Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [20700-20720]

IDΛήμμαΕρμηνεία
19833ηλεκτροβόρος, ος/α, ο [ἠλεκτροβόρος] η-λε-κτρο-βό-ρος επίθ. (λόγ.): που καταναλώνει μεγάλη ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας κατά τη λειτουργία του: ~ος: εξοπλισμός. ~ος/α: βιομηχανία/συσκευή. ~ο: μηχάνημα. ~α: κλιματιστικά. Βλ. ενεργοβόρος.
19834ηλεκτρογεννήτρια[ἠλεκτρογεννήτρια] η-λε-κτρο-γεν-νή-τρι-α ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. γεννήτρια: εφεδρική/τριφασική ~. ~ ανάγκης/ντίζελ/υγραερίου και φυσικού αερίου/υδρογόνου. [< γαλλ. électrogénérateur, αγγλ. electrogenerator]
19835ηλεκτροδηγός[ἠλεκτροδηγός] η-λε-κτρο-δη-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): οδηγός ηλεκτρικού σιδηροδρόμου (μετρό και τραμ): Σωματείο ~ών ΗΣΑΠ. Πβ. μηχανοδηγός.
19836ηλεκτρόδια[ἠλεκτρόδια] η-λε-κτρό-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {-ιων (συχνότ. λόγ.) -ίων | σπανιότ. στον εν. ηλεκτρόδιο} άκρα αγωγού 1. ΗΛΕΚΤΡ. μέσω των οποίων το ηλεκτρικό ρεύμα διοχετεύεται σε άλλο ακροδέκτη ή σε ηλεκτρική συσκευή: ~ αγωγιμότητας. (ΧΗΜ.) Εκλεκτικά/επιλεκτικά ~ ιόντων (: για ηλεκτροχημικές μετρήσεις).|| Το αρνητικό (: κάθοδος)/το θετικό (: άνοδος) ~ο. ~ο γείωσης. 2. ΙΑΤΡ. που χρησιμοποιούνται για τον ηλεκτρικό ερεθισμό του νευρικού συστήματος, του δέρματος, των μυών, των σπλάχνων ή για την απαγωγή του βιοηλεκτρικού δυναμικού. Βλ. απινίδωση, καρδιογράφημα. [< γαλλ. électrodes, αγγλ. electrodes]
19837ηλεκτροδιάβρωση[ἠλεκτροδιάβρωση] η-λε-κτρο-δι-ά-βρω-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. τεχνική κατεργασίας αντικειμένων από μέταλλο, με ηλεκτρικές εκκενώσεις μικρής διάρκειας σε μονωτικό υγρό: ~ σύρματος.[< γαλλ. électroérosion]
19838ηλεκτροδιακός, ή, ό [ἠλεκτροδιακός] η-λε-κτρο-δι-α-κός επίθ.: ΗΛΕΚΤΡ. που σχετίζεται με τα ηλεκτρόδια: ~ή: αντίδραση. ~ό: δυναμικό. [< γαλλ. électrodique, αγγλ. electrodic]
19839ηλεκτροδιέγερση[ἠλεκτροδιέγερση] η-λε-κτρο-δι-έ-γερ-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): τεχνική που χρησιμοποιεί ηλεκτρικές εκκενώσεις για την ενεργοποίηση συνήθ. μυών, ιστών ή νεύρων: παθητική γυμναστική/φυσιοθεραπευτική αγωγή με ~. [< αγγλ. electrical stimulation]
19840ηλεκτροδιεγέρτης[ἠλεκτροδιεγέρτης] η-λε-κτρο-δι-ε-γέρ-της ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που προκαλεί ηλεκτροδιέγερση: νευρομυϊκός ~. Χρήση ~η στην αθλητιατρική. [< αγγλ. electrical stimulator]
19841ηλεκτροδότηση[ἠλεκτροδότηση] η-λε-κτρο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.): παροχή ηλεκτρικού ρεύματος: ~ αυθαιρέτων/νησιού. ~ήσεις οικιών και καταστημάτων. Έργα για ~ απομονωμένων οικισμών. ~ και υδροδότηση ακινήτων. Δίκτυα ~ης και ηλεκτροφωτισμού. Διακοπές ~ης λόγω ... Η ~ αποκαταστάθηκε σταδιακά. Πβ. εξηλεκτρισμός. Βλ. -δότηση. ΣΥΝ. ρευματοδότηση [< γαλλ. électrification, 1907]
19842ηλεκτροδοτικός, ή, ό [ἠλεκτροδοτικός] η-λε-κτρο-δο-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ηλεκτροδότηση: ~ός: σταθμός. ~ή: εταιρεία. ~ό: δίκτυο. ~ές: ανάγκες.
