Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [20660-20680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
19791ηθμοειδής, ής, ές [ἠθμοειδής] ηθ-μο-ει-δής επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. πορώδης, σπογγώδης: ~ές: νεύρο. ~είς: αρτηρίες. Καρκινώματα ~ούς τύπου. Βλ. -ειδής. ● ΣΥΜΠΛ.: ηθμοειδείς κυψέλες : ΑΝΑΤ. οι κοιλότητες που σχηματίζουν το ηθμοειδές οστό: Οι ~ ~ βρίσκονται στη βάση της μύτης μεταξύ των οφθαλμών και ανήκουν στους παραρρίνιους κόλπους., ηθμοειδές (οστό): ΑΝΑΤ. μικρό επίπεδο κάθετο οστό του κρανίου, το οποίο διαχωρίζει τη ρινική κοιλότητα σε δύο ημιμόρια. [< μτγν. ἠθμοειδής, γαλλ. ethmoїde, αγγλ. ethmoid]
19792ηθμός[ἠθμός] ηθ-μός ουσ. (αρσ.) (επίσ.) : οτιδήποτε χρησιμοποιείται ως μέσο διήθησης ή στράγγισης, φίλτρο: γυάλινος/πτυχωτός/χάρτινος ~. ~ καυσίμων. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Πήλινοι ~οί. Πβ. σουρω-, στραγγισ-τήρι. || (μτφ.) Μέσα από τον ~ της γνώσης. [< αρχ. ἠθμός]
19793ηθο-: α' συνθετικό επιθέτων και ουσιαστικών που αναφέρονται στα ήθη ή σπανιότ. την ηθικότητα: ~γράφημα/~λογικός/~ποιία/~ποιός.|| ~πλαστικός (πβ. ηθικο-).
19794ηθογράφημα[ἠθογράφημα] η-θο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): ΛΟΓΟΤ. κάθε λογοτεχνικό έργο που παρουσιάζει τα ήθη, τα έθιμα, τον τρόπο ζωής ενός κοινωνικού συνόλου και τον χαρακτήρα προσώπων ορισμένης εποχής. Βλ. -γράφημα, διήγημα, μυθιστόρημα, νουβέλα.
19795ηθογραφία[ἠθογραφία] η-θο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΛΟΓΟΤ. τάση της πεζογραφίας με βασικά χαρακτηριστικά την παρουσίαση των ηθών, των εθίμων, του τρόπου ζωής, των αντιπροσωπευτικών χαρακτήρων ενός κοινωνικού συνόλου σε συγκεκριµένο τόπο και χρόνο· το σχετικό λογοτεχνικό είδος: αγροτική/αστική/ρεαλιστική ~.|| (κατ' επέκτ., για κινηματογραφική ταινία, θεατρικό έργο ή τηλεοπτική σειρά) Κοινωνική/μουσική ~. Βλ. νατουραλισμός. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. είδος ζωγραφικής που χαρακτηρίζεται από την αναπαράσταση καθημερινών ανθρώπων. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. éthographie]
19796ηθογραφικός, ή, ό [ἠθογραφικός] η-θο-γρα-φι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην ηθογραφία: ~ός: ρεαλισμός. ~ή: κωμωδία/σάτιρα/ταινία. (ΛΟΓΟΤ.) ~ό: διήγημα/μυθιστόρημα. ~ά: στοιχεία.|| (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.) ~ός: πίνακας. ~ή: ζωγραφική. ~ές: σκηνές. [< γαλλ. éthographique]
19797ηθογράφος[ἠθογράφος] η-θο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πεζογράφος ή καλλιτέχνης που ασχολείται με την ηθογραφία: ~ της ζωής της υπαίθρου/πόλης. Βλ. -γράφος. [< αρχ. ἠθογράφος ‘αυτός που περιγράφει χαρακτήρες’]
19798ηθολογία[ἠθολογία] η-θο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ.-ΨΥΧΟΛ. (κ. με κεφαλ. Η) η επιστήμη της συμπεριφοράς των ζωντανών οργανισμών στο φυσικό τους περιβάλλον: εξελικτική/κλινική ~. ~ του ανθρώπου/των ζωικών ειδών. ~ της αναπαραγωγής. Βλ. κοινωνιοβιολογία. 2. (σπάν.) συζήτηση σχετική με το ήθος (τον χαρακτήρα) ή τα ήθη. Βλ. ηθικολογία. [< μτγν. ἠθολογία ‘μίμηση ή περιγραφή χαρακτήρων’ 1: γαλλ. éthologie, γερμ. Ethologie, αγγλ. ethology]
19799ηθολογικός, ή, ό [ἠθολογικός] η-θο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ηθολογία: ~ή: οικολογία. ~ά: χαρακτηριστικά οργανισμών. [< γαλλ. éthologique, αγγλ. ethological]
19800ηθολόγος[ἠθολόγος] η-θο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ασχολείται με την ηθολογία: ζωολόγος και ~. ~ και ψυχαναλυτής. [< πβ. μτγν. ἠθολόγος ‘αυτός που παριστάνει χαρακτήρες, μίμος’, γαλλ. éthologue, éthologiste, 1950, αγγλ. ethologist]
19801ηθοπλαστικός, ή, ό [ἠθοπλαστικός] η-θο-πλα-στι-κός επίθ.: ηθικοπλαστικός.
