Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [20680-20700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
19813Ηλέκτρα[Ἠλέκτρα] Η-λέ-κτρα ουσ. (θηλ.): στο ● ΣΥΜΠΛ.: σύμπλεγμα/σύνδρομο της Ηλέκτρας: ΨΥΧΑΝ. σύμπλεγμα το οποίο εκδηλώνεται στα κορίτσια συνήθ. από το τρίτο έως το έβδομο έτος της ηλικίας τους, με τη μορφή ασυνείδητης ερωτικής αγάπης προς τον πατέρα και εχθρικής στάσης προς τη μητέρα. Βλ. οιδιπόδειο σύμπλεγμα. [< γερμ. Elektrakomplex]
19814ηλεκτρακουστικήβλ. ηλεκτροακουστική
19815ηλεκτρακουστικός, ή, ό βλ. ηλεκτροακουστικός
19816ηλεκτράμαξα[ἠλεκτράμαξα] η-λε-κτρά-μα-ξα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. σιδηροδρομικό όχημα που τροφοδοτείται για την κίνησή του από εναέριο αγωγό ηλεκτρικού ρεύματος ή από τρίτη ηλεκτροφόρα σιδηροτροχιά παράλληλη προς τις δύο πάνω στις οποίες κινείται το όχημα. Βλ. μετρό, τραμ, τρένο. [< γαλλ. locomotive électrique]
19817ηλεκτραρνητικός, ή, ό [ἠλεκτραρνητικός] η-λε-κτραρ-νη-τι-κός επίθ. & ηλεκτροαρνητικός ΑΝΤ. ηλεκτροθετικός 1. ΧΗΜ. (για άτομο χημικού στοιχείου) που έχει την τάση να προσλαμβάνει με σχετική ευκολία ένα ή περισσότερα ηλεκτρόνια: ~ά: αέρια (: που έχουν την ικανότητα να δεσµεύουν ελεύθερα ηλεκτρόνια, σχηµατίζοντας αρνητικά ιόντα). Βλ. αλογόνο. 2. ΗΛΕΚΤΡ. που έχει αρνητικό ηλεκτρικό φορτίο. [< γαλλ. électronégatif, αγγλ. electronegative]
19818ηλεκτραρνητικότητα[ἠλεκτραρνητικότητα] η-λε-κτραρ-νη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) & ηλεκτροαρνητικότητα: ΧΗΜ. τάση ατόμου να έλκει ηλεκτρόνια στην εξωτερική του στιβάδα: η ~ ενός στοιχείου. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. ηλεκτροθετικότητα [< γαλλ. électronegativité, αγγλ. electronegativity, 1926]
19819ηλεκτρασθενής, ής, ές [ἠλεκτρασθενής] η-λε-κτρα-σθε-νής επίθ.: ΦΥΣ. που αναφέρεται στην ενοποιημένη θεωρία των ασθενών και ηλεκτρομαγνητικών αλληλεπιδράσεων: ~ής: δύναμη. [< αγγλ. electroweak, 1978, γαλλ. électrofaible, 1985]
19820ηλεκτρεγερτικός, ή, ό [ἠλεκτρεγερτικός] η-λε-κτρε-γερ-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που δημιουργεί ηλεκτρικό ρεύμα υπό την επίδραση μηχανικής ή χημικής δράσης. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρεγερτική δύναμη (συντομ. ΗΕΔ): διαφορά δυναμικού που αναπτύσσεται στους ακροδέκτες ηλεκτρικής πηγής, όταν αυτή δεν διαρρέεται από ηλεκτρικό ρεύμα: ~ ~ γεννήτριας/κυκλωμάτων. ~ ~ από (αυτ)επαγωγή. Βλ. τάση. [< γαλλ. force électromotrice] [< γαλλ. excitateur électrique]
