| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 19853 | ηλεκτροκαρδιογράφημα | [ἠλεκτροκαρδιογράφημα] η-λε-κτρο-καρ-δι-ο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.) (συντομ. ΗΚΓ): ΙΑΤΡ. καρδιογράφημα. [< γαλλ. électrocardiogramme, 1916, αγγλ. electrocardiogram, 1904] | |
| 19854 | ηλεκτροκαρδιογραφία | [ἠλεκτροκαρδιογραφία] η-λε-κτρο-καρ-δι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. καταγραφή των διακυμάνσεων του ηλεκτρικού δυναμικού που προκαλούνται από την ηλεκτρική δραστηριότητα του καρδιακού μυός: ειδική/περιπατητική/συμβατική/ψηφιακή ~. ~ κόπωσης και ηρεμίας. Πβ. καρδιογραφία. Βλ. απινίδωση, χόλτερ. [< γαλλ. électrocardiographie, 1912, αγγλ. electrocardiography, 1913] | |
| 19855 | ηλεκτροκαρδιογραφικός | , ή, ό [ἠλεκτροκαρδιογραφικός] η-λε-κτρο-καρ-δι-ο-γρα-φι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ηλεκτροκαρδιογραφία ή τον ηλεκτροκαρδιογράφο: ~ός: έλεγχος. ~ή: διάγνωση/δοκιμασία κόπωσης. ~ές: διαταραχές. ~ά: ευρήματα. ΣΥΝ. καρδιογραφικός [< αγγλ. electrocardiographic, 1910, γαλλ. électrocardiographique, 1919] | |
| 19856 | ηλεκτροκαρδιογράφος | [ἠλεκτροκαρδιογράφος] η-λε-κτρο-καρ-δι-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. καρδιογράφος. [< γαλλ. électrocardiographe, 1911, αγγλ. electrocardiograph, 1910] | |
| 19857 | ηλεκτροκαυτηρίαση | [ἠλεκτροκαυτηρίαση] η-λε-κτρο-καυ-τη-ρί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. καταστροφή ιστών με ειδικό όργανο, που έχει θερμανθεί με ηλεκτρικό ρεύμα: Η αιμορραγία ελέγχθηκε με ~. Βλ. διαθερμία, ηλεκτροχειρουργική, κρυοπηξία. [< αγγλ. electrocauterization, γαλλ. électrocautérisation] | |
| 19858 | ηλεκτροκίνηση | [ἠλεκτροκίνηση] η-λε-κτρο-κί-νη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. χρησιμοποίηση της ηλεκτρικής ενέργειας για την κίνηση οχημάτων ή για τη λειτουργία εργαλείων ή μηχανών: ~ αυτοκινήτων/τρένων. ~ στα μέσα μεταφοράς.|| ~ περσίδων. [< γαλλ. électromotion, αγγλ. electromotion, electromobility] | |
| 19859 | ηλεκτροκινητήρας | [ἠλεκτροκινητήρας] η-λε-κτρο-κι-νη-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανή μετατροπής της ηλεκτρικής ενέργειας σε μηχανική: ασύγχρονος/τριφασικός ~. Ισχύς/στροφές ~α. ~ες εναλλασσόμενου ρεύματος/χαμηλής τάσης. [< γαλλ. électromoteur, αγγλ. electromotor] | |
| 19860 | ηλεκτροκινητική | [ἠλεκτροκινητική] η-λε-κτρο-κι-νη-τι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Η): ΦΥΣ. κλάδος της ηλεκτρολογίας που μελετά την κίνηση των ηλεκτρικών φορτίων. Βλ. ηλεκτροστατική. [< γαλλ. électrocinétique, αγγλ. electrokinetics, περ. 1925] | |
| 19861 | ηλεκτροκινητικός | , ή, ό [ἠλεκτροκινητικός] η-λε-κτρο-κι-νη-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με την ηλεκτροκινητική: ~ή: δύναμη/ενέργεια. ~ό: δυναμικό. ~ές: μετρήσεις. ~ά: φαινόμενα (: που αφορούν την κίνηση σώματος λόγω ηλεκτρικών φορτίων). [< γαλλ. électrocinétique, 1933, αγγλ. electrokinetic] | |
| 19862 | ηλεκτροκίνητος | , η, ο [ἠλεκτροκίνητος] η-λε-κτρο-κί-νη-τος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που χρησιμοποιεί ηλεκτρική ενέργεια για την κίνηση ή τη λειτουργία του: ~ος: μηχανισμός/σιδηρόδρομος. ~η: αντλία/οροφή/πόρτα. ~ο: αναπηρικό κάθισμα/όχημα (βλ. τραμ). ~ες: μπάρες. ~α: λεωφορεία (βλ. τρόλεϊ). Βλ. -κίνητος. | |
| 19863 | ηλεκτροκόλληση | [ἠλεκτροκόλληση] η-λε-κτρο-κόλ-λη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτροσυγκόλληση. | |