19802ηθοποιία[ἠθοποιία] η-θο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) 1. υποκριτική (τέχνη): μαθήματα ~ας. Βλ. θέατρο, κινηματογράφος, τηλεόραση. 2. (ειδικότ.) ερμηνεία ρόλου: ανεπανάληπτη/άψογη/εξαίρετη/μέτρια/συγκλονιστική ~. Βραβείο/ρεσιτάλ ~ας. Πβ. παίξιμο, υπόκριση. 3. (μτφ.-προφ.-ειρων.) υποκρισία, προσποίηση: Μην τον πιστεύεις, από ~ σκίζει! [< μτγν. ἠθοποιία ‘διαμόρφωση του χαρακτήρα’]
19803ηθοποιός[ἠθοποιός] η-θο-ποι-ός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. καλλιτέχνης που ερμηνεύει ρόλους στη σκηνή, στη μεγάλη ή στη μικρή οθόνη: ανερχόμενος (βλ. ζεν πρεμιέ)/γνωστός/δημοφιλής/διάσημος/δραματικός/επαγγελματίας/ερασιτέχνης/καταξιωμένος/κωμικός/μεγάλος/μέτριος/νέος ~. Τραγικός ~ (= τραγωδός, βλ. κωμωδός). ~ διεθνούς φήμης. ~ της επιθεώρησης/του θεάτρου/του κινηματογράφου/της τηλεόρασης. Πβ. θεατρίνος. Βλ. κομπάρσος, ρολίστας. 2. (μτφ.) πρόσωπο που προσποιείται, υποκριτής. Πβ. ανειλικρινής, διπρόσωπος. [< αρχ. ἠθοποιός 'που διαμορφώνει, καλλιεργεί τον χαρακτήρα', γαλλ. comédien, acteur]
19804ήθος[ἦθος] ή-θος ουσ. (ουδ.) {ήθ-ους | -η, -ών} 1. χαρακτήρας, προσωπικότητα ή διαγωγή, συμπεριφορά που διέπεται από ηθικές αρχές, αρετή, καλοσύνη, τιμιότητα, σύνεση, ακεραιότητα, αξιοπρέπεια, σεμνότητα, εγκράτεια: διαμόρφωση/διάπλαση του ~ους (με την αγωγή). Μαθήματα ~ους και ανθρωπιάς. Ανθρώπινο/ανθρωπιστικό ~. Άνθρωπος με/χωρίς ~ (βλ. ηθικός, ανήθικος). Αποτελεί παράδειγμα/πρότυπο/υπόδειγμα ~ους. Επέδειξε ~ και ευαισθησία. Διακρίνεται για το ακέραιο/άμεμπτο/ανώτερο/άριστο/δημοκρατικό/εξαίρετο/λαμπρό/σπάνιο ~ του. Πβ. ηθικότητα.|| Δημόσιο/δημοσιογραφικό/εκκλησιαστικό (/ιερατικό)/επαγγελματικό/επιστημονικό/κοινωνικό/πατριωτικό/πολιτικό/χριστιανικό ~. Το ~ των πολιτών. Πβ. ποιόν. ΣΥΝ. ηθική (2) ΑΝΤ. ανηθικότητα 2. (ειδικότ.) ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα: το ~ της γλώσσας/ενός κειμένου/της μουσικής/της τέχνης. 3. ΦΙΛΟΛ. ένα από τα "κατά ποιόν" μέρη της τραγωδίας, το οποίο δηλώνει τον χαρακτήρα του τραγικού ήρωα, τον ψυχικό του κόσμο, τις σκέψεις, τα συναισθήματά του και τον τρόπο που αντιδρά σε κάθε περίπτωση: μύθος, ~, λέξη, διάνοια, όψη, μέλος.