19821ηλεκτρίζω[ἠλεκτρίζω] η-λε-κτρί-ζω ρ. (μτβ.) {ηλέκτρι-σε, ηλεκτρί-στηκε, -σμένος, ηλεκτρίζ-οντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.} 1. δημιουργώ ηλεκτρικό φορτίο στην επιφάνεια σώματος (με επαφή, επαγωγή, τριβή), μεταδίδω σε κάτι ηλεκτρισμό: Το χτένισμα με πιστολάκι ~ει τα μαλλιά.|| (ΦΥΣ.) Αρνητικά/θετικά ~σμένη ράβδος. ~σμένα: σωματίδια. 2. (μτφ.) προκαλώ ένταση, ξεσηκώνω: ~σε τα πλήθη με τον λόγο του. Πβ. διεγείρω.|| (αρνητ. συνυποδ.) Η ατμόσφαιρα ~στηκε επικίνδυνα. Συζήτηση σε ~σμένο κλίμα. Πβ. ξανάβω, πυρακτώνω, φορτίζω, φουντώνω. [< γαλλ. électriser, αγγλ. electrize]
19822ηλεκτρικός, ή, ό [ἠλεκτρικός] η-λε-κτρι-κός επίθ. 1. ΗΛΕΚΤΡ. που σχετίζεται με τον ηλεκτρισμό· ειδικότ. που παράγεται ή προξενείται από αυτόν: ~ός: αγωγός/έλεγχος. ~ή: γεννήτρια (= ηλεκτρογεννήτρια)/επαφή/ισχύς/καλωδίωση/μηχανική (= ηλεκτρομηχανική)/μόνωση/πηγή (βλ. μπαταρία)/ροή/σύνδεση/τάση. ~ό: δίκτυο/κύκλωμα/σήμα/σύστημα/φως. ~ές: ασφάλειες/ιδιότητες (σώματος)/μετρήσεις. ~ά: καλώδια. Πβ. ηλεκτρολογικός.|| ~ός: θόρυβος. ~ή: ανάφλεξη/θέρμανση (βλ. αερόθερμο, θερμάστρα, κονβέκτορας)/συγκόλληση (= ηλεκτροσυγκόλληση)/φόρτιση. ~ό: φως. ~ά: ερεθίσματα (βηματοδότη)/κύματα. Βλ. ατμο~, βιο~, δι~, ισο~, πιεζο~, ραδιο~, υδρο~, φωτο~, μαγνητικός, φωτοβολταϊκός. 2. ΤΕΧΝΟΛ. που χρησιμοποιεί ηλεκτρική ενέργεια για την κίνηση ή τη λειτουργία του: ~ός: εξοπλισμός/κινητήρας (= ηλεκτροκινητήρας). ~ή: κουζίνα/λάμπα/οδοντόβουρτσα/σόμπα/τουρμπίνα. ~ό: μαχαίρι. ~ά: εργαλεία/μάτια (= ~ές εστίες)/μηχανήματα/όργανα/παράθυρα (αυτοκινήτου). Μαγαζί με ~ές (οικιακές) συσκευές. Πβ. ηλεκτροκίνητος. Βλ. ηλεκτρονικός. 3. (ειδικότ., για μουσικό όργανο) που ο ήχος του μετατρέπεται σε ηλεκτρικό σήμα με τη βοήθεια μετατροπέα ενέργειας και, στη συνέχεια, εξέρχεται ενισχυμένος από το μεγάφωνο ενισχυτή: ~ή: κιθάρα. ~ό: βιολί/μπάσο.|| (κατ' επέκτ.) ~ή: μουσική. ΑΝΤ. ακουστικός (2) ● Ουσ.: ηλεκτρικά (τα) (προφ.): ενν. είδη ή καλώδια και γενικότ. ο ανάλογος εξοπλισμός: κατάστημα με ~.|| Βλάβη στα ~., ηλεκτρικό (το) (προφ.): ενν. ρεύμα· σπανιότ. η εγκατάσταση που το παρέχει· συνεκδ. ο λογαριασμός της ΔΕΗ: διακοπή ~ού. Έμειναν χωρίς ~.