Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [20640-20660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
19770ήθελαβλ. θέλω
19771ηθελημένος, η, ο [ἠθελημένος] η-θε-λη-μέ-νος επίθ. (λόγ.): σκόπιμος, εκούσιος: ~η: αδράνεια/ενέργεια/επιλογή/παραβίαση (των κανόνων)/παράλειψη. ~ο: έγκλημα/λάθος. Ένα απρόοπτο, μη ~ο γεγονός. Πβ. εσκεμμένος, θεληματικός, οικειοθελής. ΑΝΤ. αθέλητος (1), ακούσιος ● επίρρ.: ηθελημένα & (λόγ.) -ως ● ΦΡ.: ηθελημένα ή μη/ή αθέλητα/ή άθελα: εκούσια ή ακούσια: Με τις πράξεις τους συνέβαλαν, ~ ~, στη διαιώνιση του προβλήματος. Πβ. θέλοντας ή μη/και μη. ● βλ. θέλω [< γερμ. gewillt]
19772ήθηβλ. ήθος
19773ηθική[ἠθική] η-θι-κή ουσ. (θηλ.) 1. το σύνολο των άγραφων κανόνων που ρυθμίζουν τη συμπεριφορά μιας κοινωνίας και αξιολογούν τις ανθρώπινες πράξεις, βάσει του τι θεωρείται τη δεδομένη εποχή από τα μέλη της ως καλό ή κακό, σωστό ή λάθος, πρέπον ή μη πρέπον, δηλ. κοινωνικά αποδεκτό ή μη· οι αντίστοιχες προσωπικές και υποκειμενικές αξίες και αρχές ανθρώπου (ή ομάδας): βικτωριανή (βλ. πουριτανισμός)/επαναστατική/κανονιστική/σεξουαλική ~. Σύμφωνα με την επικρατούσα/την παραδοσιακή/τη σύγχρονη ~. Κόντρα στην ~. ΣΥΝ. ήθη, ηθικές αρχές.|| Γονείς με άκαμπτη/αυστηρή ~ (= ηθικό κώδικα, βλ. συντηρητισμός). 2. συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από ενάρετα στοιχεία, καλοσύνη, τιμιότητα, αξιοπρέπεια, ακεραιότητα, σύνεση και κυρ. εγκράτεια όσον αφορά τις υλικές και σαρκικές απολαύσεις: άτομο αμφιβόλου/χαμηλής ~ής/με χαλαρή ~ (πβ. ελευθέρων ηθών). ΣΥΝ. αρετή (1), ηθικότητα, ήθος (1), χρηστότητα ΑΝΤ. ανηθικότητα 3. ΦΙΛΟΣ. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Η) ο αντίστοιχος φιλοσοφικός κλάδος (Ηθική Φιλοσοφία), ο οποίος μελετά τις έννοιες του "καλού" και του "κακού", προσπαθώντας να απαντήσει στο ερώτημα ποιο είναι το κριτήριο της ηθικής συμπεριφοράς· η αντίστοιχη διδασκαλία ή θεωρία ή το σχετικό σύγγραμμα: η αριστοτελική/καντιανή/σωκρατική/χριστιανική ~. Εφαρμοσμένη ~ (βλ. βιο~, νευρο~). Δεοντολογική/περιβαλλοντική ~. Πολιτική ~ (: του ατόμου που ασκεί πολιτική δραστηριότητα). Βλ. δόγμα, μετα~. 4. (ειδικότ.) δεοντολογία: επαγγελματική/ιατρική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αμέμπτου ηθικής βλ. άμεμπτος, επιχειρησιακή ηθική βλ. επιχειρησιακός [< μτγν. ἠθικός > ἠθική, γαλλ. morale, éthique, αγγλ. ethics]
19774ηθικισμός[ἠθικισμός] η-θι-κι-σμός ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.) : αυστηρή προσήλωση στους κανόνες της ηθικής: άκαμπτος/στείρος/υποκριτικός ~.|| (ΝΟΜ.) Νομικός ~. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. moralisme]
19775ηθικιστής[ἠθικιστής] η-θι-κι-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που υποστηρίζει, συχνά υποκριτικά, την αυστηρή προσήλωση στους ηθικούς κανόνες: πουριτανοί ~ές. ΣΥΝ. ηθικολόγος [< γαλλ. moraliste]
19776ηθικιστικός, ή, ό [ἠθικιστικός] η-θι-κι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον ηθικισμό ή τον ηθικιστή: ~ή: αντίληψη/θεωρία/ιδεολογία/νοοτροπία/στάση. ~οί: κανόνες/περιορισμοί. ~ά: κηρύγματα. [< γαλλ. moralistique]
19777ηθικό[ἠθικό] η-θι-κό ουσ. (ουδ.): ψυχική κατάσταση ή διάθεση ανθρώπου που καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει δυσκολίες ή αντιξοότητες: κλονισμένο/πεσμένο/πληγωμένο/υψηλό ~. Η μεγάλη νίκη αναπτέρωσε/εξύψωσε/ανέβασε το ~ της ομάδας που είχε καμφθεί/τρωθεί από τις αλλεπάλληλες ήττες. Δεν έχει χάσει το ~ (= αυτοπεποίθηση, ψυχικό σθένος) του. (εμφατ.) Ηθικό(ν) ακμαιότατο(ν)! Πβ. φρόνημα. ● ΣΥΜΠΛ.: ένεση ηθικού βλ. ένεση ● βλ. ηθικός [< γαλλ. moral]
19778ηθικο-: α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία του χρηστού, ενάρετου: ~διδακτικός/~θρησκευτικός/~πλαστικός (πβ. ηθο-).|| (αρνητ. συνυποδ.) ~λογία/~λογώ.