|| (κατ' επέκτ.) Το ~ των ηρώων ενός διηγήματος/μυθιστορήματος. 4. ΜΟΥΣ. (στην αρχ. ελλην. κ. βυζαντινή μουσική) η συγκεκριμένη διάθεση την οποία εκφράζει το μέλος και μεταδίδει στους ακροατές: διασταλτικό/συσταλτικό ~. Βλ. ήχος, τρόπος.ήθη (τα): αρχές ή πρότυπα συμπεριφοράς, που χαρακτηρίζουν ορισμένη κοινωνία: αυστηρά/βάρβαρα/μοντέρνα/χαλαρά ~. Το Τμήμα ~ών της Ασφάλειας. Προσβολή των ~ών. Τα ~ αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου. Πβ. ηθική, ηθικός κώδικας. ● ΣΥΜΠΛ.: βραβείο ήθους : ΑΘΛ. που απονέμεται σε ομάδα η οποία δεν απασχόλησε καθόλου την αθλητική δικαιοσύνη, σε επίπεδο παικτών ή φιλάθλων, κατά τη διάρκεια της αγωνιστικής περιόδου., ελευθέρων ηθών & (λόγ.) ελευθερίων ηθών & ελαφρών ηθών (επίσ.): χαλαρής ηθικής, κυρ. σε θέματα ερωτικής συμπεριφοράς: γυναίκα ~ ~ (πβ. πόρνη). [< γαλλ. de mœurs légères] , χρηστά ήθη: ΝΟΜ. σύνολο κανόνων ηθικής συμπεριφοράς, που σχετίζονται κυρ. με τη γενετήσια λειτουργία: Πράξη που αντιβαίνει στα/αντίκειται στα/είναι αντίθετη προς τα/προκαλεί τα/προσβάλλει τα/προσκρούει στα ~ ~ (και τη δημόσια τάξη). Πβ. δημόσια αιδώς, το κοινό/το δημόσιο αίσθημα. [< γαλλ. bonnes mœurs] , συναλλακτικά ήθη βλ. συναλλακτικός ● ΦΡ.: εγκλήματα κατά των ηθών (παρωχ.): ΝΟΜ. εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής (βιασμός, αποπλάνηση ανηλίκου, κακοποίηση, διακίνηση πορνογραφικού υλικού, πορνεία, τράφικινγκ)., ήθη και έθιμα: κοινωνικές συνήθειες και παραδόσεις: ελληνικά/πασχαλινά/χριστουγεννιάτικα ~ ~. ~ ~ της Αποκριάς/ενός τόπου. Βλ. λαογραφία., έκλυση (των) ηθών βλ. έκλυση, ήθος και ύφος/ύφος και ήθος βλ. ύφος, ω καιροί! ω ήθη!/άλλοι καιροί, άλλα ήθη/νέοι καιροί, νέα ήθη βλ. καιρός [< αρχ. ἦθος, αγγλ. ethos]
19806ΗΚΓ: ηλεκτροκαρδιογράφηµα.
19807ήκιστα[ἥκιστα] ή-κι-στα επίρρ. (αρχαιοπρ.): ελάχιστα ή καθόλου: αποτελέσματα ~ ικανοποιητικά.|| ~ με ενδιαφέρει αν ... (= διόλου, ουδόλως). [< αρχ. ἥκιστα]
19808ηλακάτη[ἠλακάτη] η-λα-κά-τη ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.) : ρόκα (το υφαντικό εργαλείο). [< αρχ. ἠλακάτη]
19810ηλεγμένος, η, ο βλ. ελεγμένος
19811ήλεγξαβλ. ελέγχω
19812ηλεκτρ-βλ. ηλεκτρο-

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.