|| Το συνεργείο ήρθε να συνδέσει το ~.|| Ξέχασε να πληρώσει το ~ και του το έκοψαν. ● επίρρ.: ηλεκτρικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρικές γραμμές & (προφ.) γραμμές: αγωγοί μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος· ηλεκτρικά καλώδια: εναέριες ~ ~. ~ ~ υψηλής τάσης. Βλ. πυλώνας. [< αγγλ. electric lines], ηλεκτρικές εγκαταστάσεις & ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις: το σύνολο του γειωμένου μεταλλικού εξοπλισμού που χρησιμοποιείται για τη διανομή ηλεκτρικού ρεύματος σε κάποιον χώρο, δηλ. πίνακες με ρελέ, γραμμές (φωτός, τηλεφώνου, ηλεκτρικών συσκευών), πρίζες, διακόπτες. Βλ. δομημένη καλωδίωση. [< αγγλ. electrical installations], ηλεκτρική αγωγιμότητα: ΗΛΕΚΤΡ. ιδιότητα υλικού σώματος ή στοιχείου να μεταφέρει ηλεκτρικά φορτία, δηλ. να διαρρέεται από ηλεκτρικό ρεύμα: ~ ~ των μετάλλων/του νερού. Βλ. ηλεκτροπληξία., ηλεκτρική εκκένωση: ΦΥΣ. εκκένωση: συσκευή ~ής ~ης (βλ. ηλεκτροσόκ). Κατεργασία με ~ ~ (βλ. ηλεκτροδιάβρωση). Βλ. βολταϊκό/ηλεκτρικό τόξο, ηλεκτρικός σπινθήρας. [< αγγλ. electric discharge], ηλεκτρική ενέργεια: η ενέργεια των κινούμενων ηλεκτρονίων, δηλ. του ηλεκτρικού ρεύματος: μετατροπή της ~ής ~ας σε κινητική (βλ. κινητήρας)/σε φως. Τρόποι παραγωγής ~ής ~ας (π.χ. καύση λιγνίτη, πετρελαίου, κάρβουνου, πυρηνικά εργοστάσια, ηλιακά ή αιολικά πάρκα, υδροηλεκτρικά φράγματα). Εργοστάσιο ~ής ~ας (= ηλεκτρικό εργοστάσιο). Πβ. ηλεκτρισμός. [< γαλλ. énergie électrique, αγγλ. electric energy], ηλεκτρική καρέκλα: (κυρ. παλαιότ., σε ορισμένες πολιτείες των ΗΠΑ) κάθισμα με ηλεκτρόδια για εκτέλεση θανατοποινιτών με ηλεκτροπληξία· συνεκδ. η αντίστοιχη θανατική ποινή: Τον εκτέλεσαν/οδήγησαν στην ~ ~.|| (μτφ.) Σε ~ ~ κάθεται ο ... (: κυρ. για πρόσωπα που κατέχουν υψηλά αξιώματα ή για προπονητές ομάδων). [< αμερικ. electric chair, 1883], ηλεκτρική μηχανή : ΤΕΧΝΟΛ. που μετατρέπει τη μηχανική ενέργεια σε ηλεκτρική, δηλ. γεννήτρια ή το αντίστροφο, δηλ. κινητήρας., ηλεκτρικό αυτοκίνητο & όχημα: ΤΕΧΝΟΛ. που κινείται με ηλεκτρική ενέργεια, χρησιμοποιώντας ηλεκτροκινητήρες (επαναφορτιζόμενες μπαταρίες ή ηλιακούς συλλέκτες) αντί για μηχανή εσωτερικής καύσης, με αποτέλεσμα να είναι αθόρυβο και να μην παράγει ρύπους. Βλ. υβριδικό αυτοκίνητο, ηλεκτροκίνηση. [< αγγλ. electric