Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [20620-20640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
19742Ηγουμενιτσιώτης, Ηγουμενιτσιώτισσα[Ἡγουμενιτσιώτης] Η-γου-με-νι-τσιώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Ηγουμενίτσα.
19743ηγούμενος, ηγουμένη[ἡγούμενος] η-γού-με-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -ένου} & (σπάν.-λαϊκό) γούμενος, (η)γουμένισσα: ΕΚΚΛΗΣ. ο/η επικεφαλής ανδρικής/γυναικείας Μονής, αντίστοιχα. Βλ. ηγούμενος, προ~. ΣΥΝ. καθηγούμενος, καθηγουμένη [< μεσν. ηγούμενος, ηγουμένη]
19744ηγουμενοσυμβούλιο[ἡγουμενοσυμβούλιο] η-γου-με-νο-συμ-βού-λι-ο ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. τριμελής επιτροπή διοίκησης μοναστηριού και διαχείρισης της μοναστηριακής περιουσίας με επικεφαλής τον ηγούμενο/την ηγουμένη. Πβ. γεροντία.
19745ήγουν[ἤγουν] ή-γουν σύνδ. (αρχαιοπρ.): δηλαδή, με άλλα λόγια: Λόγω ένδειας, ~ έλλειψης χρημάτων ... ΣΥΝ. ήτοι, τουτέστιν [< αρχ. ἤγουν]
19746ΗΔΑΤ(η): Ηλεκτρονική Δευτερογενής Αγορά Τίτλων (στο Χρηματιστήριο).
19747ήδη[ἤδη] ή-δη επίρρ. 1. δηλώνει ότι κάτι συμβαίνει πιο πριν ή πιο γρήγορα από κάτι άλλο ή απ' ό,τι αναμενόταν: Τελείωσε ~ η προθεσμία. Έχει ~ μπει το φθινόπωρο. Έχουν ~ φύγει. Τα πρώτα προβλήματα είχαν αρχίσει να παρουσιάζονται ~ από πέρσι. Θα είχαμε ~ τελειώσει, αν δεν καθυστερούσες τόσο!|| Είναι ~ ο πέμπτος χρόνος που .../έχουν περάσει ~ δέκα χρόνια από τότε που ... Πβ. κιόλας.|| (για κάτι που έχει γίνει, επομένως δεν χρειάζεται να επαναληφθεί) -Κάτσε να φάμε μαζί! -Όχι, έχω ~ τσιμπήσει κάτι.|| (εμφατ.) -Θέλεις κι άλλο; -Όχι, έχω ~ αρκετό. Είναι ~ (πολύ) αργά. Το ξέρω ~ (= προ πολλού). 2. πια, πλέον: Οι στενοχώριες ανήκουν ~ στο παρελθόν (: πάνε, πέρασαν). Είναι ~ μεγάλος, για να ... (= δεν είναι πια νέος). [< αρχ. ἤδη]
19750ηδονή[ἡδονή] η-δο-νή ουσ. (θηλ.) 1. αίσθημα ευχαρίστησης και απόλαυσης από την ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής: ερωτική/σαρκική/σεξουαλική/σωματική ~. Βλ. φιληδονία. 2. (μτφ.) έντονη ευχαρίστηση, τέρψη: πνευματική/υπέρτατη/ψυχική ~. Επίγειες/υλικές ~ές. Η ~ της εξουσίας/της ταχύτητας. Οι ~ές της ζωής. ● ΣΥΜΠΛ.: ρίγη ηδονής βλ. ρίγος, σκεύος ηδονής βλ. σκεύος [< αρχ. ἡδονή]
19751ηδονίζομαι[ἡδονίζομαι] η-δο-νί-ζο-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ηδονίστηκα, ηδονιζ-όμενος} (λόγ.) 1. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) ευχαριστιέμαι: ~εται να προκαλεί την οργή των άλλων. Πβ. απολαμβάνω, τέρπομαι. 2. νιώθω ηδονή.
