| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 19764 | ηδυπαθής | , ής, ές [ἡδυπαθής] η-δυ-πα-θής επίθ. {ηδυπαθέστ-ερος, -ατος} (λόγ.) 1. που εκπέμπει ερωτισμό ή τον προκαλεί: ~ής: χορός. ~ής: ατμόσφαιρα/μουσική/φωνή. ~ές: βλέμμα. ~είς: φωτογραφίες. ~ή: χείλια. Πβ. ηδονικός, λάγνος. ΣΥΝ. αισθησιακός 2. που ρέπει προς τις σαρκικές απολαύσεις. Βλ. -παθής. ΣΥΝ. φιλήδονος (1) ● επίρρ.: ηδυπαθώς [-ῶς] [< 2: αρχ. ἡδυπαθής] | |
| 19765 | ηδύποτο | [ἡδύποτο] η-δύ-πο-το ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κάθε οινοπνευματώδες ποτό που παρασκευάζεται από εκχύλισμα φρούτων ή βοτάνων με προσθήκη γλυκαντικής ουσίας: παραδοσιακό ~. ΣΥΝ. λικέρ [< πβ. αρχ. ἡδύποτος ‘γλυκόπιοτος’] | |
| 19766 | ηδύς | , εία, ύ [ἡδύς] η-δύς επίθ. {ηδύτερος, ήδιστος} (αρχαιοπρ.): ευχάριστος στις αισθήσεις, γλυκός: ~εία: γεύση. Πβ. απολαυστ-, ευφραντ-ικός. [< αρχ. ἡδύς] | |
| 19767 | ηδύτητα | [ἡδύτητα] η-δύ-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ευχαρίστηση που προκαλείται στις αισθήσεις, γλυκύτητα: η ~ της φωνής του. [< μτγν. ἡδύτης] | |
| 19768 | ΗΕ | : (τα) Ηνωμένα Έθνη. Βλ. ΟΗΕ, UN. | |
| 19769 | ΗΕΓ | (το): ηλεκτροεγκεφαλογράφημα. | |
| 19770 | ήθελα | βλ. θέλω | |
| 19771 | ηθελημένος | , η, ο [ἠθελημένος] η-θε-λη-μέ-νος επίθ. (λόγ.): σκόπιμος, εκούσιος: ~η: αδράνεια/ενέργεια/επιλογή/παραβίαση (των κανόνων)/παράλειψη. ~ο: έγκλημα/λάθος. Ένα απρόοπτο, μη ~ο γεγονός. Πβ. εσκεμμένος, θεληματικός, οικειοθελής. ΑΝΤ. αθέλητος (1), ακούσιος ● επίρρ.: ηθελημένα & (λόγ.) -ως ● ΦΡ.: ηθελημένα ή μη/ή αθέλητα/ή άθελα: εκούσια ή ακούσια: Με τις πράξεις τους συνέβαλαν, ~ ~, στη διαιώνιση του προβλήματος. Πβ. θέλοντας ή μη/και μη. ● βλ. θέλω [< γερμ. gewillt] | |
| 19772 | ήθη | βλ. ήθος | |
| 19773 | ηθική | [ἠθική] η-θι-κή ουσ. (θηλ.) 1. το σύνολο των άγραφων κανόνων που ρυθμίζουν τη συμπεριφορά μιας κοινωνίας και αξιολογούν τις ανθρώπινες πράξεις, βάσει του τι θεωρείται τη δεδομένη εποχή από τα μέλη της ως καλό ή κακό, σωστό ή λάθος, πρέπον ή μη πρέπον, δηλ. κοινωνικά αποδεκτό ή μη· οι αντίστοιχες προσωπικές και υποκειμενικές αξίες και αρχές ανθρώπου (ή ομάδας): βικτωριανή (βλ. πουριτανισμός)/επαναστατική/κανονιστική/σεξουαλική ~. Σύμφωνα με την επικρατούσα/την παραδοσιακή/τη σύγχρονη ~. Κόντρα στην ~. ΣΥΝ. ήθη, ηθικές αρχές.|| Γονείς με άκαμπτη/αυστηρή ~ (= ηθικό κώδικα, βλ. συντηρητισμός). 2. συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από ενάρετα στοιχεία, καλοσύνη, τιμιότητα, αξιοπρέπεια, ακεραιότητα, σύνεση και κυρ. εγκράτεια όσον αφορά τις υλικές και σαρκικές απολαύσεις: άτομο αμφιβόλου/χαμηλής ~ής/με χαλαρή ~ (πβ. ελευθέρων ηθών). ΣΥΝ. αρετή (1), ηθικότητα, ήθος (1), χρηστότητα ΑΝΤ. ανηθικότητα 3. ΦΙΛΟΣ. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Η) ο αντίστοιχος φιλοσοφικός κλάδος (Ηθική Φιλοσοφία), ο οποίος μελετά τις έννοιες του "καλού" και του "κακού", προσπαθώντας να απαντήσει στο ερώτημα ποιο είναι το κριτήριο της ηθικής συμπεριφοράς· η αντίστοιχη διδασκαλία ή θεωρία ή το σχετικό σύγγραμμα: η αριστοτελική/καντιανή/σωκρατική/χριστιανική ~. Εφαρμοσμένη ~ (βλ. βιο~, νευρο~). Δεοντολογική/περιβαλλοντική ~. Πολιτική ~ (: του ατόμου που ασκεί πολιτική δραστηριότητα). Βλ. δόγμα, μετα~. 4. (ειδικότ.) δεοντολογία: επαγγελματική/ιατρική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αμέμπτου ηθικής βλ. άμεμπτος, επιχειρησιακή ηθική βλ. επιχειρησιακός [< μτγν. ἠθικός > ἠθική, γαλλ. morale, éthique, αγγλ. ethics] | |