car], ηλεκτρικό οξύ: ΧΗΜ. άχρωμη κρυσταλλική ουσία (C4H6O4), που βρίσκεται σε όλους τους ζωντανούς οργανισμούς και συμμετέχει στον μεταβολισμό: Το ~ ~ χρησιμοποιείται ως πρόσθετο στα τρόφιμα (Ε363). [< γαλλ. acide succinique], ηλεκτρικό πεδίο: ΗΛΕΚΤΡ. ο χώρος που έχει την ιδιότητα να ασκεί δύναμη σε κάθε ηλεκτρικό φορτίο, το οποίο βρίσκεται σε αυτόν, π.χ. γύρω από φορτισμένο αγωγό ή μονωτή, μέσα σε πυκνωτή, καλώδιο ή μπαταρία: ομογενές ~ ~. ~ και μαγνητικό ~ (= ηλεκτρομαγνητικό). Ένταση ~ού ~ου. [< αγγλ. electric field], ηλεκτρικό ρεύμα: ΗΛΕΚΤΡ. ρεύμα. ΣΥΝ. ηλεκτρισμός (2) [< γαλλ. courant électrique, αγγλ. electric current], βολταϊκό/ηλεκτρικό τόξο βλ. τόξο, ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά απόβλητα βλ. απόβλητα, ηλεκτρική καταιγίδα βλ. καταιγίδα, ηλεκτρική κουβέρτα βλ. κουβέρτα, ηλεκτρική σκούπα βλ. σκούπα, ηλεκτρική στήλη/ηλεκτρικό στοιχείο βλ. στήλη, ηλεκτρικό δυναμικό βλ. δυναμικό, ηλεκτρικό σοκ βλ. σοκ, ηλεκτρικό φορτίο βλ. φορτίο, ηλεκτρικός σιδηρόδρομος βλ. σιδηρόδρομος, ηλεκτρικός σπινθήρας βλ. σπινθήρας, ηλεκτρονική/ηλεκτρική κλειδαριά βλ. κλειδαριά, ηλεκτρονικό/ηλεκτρικό τσιγάρο βλ. τσιγάρο, κυλιόμενες σκάλες/κλίμακες βλ. κυλιόμενος [< γαλλ. électrique, αγγλ. electric(al), γερμ. elektrisch]
19823ηλέκτριση[ἠλέκτριση] η-λέ-κτρι-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣ. ανάπτυξη ηλεκτρικού φορτίου, φόρτιση σώματος με ηλεκτρισμό: ~ του εδάφους/των νεφών. ~ από απόσταση/εξ επαφής/με επαγωγή/με τριβή. 2. (σπάν.-μτφ.) πρόκληση έντασης ή ενθουσιασμού, διέγερση: ~ της ατμόσφαιρας/της κατάστασης/του κλίματος. Πβ. φόρτιση. [< γαλλ. électrisation, αγγλ. electrization]
19824ηλεκτρισμός[ἠλεκτρισμός] η-λε-κτρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΦΥΣ. θεμελιώδης μορφή ενέργειας, η οποία παράγεται από τη ροή ηλεκτρονίων κατά μήκος ενός αγωγού· (κατ' επέκτ., με κεφαλ. Η) ο αντίστοιχος κλάδος της Φυσικής: ατμοσφαιρικός ~ (: ηλεκτρικές εκκενώσεις στην ατμόσφαιρα· βλ. αστραπή, κεραυνός). Βλ. ηλεκτρομαγνητισμός, βιο~, εξ~, θερμο~, πιεζο~, ραδιο~, υγρο~, υδρο~, φωτο~.|| Αρνητικός/θετικός ~ (= ηλεκτρικό φορτίο). Βλ. -ισμός. 2. ΗΛΕΚΤΡ. (κατ΄επέκτ.) ηλεκτρικό ρεύμα: παραγωγή (βλ. γαιάνθρακας, γεννήτρια), μεταφορά και διανομή ~ού. Δημόσια Επιχείρηση ~ού (ΔΕΗ).|| Συσκευές που λειτουργούν με ~ό (= ηλεκτρικές). Έμειναν χωρίς ~ό. Πβ. ηλεκτρική ενέργεια, ηλεκτρικό. ● ΣΥΜΠΛ.: δυναμικός ηλεκτρισμός βλ. δυναμικός, στατικός ηλεκτρισμός βλ. στατικός [< γαλλ. électricité, αγγλ. electricity]