19779ηθικοδιδακτικός, ή, ό [ἠθικοδιδακτικός] η-θι-κο-δι-δα-κτι-κός επίθ.: που διδάσκει τους κανόνες της ηθικής ή στοχεύει στην ηθική διαπαιδαγώγηση: ~ό: έργο/κήρυγμα. ~ά: ποιήματα. Κείμενο με γνωμικό και ~ό περιεχόμενο/χαρακτήρα.
19780ηθικοθρησκευτικός, ή, ό [ἠθικοθρησκευτικός] η-θι-κο-θρη-σκευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ηθική και τη θρησκεία ή με τον ηθικό κώδικα θρησκείας: ~ή: διδασκαλία.
19781ηθικολογία[ἠθικολογία] η-θι-κο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. κάθε άποψη η οποία επιχειρεί με εμπάθεια και στενότητα πνεύματος να προβάλει τις εκάστοτε ηθικές αξίες ή να ασκήσει κριτική, βασισμένη σε κανόνες ηθικής: στείρα/υποκριτική/φτηνή ~. Απεχθάνεται τις ~ες και τα κηρύγματα. 2. (σπάν.-παλαιότ.) διδασκαλία περί ηθικής. [< γαλλ. moralisation]
19782ηθικολογικός, ή, ό [ἠθικολογικός] η-θι-κο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ηθικολογία ή τον ηθικολόγο: ~ός: βερμπαλισμός. ~ή: κριτική/στάση. ~ό: κήρυγμα/περιεχόμενο (κειμένου). ~ές: ρητορείες. ● επίρρ.: ηθικολογικά [< γαλλ. moralisateur]
19783ηθικολόγος[ἠθικολόγος] η-θι-κο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): πρόσωπο που κάνει κηρύγματα περί ηθικής, που κρίνει τη συμπεριφορά των άλλων από αυστηρά ηθική σκοπιά: φανατικός ~. Πουριτανός/σοβαροφανής και ~. ΣΥΝ. ηθικιστής [< γαλλ. moraliste]
19784ηθικολογώ[ἠθικολογῶ] η-θι-κο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {ηθικολογ-είς, -ώντας | ηθικολόγ-ησε, -ήσει} (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): εκφράζω δογματικές απόψεις, ασκώ κριτική για ζητήματα ηθικής συνήθ. με στενότητα πνεύματος: ~ούν ανούσια/υποκριτικά. Βλ. -λογώ. [< γαλλ. moraliser]
19785ηθικοπλαστικός, ή, ό [ἠθικοπλαστικός] η-θι-κο-πλα-στι-κός επίθ. (συχνά αρνητ. συνυποδ.): που στοχεύει στην ηθική διαπαιδαγώγηση: ~ός: διδακτισμός/λόγος. ~ή: διδασκαλία/προσέγγιση. ~ό: έργο/κήρυγμα. ~ά: διδάγματα. ΣΥΝ. ηθοπλαστικός
19786ηθικοποίηση[ἠθικοποίηση] η-θι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ηθική διαμόρφωση ή αναμόρφωση: ~ του ανθρώπου/της κοινωνίας/της πολιτικής. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. moralisation]
19788ηθικοπολιτικός, ή, ό [ἠθικοπολιτικός] η-θι-κο-πο-λι-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται συγχρόνως στην ηθική και την πολιτική: ~ή: απαξίωση/κρίση. ~ές: αντιλήψεις/αρχές. ~ά: πρότυπα. Η ~ή διάσταση ενός ζητήματος. ● επίρρ.: ηθικοπολιτικά