| 19774 | ηθικισμός | [ἠθικισμός] η-θι-κι-σμός ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.) : αυστηρή προσήλωση στους κανόνες της ηθικής: άκαμπτος/στείρος/υποκριτικός ~.|| (ΝΟΜ.) Νομικός ~. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. moralisme] | |
| 19775 | ηθικιστής | [ἠθικιστής] η-θι-κι-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που υποστηρίζει, συχνά υποκριτικά, την αυστηρή προσήλωση στους ηθικούς κανόνες: πουριτανοί ~ές. ΣΥΝ. ηθικολόγος [< γαλλ. moraliste] | |
| 19776 | ηθικιστικός | , ή, ό [ἠθικιστικός] η-θι-κι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον ηθικισμό ή τον ηθικιστή: ~ή: αντίληψη/θεωρία/ιδεολογία/νοοτροπία/στάση. ~οί: κανόνες/περιορισμοί. ~ά: κηρύγματα. [< γαλλ. moralistique] | |
| 19777 | ηθικό | [ἠθικό] η-θι-κό ουσ. (ουδ.): ψυχική κατάσταση ή διάθεση ανθρώπου που καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει δυσκολίες ή αντιξοότητες: κλονισμένο/πεσμένο/πληγωμένο/υψηλό ~. Η μεγάλη νίκη αναπτέρωσε/εξύψωσε/ανέβασε το ~ της ομάδας που είχε καμφθεί/τρωθεί από τις αλλεπάλληλες ήττες. Δεν έχει χάσει το ~ (= αυτοπεποίθηση, ψυχικό σθένος) του. (εμφατ.) Ηθικό(ν) ακμαιότατο(ν)! Πβ. φρόνημα. ● ΣΥΜΠΛ.: ένεση ηθικού βλ. ένεση ● βλ. ηθικός [< γαλλ. moral] | |
| 19778 | ηθικο- | : α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία του χρηστού, ενάρετου: ~διδακτικός/~θρησκευτικός/~πλαστικός (πβ. ηθο-).|| (αρνητ. συνυποδ.) ~λογία/~λογώ. | |
| 19779 | ηθικοδιδακτικός | , ή, ό [ἠθικοδιδακτικός] η-θι-κο-δι-δα-κτι-κός επίθ.: που διδάσκει τους κανόνες της ηθικής ή στοχεύει στην ηθική διαπαιδαγώγηση: ~ό: έργο/κήρυγμα. ~ά: ποιήματα. Κείμενο με γνωμικό και ~ό περιεχόμενο/χαρακτήρα. | |
| 19780 | ηθικοθρησκευτικός | , ή, ό [ἠθικοθρησκευτικός] η-θι-κο-θρη-σκευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ηθική και τη θρησκεία ή με τον ηθικό κώδικα θρησκείας: ~ή: διδασκαλία. | |
| 19781 | ηθικολογία | [ἠθικολογία] η-θι-κο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. κάθε άποψη η οποία επιχειρεί με εμπάθεια και στενότητα πνεύματος να προβάλει τις εκάστοτε ηθικές αξίες ή να ασκήσει κριτική, βασισμένη σε κανόνες ηθικής: στείρα/υποκριτική/φτηνή ~. Απεχθάνεται τις ~ες και τα κηρύγματα. 2. (σπάν.-παλαιότ.) διδασκαλία περί ηθικής. [< γαλλ. moralisation] | |
| 19782 | ηθικολογικός | , ή, ό [ἠθικολογικός] η-θι-κο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ηθικολογία ή τον ηθικολόγο: ~ός: βερμπαλισμός. ~ή: κριτική/στάση. ~ό: κήρυγμα/περιεχόμενο (κειμένου). ~ές: ρητορείες. ● επίρρ.: ηθικολογικά [< γαλλ. moralisateur] | |
| 19783 | ηθικολόγος | [ἠθικολόγος] η-θι-κο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): πρόσωπο που κάνει κηρύγματα περί ηθικής, που κρίνει τη συμπεριφορά των άλλων από αυστηρά ηθική σκοπιά: φανατικός ~. Πουριτανός/σοβαροφανής και ~. ΣΥΝ. ηθικιστής [< γαλλ. moraliste] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