19825ήλεκτρο[ἤλεκτρο] ή-λε-κτρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) ηλέκτρου} 1. ΟΡΥΚΤ. κεχριμπάρι. 2. κράμα χρυσού και αργύρου: (ΑΡΧΑΙΟΛ.) νομίσματα/στατήρας από ~. [< αρχ. ἤλεκτρον]
19826ηλεκτρο-& ηλεκτρό- & ηλεκτρ-: α' συνθετικό ουσιαστικών και επιθέτων με αναφορά στο ηλεκτρικό ρεύμα ή τον ηλεκτρισμό: ηλεκτρο-ακουστική/~γεννήτρια/~δότηση/~δυναμική/~εγκεφαλογράφημα. Ηλεκτρό-λυση.|| Hλεκτρο-κίνητος. Ηλεκτρ-αρνητικός.
19827ηλεκτροακουστική[ἠλεκτροακουστική] η-λε-κτρο-α-κου-στι-κή ουσ. (θηλ.) & ηλεκτρακουστική: ΦΥΣ. κλάδος της ακουστικής και της ηλεκτρονικής που αφορά την παραγωγή, εγγραφή, επεξεργασία και αναπαραγωγή ήχου (μουσική, ομιλία, ηχητικά σήματα) με ηλεκτρικά ή ηλεκτρονικά μέσα. [< αγγλ. electroacoustics, 1926, γαλλ. électroacoustique, 1904]
19828ηλεκτροακουστικός, ή, ό [ἠλεκτροακουστικός] η-λε-κτρο-α-κου-στι-κός επίθ. & ηλεκτρακουστικός: ΦΥΣ. που σχετίζεται με την ηλεκτροακουστική: ~ός: εξοπλισμός/ήχος/μετατροπέας.|| (ΜΟΥΣ.) ~ή: κιθάρα/μουσική. ~ό: έργο. [< αγγλ. electroacoustic, 1935, γαλλ. électroacoustique, 1904]
19829ηλεκτροαρνητικός, ή, ό βλ. ηλεκτραρνητικός
19830ηλεκτροβαλβίδα[ἠλεκτροβαλβίδα] η-λε-κτρο-βαλ-βί-δα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. βαλβίδα της οποίας ο χειρισμός γίνεται με ηλεκτρομαγνήτη: κεντρική ~. ~ αερίου/ρύθμισης πίεσης. [< αγγλ. electrovalve, γαλλ. électrovalve]
19831ηλεκτροβάνα[ἠλεκτροβάνα] η-λε-κτρο-βά-να ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. βαλβίδα ελέγχου της ροής ρευστού, ο χειρισμός της οποίας γίνεται με ηλεκτρομαγνήτη: ~ αερίου/άρδευσης/υπόγειου ποτίσματος/χαμηλής παροχής. [< αγγλ. electrovan, γαλλ. électrovanne, 1972]
19832ηλεκτροβελονισμός[ἠλεκτροβελονισμός] η-λε-κτρο-βε-λο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): θεραπευτική μέθοδος που συνίσταται στη διέγερση επιλεγμένων σημείων του σώματος με ρεύμα ορισμένης έντασης και συχνότητας για αναλγητική, μυοχαλαρωτική, αγχολυτική ή άλλου είδους δράση: ~ χωρίς βελόνες. Βλ. ηλεκτροθεραπεία. [< αγγλ. electroacupuncture, 1972, γαλλ. électroacupuncture]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.