Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [20660-20680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
19784ηθικολογώ[ἠθικολογῶ] η-θι-κο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {ηθικολογ-είς, -ώντας | ηθικολόγ-ησε, -ήσει} (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): εκφράζω δογματικές απόψεις, ασκώ κριτική για ζητήματα ηθικής συνήθ. με στενότητα πνεύματος: ~ούν ανούσια/υποκριτικά. Βλ. -λογώ. [< γαλλ. moraliser]
19785ηθικοπλαστικός, ή, ό [ἠθικοπλαστικός] η-θι-κο-πλα-στι-κός επίθ. (συχνά αρνητ. συνυποδ.): που στοχεύει στην ηθική διαπαιδαγώγηση: ~ός: διδακτισμός/λόγος. ~ή: διδασκαλία/προσέγγιση. ~ό: έργο/κήρυγμα. ~ά: διδάγματα. ΣΥΝ. ηθοπλαστικός
19786ηθικοποίηση[ἠθικοποίηση] η-θι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ηθική διαμόρφωση ή αναμόρφωση: ~ του ανθρώπου/της κοινωνίας/της πολιτικής. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. moralisation]
19788ηθικοπολιτικός, ή, ό [ἠθικοπολιτικός] η-θι-κο-πο-λι-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται συγχρόνως στην ηθική και την πολιτική: ~ή: απαξίωση/κρίση. ~ές: αντιλήψεις/αρχές. ~ά: πρότυπα. Η ~ή διάσταση ενός ζητήματος. ● επίρρ.: ηθικοπολιτικά
19789ηθικός, ή, ό [ἠθικός] η-θι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στην ηθική και το ήθος· ειδικότ. που σχετίζεται με ή απορρέει από τις έννοιες του καλού και του κακού, του σωστού και του λάθους, του πρέποντος και του μη πρέποντος, όπως αυτές επιβάλλονται από τον άγραφο νόμο ή τη συνείδηση του καθενός: ~ός: σχετικισμός. ~ή: αγωγή/αμφιβολία/αμφισημία/ανάπτυξη (: διάπλαση χαρακτήρα, διαπαιδαγώγηση)/ανωτερότητα/αυθεντία/(ΝΟΜ.) αυτουργία/διδασκαλία/εξουσία/επιβεβαίωση/Θεολογία/κατάπτωση/μόλυνση/υπεροχή/Φιλοσοφία. ~ό: κύρος/πλεονέκτημα/σύστημα. ~οί: κανόνες. ~ές: αξίες/διαστάσεις/προεκτάσεις. ~ά: κίνητρα. Είναι ~ών αρχών (= ~ός). Δεν έχει ~ούς δισταγμούς/ενδοιασμούς/φραγμούς. Εξετάζω/κρίνω κάτι από ~ής πλευράς/σκοπιάς. Η ~ή συνείδηση (ή σπανιότ. αίσθηση)/υπόσταση του ανθρώπου. Το ~ό δικαίωμα του δημιουργού (βλ. πνευματικά δικαιώματα). Φέρει τεράστια (νομική/πολιτική και) ~ή ευθύνη. Έχω την ~ή υποχρέωση/~ό χρέος (/καθήκον) να τον βοηθήσω. Ανέλαβε την ~ή δέσμευση να ... Η ανθρωπιστική δράση είναι ~ή επιταγή. Βλ. βιο~, μετα~. 2. (ειδικότ.) ενάρετος, καλός, τίμιος: ~ός: άνθρωπος/πολιτικός. Είναι ~ό στοιχείο (= ~ χαρακτήρας).|| ~ή: συμπεριφορά. ~ές: πράξεις. Πβ. αγνός, ακέραιος, δίκαιος, εγκρατής, σεμνός, χρηστός. Βλ. αισχρός, διεφθαρμένος, φαύλος. ΑΝΤ. ανήθικος 3. που σχετίζεται με τον ψυχικό κόσμο κάποιου ή την προσωπικότητά του ή που έχει συναισθηματική αξία: ~ή: ανωτερότητα. ~ές: αρετές. ~ά: προτερήματα/χαρίσματα. Πβ. ψυχοπνευματικός.