19843ηλεκτροδοτώ[ἠλεκτροδοτῶ] η-λε-κτρο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {ηλεκτροδοτ-εί, -ώντας | ηλεκτροδότ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: εγκαθιστώ δίκτυο διανομής ηλεκτρικού ρεύματος και κατ' επέκτ. παρέχω ηλεκτρικό ρεύμα: ~ήθηκαν δεκάδες απομακρυσμένα χωριά. Πβ. ηλεκτροφωτίζω.|| Το υδροηλεκτρικό εργοστάσιο ~εί όλο τον νομό. Σταθμός που ~εί νοικοκυριά/σπίτια. Η περιοχή ~είται με αιολική ενέργεια. ~ούμενη: γραμμή. Βλ. -δοτώ. [< γαλλ. électrifier]
19844ηλεκτροδυναμική[ἠλεκτροδυναμική] η-λε-κτρο-δυ-να-μι-κή ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. κλάδος της Φυσικής που μελετά τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ ηλεκτρικών ρευμάτων: διαστημική/κλασική (βλ. ηλεκτρομαγνητισμός) ~. Η ~ της ηλιακής ατμόσφαιρας/των υπεραγωγών. ΣΥΝ. δυναμικός ηλεκτρισμός (2) ● ΣΥΜΠΛ.: κβαντική ηλεκτροδυναμική: θεωρία που περιγράφει τις αλληλεπιδράσεις φορτισμένων σωματιδίων με ηλεκτρομαγνητικά πεδία. [< αγγλ. quantum electrodynamics, 1927] [< γαλλ. électrodynamique]
19845ηλεκτροδυναμικός, ή, ό [ἠλεκτροδυναμικός] η-λε-κτρο-δυ-να-μι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με την ηλεκτροδυναμική: ~ός: μετατροπέας. ~ή: ανύψωση/θεωρία. ~ό: ηχείο/μεγάφωνο/μικρόφωνο/πεδίο. ~ές: αλληλεπιδράσεις. [< γαλλ. électrodynamique, αγγλ. electrodynamic]
19846ηλεκτροεγκεφαλογράφημα[ἠλεκτροεγκεφαλογράφημα] η-λε-κτρο-ε-γκε-φα-λο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.) (συντομ. ΗΕΓ): ΙΑΤΡ. εγκεφαλογράφημα. [< αγγλ. electroencephalogram, 1934, γαλλ. électro-encéphalogramme, 1929]
19847ηλεκτροεγκεφαλογραφία[ἠλεκτροεγκεφαλογραφία] η-λε-κτρο-ε-γκε-φα-λο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. καταγραφή των διακυμάνσεων του ηλεκτρικού δυναμικού σε διάφορες περιοχές του εγκεφάλου μέσω ηλεκτροδίων. [< αγγλ. electroencephalography, 1936, γαλλ. électro- encéphalographie, 1929]
19848ηλεκτροεγκεφαλογράφος[ἠλεκτροεγκεφαλογράφος] η-λε-κτρο-ε-γκε-φα-λο-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. μηχάνημα ηλεκτροεγκεφαλογραφίας. [< αγγλ. electroencephalograph, 1935, γαλλ. électroencéphalographe]
19849ηλεκτροθεραπεία[ἠλεκτροθεραπεία] η-λε-κτρο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. θεραπευτική αγωγή με χρήση ηλεκτρισμού: αισθητική/κλινική ~. Φυσικοθεραπεία με ~. Βλ. ηλεκτροβελονισμός, -θεραπεία. [< γαλλ. électrothérapie, αγγλ. electrotherapy]
19850ηλεκτροθερμικός, ή, ό [ἠλεκτροθερμικός] η-λε-κτρο-θερ-μι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. -ΦΥΣ. που αναφέρεται στην παραγωγή θερμότητας με ηλεκτρισμό: ~ός: κινητήρας. ~ή: ενέργεια. ~ές: συσκευές. Βλ. ηλεκτροχημικός. [< γαλλ. électrothermique, 1923, αγγλ. electrothermal]
19851ηλεκτροθετικός, ή, ό [ἠλεκτροθετικός] η-λε-κτρο-θε-τι-κός επίθ. ΑΝΤ. ηλεκτραρνητικός 1. ΧΗΜ. για χημικό στοιχείο τα άτομα του οποίου έχουν την τάση να αποβάλλουν με σχετική ευκολία ένα ή περισσότερα ηλεκτρόνια: ~ή: ρίζα. ~ό: ιόν/μέταλλο. 2. ΗΛΕΚΤΡ. που έχει θετικό ηλεκτρικό φορτίο. [< γαλλ. électropositif, αγγλ. electropositive]
19852ηλεκτροθετικότητα[ἠλεκτροθετικότητα] η-λε-κτρο-θε-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. τάση ατόμου να αποβάλλει ηλεκτρόνια από την εξωτερική του στιβάδα, σχηματίζοντας θετικά ιόντα. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. ηλεκτραρνητικότητα [< γαλλ. électropositivité, αγγλ. electropositivity, 1955]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.