. ἡδύς]
19767ηδύτητα[ἡδύτητα] η-δύ-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ευχαρίστηση που προκαλείται στις αισθήσεις, γλυκύτητα: η ~ της φωνής του. [< μτγν. ἡδύτης]
19768ΗΕ: (τα) Ηνωμένα Έθνη. Βλ. ΟΗΕ, UN.
19769ΗΕΓ(το): ηλεκτροεγκεφαλογράφημα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.