|| ~ή: αμοιβή/(υπο)στήριξη (ΑΝΤ. υλική, χρηματική). ~ή: νίκη. ● επίρρ.: ηθικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ηθική ικανοποίηση: αίσθημα δικαιοσύνης και ευχαρίστησης για καλή πράξη ή θετική κατάληξη αγώνα ή φιλοδοξίας: Αισθάνομαι/νιώθω (μεγάλη) ~ ~. Η ~ ~ θα είναι η μοναδική ανταμοιβή μας. Βλ. αγαθοεργία. [< γαλλ. satisfaction morale], ηθικός κώδικας/νόμος: το σύνολο των άγραφων και άτυπων κανόνων ηθικής που επικρατούν σε μια κοινωνία. Πβ. φυσικό δίκαιο. [< γαλλ. code/loi morale] , ηθική αποζημίωση βλ. αποζημίωση, ηθική βλάβη βλ. βλάβη, ηθική παρενόχληση βλ. παρενόχληση, ηθικής τάξης/τάξεως βλ. τάξη, ηθικό ανάστημα βλ. ανάστημα, ηθικό δίδαγμα βλ. δίδαγμα, ηθικός κίνδυνος βλ. κίνδυνος, ηθικός πανικός βλ. πανικός, ηθικός τουρισμός βλ. τουρισμός, ηθικός/έμμεσος αυτουργός βλ. αυτουργός ● βλ. ηθικό [< αρχ. ἠθικός ‘σχετικός με την ηθική, εκφραστικός, ευγενικός’, γαλλ. moral, éthique, αγγλ. ethical]
19790ηθικότητα[ἠθικότητα] η-θι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ηθικού, συμφωνία με τους κανόνες της ηθικής και τις ηθικές αξίες: η ~ ενός ατόμου/μιας πράξης. Έλλειψη/πρότυπο ~ας. Πβ. αρετή, ήθος, ακεραι-, τιμι-, χρηστ-ότητα. ΑΝΤ. ανηθικότητα [< μτγν. ἠθικότης, γαλλ. moralité]
19791ηθμοειδής, ής, ές [ἠθμοειδής] ηθ-μο-ει-δής επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. πορώδης, σπογγώδης: ~ές: νεύρο. ~είς: αρτηρίες. Καρκινώματα ~ούς τύπου. Βλ. -ειδής. ● ΣΥΜΠΛ.: ηθμοειδείς κυψέλες : ΑΝΑΤ. οι κοιλότητες που σχηματίζουν το ηθμοειδές οστό: Οι ~ ~ βρίσκονται στη βάση της μύτης μεταξύ των οφθαλμών και ανήκουν στους παραρρίνιους κόλπους., ηθμοειδές (οστό): ΑΝΑΤ. μικρό επίπεδο κάθετο οστό του κρανίου, το οποίο διαχωρίζει τη ρινική κοιλότητα σε δύο ημιμόρια. [< μτγν. ἠθμοειδής, γαλλ. ethmoїde, αγγλ. ethmoid]
19792ηθμός[ἠθμός] ηθ-μός ουσ. (αρσ.) (επίσ.) : οτιδήποτε χρησιμοποιείται ως μέσο διήθησης ή στράγγισης, φίλτρο: γυάλινος/πτυχωτός/χάρτινος ~. ~ καυσίμων. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Πήλινοι ~οί. Πβ. σουρω-, στραγγισ-τήρι. || (μτφ.) Μέσα από τον ~ της γνώσης. [< αρχ. ἠθμός]
19793ηθο-: α' συνθετικό επιθέτων και ουσιαστικών που αναφέρονται στα ήθη ή σπανιότ. την ηθικότητα: ~γράφημα/~λογικός/~ποιία/~ποιός.|| ~πλαστικός (πβ. ηθικο-).
19794ηθογράφημα[ἠθογράφημα] η-θο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): ΛΟΓΟΤ. κάθε λογοτεχνικό έργο που παρουσιάζει τα ήθη, τα έθιμα, τον τρόπο ζωής ενός κοινωνικού συνόλου και τον χαρακτήρα προσώπων ορισμένης εποχής. Βλ. -γράφημα, διήγημα, μυθιστόρημα, νουβέλα.