| 19864 | ηλεκτρολογείο | [ἠλεκτρολογεῖο] η-λε-κτρο-λο-γεί-ο ουσ. (ουδ.): εργαστήριο επιδιόρθωσης ηλεκτρολογικών και ηλεκτρονικών συστημάτων: ~ αυτοκινήτων. Φανοποιείο, συνεργείο-~. | |
| 19865 | ηλεκτρολογία | [ἠλεκτρολογία] η-λε-κτρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Η): ΗΛΕΚΤΡ. επιστήμη με αντικείμενο τις εφαρμογές του ηλεκτρισμού: βασική/εφαρμοσμένη ~. ~ οχημάτων. ~-μηχανολογία. Βλ. -λογία, ραδιο~. [< γαλλ. électrologie, αγγλ. electrology] | |
| 19866 | ηλεκτρολογικός | , ή, ό [ἠλεκτρολογικός] η-λε-κτρο-λο-γι-κός επίθ.: που έχει σχέση με την ηλεκτρολογία ή τον ηλεκτρολόγο: ~ός: εξοπλισμός/πίνακας. ~ή: μηχανική (= ηλεκτρομηχανική)/σύνδεση. ~ό: δίκτυο/συνεργείο/υλικό. ~οί: διακόπτες. ~ές: καλωδιώσεις. ~ά: είδη/καταστήματα. ~οί και ηλεκτρονικοί αυτοματισμοί. Πβ. ηλεκτρικός. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρικές εγκαταστάσεις βλ. ηλεκτρικός [< γαλλ. électrologique, αγγλ. electrologic(al)] | |
| 19867 | ηλεκτρολόγος | [ἠλεκτρολόγος] η-λε-κτρο-λό-γος ουσ. (αρσ.) 1. ηλεκτροτεχνίτης: ~-εγκαταστάτης/συντηρητής. ~οι αυτοκινήτων. 2. επιστήμονας με αντικείμενο την ηλεκτρολογία: ~ μηχανικός (Ηλεκτρονικών Υπολογιστών)/μηχανολόγος. Βλ. -λόγος, ραδιο~. [< 1: γαλλ. électricien, αγγλ. electrician 2: γαλλ. ingénieur électricien, αγγλ. electrical engineer] | |
| 19868 | ηλεκτρόλυση | [ἠλεκτρόλυση] η-λε-κτρό-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. το σύνολο των χημικών μεταβολών που πραγματοποιούνται στους ηλεκτρολύτες κατά τη διέλευση ηλεκτρικού ρεύματος με μετακίνηση θετικών ιόντων προς την κάθοδο και αρνητικών ιόντων προς την άνοδο: ~ του νερού. Παραγωγή αλουμινίου μέσω της ~ης διαλύματος αλουμίνας. Βιομηχανία ~ης χλωριούχων αλκαλίων. [< γαλλ. électrolyse, αγγλ. electrolysis] | |
| 19869 | ηλεκτρολύτης | [ἠλεκτρολύτης] η-λε-κτρο-λύ-της ουσ. (αρσ.): ΧΗΜ. κάθε ουσία η οποία σε κατάσταση διαλύματος ή τήγματος παρουσιάζει αυξημένη ηλεκτρική αγωγιμότητα: ασθενείς/ισχυροί/στερεοί/υγροί ~ες. ~ες με μικρότερη ή μεγαλύτερη διαλυτότητα (: δυσδιάλυτοι/ευδιάλυτοι). ~ες ορού (: κάλιο, νάτριο, ασβέστιο, μαγνήσιο). Απώλεια υγρών και ~ών. [< γαλλ. électrolyte, αγγλ. electrolyte] | |
| 19870 | ηλεκτρολυτικός | , ή, ό [ἠλεκτρολυτικός] η-λε-κτρο-λυ-τι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που αναφέρεται στην ηλεκτρόλυση: ~ός: πυκνωτής/χαλκός. ~ή: αγωγιμότητα/διάβρωση/διάσπαση/επιμετάλλωση/κυψελίδα/συσκευή. ~ό: διάλυμα/στοιχείο. ~ή ισορροπία του οργανισμού/οξείδωση αποβλήτων/παραγωγή χημικών ενώσεων. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρολυτικές διαταραχές: ΙΑΤΡ. που αφορούν το ισοζύγιο ύδατος και ηλεκτρολυτών. [< γαλλ. électrolytique, αγγλ. electrolytic] | |
| 19871 | ηλεκτρολύω | [ἠλεκτρολύω] η-λε-κτρο-λύ-ω ρ. (μτβ.) {συνήθ. στο γ' πρόσ., κυρ. στην παθ. φωνή}: ΧΗΜ. προκαλώ ηλεκτρόλυση: Όταν το νερό ~εται, δίνει υδρογόνο και οξυγόνο. Τα διαλύματα των αλάτων ~ονται και διασπώνται στα συστατικά τους στοιχεία. [< γαλλ. électrolyser , αγγλ. electrolyze] | |
| 19872 | ηλεκτρομαγνήτης | [ἠλεκτρομαγνήτης] η-λε-κτρο-μα-γνή-της ουσ. (αρσ.): ΦΥΣ. συσκευή που χρησιμοποιείται για τη δημιουργία μαγνητικού πεδίου με χρήση ηλεκτρικού ρεύματος και η οποία αποτελείται από ράβδο μαλακού σιδήρου ή χαλκού (πυρήνας) και από σύρμα που τυλίγεται σε αυτή (πηνίο). [< γερμ. Elektromagnet, γαλλ. électroaimant, αγγλ. electromagnet] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