19789ηθικός, ή, ό [ἠθικός] η-θι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στην ηθική και το ήθος· ειδικότ. που σχετίζεται με ή απορρέει από τις έννοιες του καλού και του κακού, του σωστού και του λάθους, του πρέποντος και του μη πρέποντος, όπως αυτές επιβάλλονται από τον άγραφο νόμο ή τη συνείδηση του καθενός: ~ός: σχετικισμός. ~ή: αγωγή/αμφιβολία/αμφισημία/ανάπτυξη (: διάπλαση χαρακτήρα, διαπαιδαγώγηση)/ανωτερότητα/αυθεντία/(ΝΟΜ.) αυτουργία/διδασκαλία/εξουσία/επιβεβαίωση/Θεολογία/κατάπτωση/μόλυνση/υπεροχή/Φιλοσοφία. ~ό: κύρος/πλεονέκτημα/σύστημα. ~οί: κανόνες. ~ές: αξίες/διαστάσεις/προεκτάσεις. ~ά: κίνητρα. Είναι ~ών αρχών (= ~ός). Δεν έχει ~ούς δισταγμούς/ενδοιασμούς/φραγμούς. Εξετάζω/κρίνω κάτι από ~ής πλευράς/σκοπιάς. Η ~ή συνείδηση (ή σπανιότ. αίσθηση)/υπόσταση του ανθρώπου. Το ~ό δικαίωμα του δημιουργού (βλ. πνευματικά δικαιώματα). Φέρει τεράστια (νομική/πολιτική και) ~ή ευθύνη. Έχω την ~ή υποχρέωση/~ό χρέος (/καθήκον) να τον βοηθήσω. Ανέλαβε την ~ή δέσμευση να ... Η ανθρωπιστική δράση είναι ~ή επιταγή. Βλ. βιο~, μετα~. 2. (ειδικότ.) ενάρετος, καλός, τίμιος: ~ός: άνθρωπος/πολιτικός. Είναι ~ό στοιχείο (= ~ χαρακτήρας).|| ~ή: συμπεριφορά. ~ές: πράξεις. Πβ. αγνός, ακέραιος, δίκαιος, εγκρατής, σεμνός, χρηστός. Βλ. αισχρός, διεφθαρμένος, φαύλος. ΑΝΤ. ανήθικος 3. που σχετίζεται με τον ψυχικό κόσμο κάποιου ή την προσωπικότητά του ή που έχει συναισθηματική αξία: ~ή: ανωτερότητα. ~ές: αρετές. ~ά: προτερήματα/χαρίσματα. Πβ. ψυχοπνευματικός.|| ~ή: αμοιβή/(υπο)στήριξη (ΑΝΤ. υλική, χρηματική). ~ή: νίκη. ● επίρρ.: ηθικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ηθική ικανοποίηση: αίσθημα δικαιοσύνης και ευχαρίστησης για καλή πράξη ή θετική κατάληξη αγώνα ή φιλοδοξίας: Αισθάνομαι/νιώθω (μεγάλη) ~ ~. Η ~ ~ θα είναι η μοναδική ανταμοιβή μας. Βλ. αγαθοεργία. [< γαλλ. satisfaction morale], ηθικός κώδικας/νόμος: το σύνολο των άγραφων και άτυπων κανόνων ηθικής που επικρατούν σε μια κοινωνία. Πβ. φυσικό δίκαιο. [< γαλλ. code/loi morale] , ηθική αποζημίωση βλ. αποζημίωση, ηθική βλάβη βλ. βλάβη, ηθική παρενόχληση βλ. παρενόχληση, ηθικής τάξης/τάξεως βλ. τάξη, ηθικό ανάστημα βλ. ανάστημα, ηθικό δίδαγμα βλ. δίδαγμα, ηθικός κίνδυνος βλ. κίνδυνος, ηθικός πανικός βλ. πανικός, ηθικός τουρισμός βλ. τουρισμός, ηθικός/έμμεσος αυτουργός βλ. αυτουργός ● βλ. ηθικό [< αρχ. ἠθικός ‘σχετικός με την ηθική, εκφραστικός, ευγενικός’, γαλλ. moral, éthique, αγγλ. ethical]
19790ηθικότητα[ἠθικότητα] η-θι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ηθικού, συμφωνία με τους κανόνες της ηθικής και τις ηθικές αξίες: η ~ ενός ατόμου/μιας πράξης. Έλλειψη/πρότυπο ~ας. Πβ. αρετή, ήθος, ακεραι-, τιμι-, χρηστ-ότητα. ΑΝΤ. ανηθικότητα [< μτγν. ἠθικότης, γαλλ. moralité]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.