19795ηθογραφία[ἠθογραφία] η-θο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΛΟΓΟΤ. τάση της πεζογραφίας με βασικά χαρακτηριστικά την παρουσίαση των ηθών, των εθίμων, του τρόπου ζωής, των αντιπροσωπευτικών χαρακτήρων ενός κοινωνικού συνόλου σε συγκεκριµένο τόπο και χρόνο· το σχετικό λογοτεχνικό είδος: αγροτική/αστική/ρεαλιστική ~.|| (κατ' επέκτ., για κινηματογραφική ταινία, θεατρικό έργο ή τηλεοπτική σειρά) Κοινωνική/μουσική ~. Βλ. νατουραλισμός. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. είδος ζωγραφικής που χαρακτηρίζεται από την αναπαράσταση καθημερινών ανθρώπων. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. éthographie]
19796ηθογραφικός, ή, ό [ἠθογραφικός] η-θο-γρα-φι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην ηθογραφία: ~ός: ρεαλισμός. ~ή: κωμωδία/σάτιρα/ταινία. (ΛΟΓΟΤ.) ~ό: διήγημα/μυθιστόρημα. ~ά: στοιχεία.|| (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.) ~ός: πίνακας. ~ή: ζωγραφική. ~ές: σκηνές. [< γαλλ. éthographique]
19797ηθογράφος[ἠθογράφος] η-θο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πεζογράφος ή καλλιτέχνης που ασχολείται με την ηθογραφία: ~ της ζωής της υπαίθρου/πόλης. Βλ. -γράφος. [< αρχ. ἠθογράφος ‘αυτός που περιγράφει χαρακτήρες’]
19799ηθολογικός, ή, ό [ἠθολογικός] η-θο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ηθολογία: ~ή: οικολογία. ~ά: χαρακτηριστικά οργανισμών. [< γαλλ. éthologique, αγγλ. ethological]
19800ηθολόγος[ἠθολόγος] η-θο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ασχολείται με την ηθολογία: ζωολόγος και ~. ~ και ψυχαναλυτής. [< πβ. μτγν. ἠθολόγος ‘αυτός που παριστάνει χαρακτήρες, μίμος’, γαλλ. éthologue, éthologiste, 1950, αγγλ. ethologist]
19801ηθοπλαστικός, ή, ό [ἠθοπλαστικός] η-θο-πλα-στι-κός επίθ.: ηθικοπλαστικός.
19802ηθοποιία[ἠθοποιία] η-θο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) 1. υποκριτική (τέχνη): μαθήματα ~ας. Βλ. θέατρο, κινηματογράφος, τηλεόραση. 2. (ειδικότ.) ερμηνεία ρόλου: ανεπανάληπτη/άψογη/εξαίρετη/μέτρια/συγκλονιστική ~. Βραβείο/ρεσιτάλ ~ας. Πβ. παίξιμο, υπόκριση. 3. (μτφ.-προφ.-ειρων.) υποκρισία, προσποίηση: Μην τον πιστεύεις, από ~ σκίζει! [< μτγν. ἠθοποιία ‘διαμόρφωση του χαρακτήρα’]
19803ηθοποιός[ἠθοποιός] η-θο-ποι-ός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. καλλιτέχνης που ερμηνεύει ρόλους στη σκηνή, στη μεγάλη ή στη μικρή οθόνη: ανερχόμενος (βλ. ζεν πρεμιέ)/γνωστός/δημοφιλής/διάσημος/δραματικός/επαγγελματίας/ερασιτέχνης/καταξιωμένος/κωμικός/μεγάλος/μέτριος/νέος ~. Τραγικός ~ (= τραγωδός, βλ. κωμωδός). ~ διεθνούς φήμης. ~ της επιθεώρησης/του θεάτρου/του κινηματογράφου/της τηλεόρασης. Πβ. θεατρίνος. Βλ. κομπάρσος, ρολίστας. 2. (μτφ.) πρόσωπο που προσποιείται, υποκριτής. Πβ. ανειλικρινής, διπρόσωπος. [< αρχ. ἠθοποιός 'που διαμορφώνει, καλλιεργεί τον χαρακτήρα', γαλλ. comédien, acteur]