19752ηδονικός, ή, ό [ἡδονικός] η-δο-νι-κός επίθ. (λόγ.) 1. που προκαλεί έντονη ερωτική κυρ. ευχαρίστηση ή διέγερση: ~ή: αίσθηση/ατμόσφαιρα/γεύση. ~ό: άγγιγμα/βλέμμα/παιχνίδι/φιλί. ~ά: χείλη. Πβ. αισθησιακός, απολαυστ-, διεγερτ-ικός, ηδυπαθής, λάγνος. ΣΥΝ. ηδονιστικός (2) 2. που είναι γεμάτος υλικές και ιδ. σαρκικές απολαύσεις: ~ή: ζωή. ● επίρρ.: ηδονικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. ἡδονικός, γαλλ. hédonique, αγγλ. hedonic]
19753ηδονισμός[ἡδονισμός] η-δο-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (λόγ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) επιδίωξη ευχαρίστησης, αναζήτηση απολαύσεων: άκρατος/καταναλωτικός/στείρος ~. Πβ. ηδονοθηρία, φιληδονία. Βλ. αισθησιασμός. 2. ΦΙΛΟΣ. θεωρία η οποία αναγνωρίζει την αναζήτηση και κατάκτηση της ηδονής ως ύψιστου αγαθού. Πβ. επικουρ-, ευδαιμον-ισμός. 3. ΨΥΧΟΛ. θεωρία σύμφωνα με την οποία η επιδίωξη της ηδονής και η αποφυγή του πόνου αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες της ανθρώπινης συμπεριφοράς. 4. ΟΙΚΟΝ. αρχή κατά την οποία κίνητρο σε κάθε οικονομική δραστηριότητα είναι η επιδίωξη του καλύτερου αποτελέσματος με τη μικρότερη προσπάθεια. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. hédonisme, αγγλ. hedonism]
19754ηδονιστής[ἡδονιστής] η-δο-νι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ηδονίστρια} 1. (λόγ.) πρόσωπο που αναζητά τις απολαύσεις, φιλήδονος. ΣΥΝ. ηδονοθήρας 2. ΦΙΛΟΣ. οπαδός της θεωρίας του ηδονισμού. [< γαλλ. hédoniste, αγγλ. hedonist]
19755ηδονιστικός, ή, ό [ἡδονιστικός] η-δο-νι-στι-κός επίθ. (λόγ.) 1. που σχετίζεται με τον ηδονισμό ή τον ηδονιστή: ~ός: τρόπος ζωής. ~ή: αντίληψη. ~ό: πνεύμα.|| (ΦΙΛΟΣ.) ~ή: φιλοσοφία. Το ~ό ιδεώδες του Επίκουρου.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ή: αρχή. 2. που προκαλεί ηδονή, ερωτική διέγερση: ~ή: ατμόσφαιρα. ~ό: άρωμα. ΣΥΝ. ηδονικός (1) ● επίρρ.: ηδονιστικά [< γαλλ. hédoniste, hédonistique, 1907, αγγλ. hedonistic]
19756ηδονοβλεπτικός, ή, ό [ἡδονοβλεπτικός] η-δο-νο-βλε-πτι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την ηδονοβλεψία. Πβ. οφθαλμολάγνος. ● επίρρ.: ηδονοβλεπτικά [< γαλλ. voyeuristique]
19757ηδονοβλεψία[ἡδονοβλεψία] η-δο-νο-βλε-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. παρακολούθηση (από κάποιον) ανυποψίαστων, συνήθ. άγνωστων ανθρώπων, που είναι γυμνοί ή επιδίδονται σε σεξουαλική δραστηριότητα, με στόχο την ερωτική του διέγερση. Πβ. μπανιστήρι, οφθαλμολαγνεία. [< γαλλ. voyeurisme, 1957]
19758ηδονοβλεψίας[ἡδονοβλεψίας] η-δο-νο-βλε-ψί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.) 1. πρόσωπο με χαρακτηριστικό γνώρισμα την ηδονοβλεψία: ~ες και επιδειξίες.|| ~ες της κλειδαρότρυπας/του κυβερνοχώρου. Πβ. ματάκιας, μπανιστηρτζής, οφθαλμολάγνος. 2. (γενικότ.) αυτός που αρέσκεται στην παρακολούθηση ερωτικών σκηνών: Θεατές που μετατρέπονται σε ~ες. [< γαλλ. voyeur]
19759ηδονοθήρας[ἡδονοθήρας] η-δο-νο-θή-ρας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): ηδονιστής, φιλήδονος. Πβ. καλοζωιστής, καλοπερασάκιας. Βλ. -θήρας.
19760ηδονοθηρία[ἡδονοθηρία] η-δο-νο-θη-ρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): επίμονη αναζήτηση ερωτικών κυρ. απολαύσεων. Πβ. ηδονισμός, φιληδονία.
19761ηδονοθηρικός, ή, ό [ἡδονοθηρικός] η-δο-νο-θη-ρι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την ηδονοθηρία ή τον ηδονοθήρα. ● επίρρ.: ηδονοθηρικά
19762ηδυ- & ηδύ-(λόγ.) α' συνθετικό που αναφέρεται στην ιδιότητα του 1. γλυκού στη γεύση: ηδύ-ποτο. 2. (μτφ.) ευχάριστου, κυρ. ερωτικού, αισθησιακού: ηδυ-παθής.
19763ηδυπάθεια[ἡδυπάθεια] η-δυ-πά-θει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. κάθε συμπεριφορά που εκπέμπει ή προκαλεί ερωτισμό: βλέμμα γεμάτο ~. Λικνιζόταν/ποζάρει με ~. ΣΥΝ. αισθησιασμός 2. ροπή, πάθος για υλικές, σαρκικές απολαύσεις. ΣΥΝ. λαγνεία (1), τρυφή (2), φιληδονία [< αρχ. ἡδυπάθεια ‘τρυφηλότητα’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.