19804ήθος[ἦθος] ή-θος ουσ. (ουδ.) {ήθ-ους | -η, -ών} 1. χαρακτήρας, προσωπικότητα ή διαγωγή, συμπεριφορά που διέπεται από ηθικές αρχές, αρετή, καλοσύνη, τιμιότητα, σύνεση, ακεραιότητα, αξιοπρέπεια, σεμνότητα, εγκράτεια: διαμόρφωση/διάπλαση του ~ους (με την αγωγή). Μαθήματα ~ους και ανθρωπιάς. Ανθρώπινο/ανθρωπιστικό ~. Άνθρωπος με/χωρίς ~ (βλ. ηθικός, ανήθικος). Αποτελεί παράδειγμα/πρότυπο/υπόδειγμα ~ους. Επέδειξε ~ και ευαισθησία. Διακρίνεται για το ακέραιο/άμεμπτο/ανώτερο/άριστο/δημοκρατικό/εξαίρετο/λαμπρό/σπάνιο ~ του. Πβ. ηθικότητα.|| Δημόσιο/δημοσιογραφικό/εκκλησιαστικό (/ιερατικό)/επαγγελματικό/επιστημονικό/κοινωνικό/πατριωτικό/πολιτικό/χριστιανικό ~. Το ~ των πολιτών. Πβ. ποιόν. ΣΥΝ. ηθική (2) ΑΝΤ. ανηθικότητα 2. (ειδικότ.) ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα: το ~ της γλώσσας/ενός κειμένου/της μουσικής/της τέχνης. 3. ΦΙΛΟΛ. ένα από τα "κατά ποιόν" μέρη της τραγωδίας, το οποίο δηλώνει τον χαρακτήρα του τραγικού ήρωα, τον ψυχικό του κόσμο, τις σκέψεις, τα συναισθήματά του και τον τρόπο που αντιδρά σε κάθε περίπτωση: μύθος, ~, λέξη, διάνοια, όψη, μέλος.|| (κατ' επέκτ.) Το ~ των ηρώων ενός διηγήματος/μυθιστορήματος. 4. ΜΟΥΣ. (στην αρχ. ελλην. κ. βυζαντινή μουσική) η συγκεκριμένη διάθεση την οποία εκφράζει το μέλος και μεταδίδει στους ακροατές: διασταλτικό/συσταλτικό ~. Βλ. ήχος, τρόπος.ήθη (τα): αρχές ή πρότυπα συμπεριφοράς, που χαρακτηρίζουν ορισμένη κοινωνία: αυστηρά/βάρβαρα/μοντέρνα/χαλαρά ~. Το Τμήμα ~ών της Ασφάλειας. Προσβολή των ~ών. Τα ~ αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου. Πβ. ηθική, ηθικός κώδικας. ● ΣΥΜΠΛ.: βραβείο ήθους : ΑΘΛ. που απονέμεται σε ομάδα η οποία δεν απασχόλησε καθόλου την αθλητική δικαιοσύνη, σε επίπεδο παικτών ή φιλάθλων, κατά τη διάρκεια της αγωνιστικής περιόδου., ελευθέρων ηθών & (λόγ.) ελευθερίων ηθών & ελαφρών ηθών (επίσ.): χαλαρής ηθικής, κυρ. σε θέματα ερωτικής συμπεριφοράς: γυναίκα ~ ~ (πβ. πόρνη). [< γαλλ. de mœurs légères] , χρηστά ήθη: ΝΟΜ. σύνολο κανόνων ηθικής συμπεριφοράς, που σχετίζονται κυρ. με τη γενετήσια λειτουργία: Πράξη που αντιβαίνει στα/αντίκειται στα/είναι αντίθετη προς τα/προκαλεί τα/προσβάλλει τα/προσκρούει στα ~ ~ (και τη δημόσια τάξη). Πβ. δημόσια αιδώς, το κοινό/το δημόσιο αίσθημα. [< γαλλ. bonnes mœurs] , συναλλακτικά ήθη βλ. συναλλακτικός ● ΦΡ.: εγκλήματα κατά των ηθών (παρωχ.): ΝΟΜ. εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής (βιασμός, αποπλάνηση ανηλίκου, κακοποίηση, διακίνηση πορνογραφικού υλικού, πορνεία, τράφικινγκ)., ήθη και έθιμα: κοινωνικές συνήθειες και παραδόσεις: ελληνικά/πασχαλινά/χριστουγεννιάτικα ~ ~. ~ ~ της Αποκριάς/ενός τόπου. Βλ. λαογραφία., έκλυση (των) ηθών βλ. έκλυση, ήθος και ύφος/ύφος και ήθος βλ. ύφος, ω καιροί! ω ήθη!/άλλοι καιροί, άλλα ήθη/νέοι καιροί, νέα ήθη βλ. καιρός [< αρχ. ἦθος, αγγλ. ethos]
19806ΗΚΓ: ηλεκτροκαρδιογράφηµα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.