| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 19873 | ηλεκτρομαγνητικός | , ή, ό [ἠλεκτρομαγνητικός] η-λε-κτρο-μα-γνη-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με τον ηλεκτρομαγνήτη ή τον ηλεκτρομαγνητισμό: ~ός: αισθητήρας/μηχανισμός/παλμός. ~ή: αλληλεπίδραση/δύναμη/επαγωγή/κλειδαριά/παρεμβολή. ~ό: πεδίο/φάσμα. ~ές: μετρήσεις/συσκευές/ταλαντώσεις. ~ά: μέσα/σήματα/φαινόμενα (βλ. ηλεκτρο-, μαγνητο-στατική). ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρομαγνητικά κύματα: διάδοση ηλεκτρικού και μαγνητικού πεδίου ταυτόχρονα στον ίδιο χώρο: εγκάρσια/τεχνητά/φυσικά ~ ~. Βλ. φωτόνιο., ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία : μεταφορά ενέργειας με τη μορφή ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων: Μορφές της ~ής ~ας είναι τα ραδιοκύματα, τα μικροκύματα, οι υπέρυθρες ακτίνες, το ορατό φως, οι υπεριώδεις ακτίνες, οι ακτίνες Χ και οι ακτίνες γάμμα., ηλεκτρομαγνητικό νέφος βλ. νέφος [< γερμ. elektromagnetisch, γαλλ. électromagnétique, αγγλ. electromagnetic] | |
| 19874 | ηλεκτρομαγνητισμός | [ἠλεκτρομαγνητισμός] η-λε-κτρο-μα-γνη-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Η): ΦΥΣ. το σύνολο των φαινομένων που σχετίζονται με ηλεκτρικά και μαγνητικά πεδία και ο κλάδος της Φυσικής που τα μελετά. [< γερμ. Elektromagnetismus, γαλλ. électromagnétisme, αγγλ. electromagnetism] | |
| 19875 | ηλεκτρομάλαξη | [ἠλεκτρομάλαξη] η-λε-κτρο-μά-λα-ξη ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ηλεκτρομασάζ. Βλ. χειρομάλαξη. | |
| 19876 | ηλεκτρομασάζ | [ἠλεκτρομασάζ] η-λε-κτρο-μα-σάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μασάζ με ειδικό ηλεκτρικό μηχάνημα. Βλ. χειρομασάζ. ΣΥΝ. ηλεκτρομάλαξη [< γαλλ. électromassage] | |
| 19877 | ηλεκτρομειωτήρας | [ἠλεκτρομειωτήρας] η-λε-κτρο-μει-ω-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. μειωτήρας που λειτουργεί με ηλεκτρισμό: μονοφασικός/τριφασικός ~. Γωνιακοί/ευθύγραμμοι ~ες. | |
| 19878 | ηλεκτρομηχανή | [ἠλεκτρομηχανή] η-λε-κτρο-μη-χα-νή ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. κάθε μηχανή που λειτουργεί με ηλεκτρικό ρεύμα ή παράγει ηλεκτρισμό: ~ ανάγκης. Βλ. βηματικός, -μηχανή. [< γαλλ. électromachine] | |
| 19879 | ηλεκτρομηχανική | [ἠλεκτρομηχανική] η-λε-κτρο-μη-χα-νι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Η): ΜΗΧΑΝ. κλάδος της ηλεκτρολογίας που μελετά τις εφαρμογές του ηλεκτρισμού στη μηχανική: ~ όπλων. [< γαλλ. électromécanique, αγγλ. electromechanics] | |
| 19880 | ηλεκτρομηχανικός | , ή, ό [ἠλεκτρομηχανικός] η-λε-κτρο-μη-χα-νι-κός επίθ.: ΜΗΧΑΝ. που σχετίζεται με μηχανή ή μηχανισμό, η λειτουργία της οποίας ή του οποίου εξασφαλίζεται με ηλεκτρισμό: ~ός: κινητήρας/μετατροπέας. ~ή: τεχνολογία. ~ό: φρένο. ~οί: ανελκυστήρες/διακόπτες/ηλεκτρονόμοι. Υδραυλικό τιμόνι με ~ή υποβοήθηση. ~ά συστήματα μετατροπής ενέργειας. [< γαλλ. électromécanique, αγγλ. electromechanical] | |
| 19881 | ηλεκτρομυογράφημα | [ἠλεκτρομυογράφημα] η-λε-κτρο-μυ-ο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. γραφική απεικόνιση των μεταβολών του ηλεκτρικού δυναμικού των μυών: ~ των κάτω άκρων. Βλ. -γράφημα. [< αγγλ. electromyogram, 1917, γαλλ. électromyogramme, 1943] | |
| 19882 | ηλεκτρομυογραφία | [ἠλεκτρομυογραφία] η-λε-κτρο-μυ-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαγνωστική μέθοδος νευρομυϊκών διαταραχών που περιλαμβάνει τεχνικές ελέγχου των μεταβολών του ηλεκτρικού δυναμικού των μυών: επιφανειακή ~. Βλ. -γραφία. [< αγγλ. electromyography, 1926, γαλλ. électromyographie, 1958] | |
| 19883 | ηλεκτρομυογραφικός | , ή, ό [ἠλεκτρομυογραφικός] η-λε-κτρο-μυ-ο-γρα-φι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το ηλεκτρομυογράφημα ή την ηλεκτρομυογραφία: ~ή: δραστηριότητα (των μυών)/εξέταση. ~ά: ευρήματα. [< αγγλ. electromyographical, γαλλ. électromyographique] | |
| 58695 | ηλεκτρομυογράφος | [ἠλεκτρομυογράφος] η-λε-κτρο-μυ-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. μηχάνημα ηλεκτρομυογραφίας. [< αγγλ. electromyograph, 1944] | |
| 19884 | ηλεκτρονική | [ἠλεκτρονική] η-λε-κτρο-νι-κή ουσ. (θηλ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. κλάδος της Φυσικής και της Τεχνολογίας που ασχολείται με τη μελέτη της κίνησης των ηλεκτρονίων και με τον σχεδιασμό ηλεκτρικών συσκευών και κυκλωμάτων. Πβ. ηλεκτρονικά (τα). Βλ. μικρο~, νανο~, οπτο~. [< αγγλ. electronics, 1910, γαλλ. électronique, περ. 1930] | |
| 19885 | ηλεκτρονικοποίηση | [ἠλεκτρονικοποίηση] η-λε-κτρο-νι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. χρήση ηλεκτρονικών μηχανών και πληροφοριακών συστημάτων για την εκτέλεση ενός έργου: ~ των διαδικασιών/της λειτουργίας (των επιχειρήσεων)/των συναλλαγών/των υπηρεσιών (της δημόσιας διοίκησης). Βλ. αυτοματο-, μηχανο-, ψηφιο-ποίηση, μηχανογράφηση. [< αγγλ. electronization] | |
| 19886 | ηλεκτρονικοποιώ | [ἠλεκτρονικοποιῶ] η-λε-κτρο-νι-κο-ποι-ώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {συνήθ. στη μτχ. -ημένος}: ΠΛΗΡΟΦ. κάνω ηλεκτρονικοποίηση: ~ημένο: σύστημα. ~ημένες: συναλλαγές. ~ημένα: δεδομένα. [< αγγλ. electronize] | |
| 19887 | ηλεκτρονικός | , ή, ό [ἠλεκτρονικός] η-λε-κτρο-νι-κός επίθ. 1. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. που βασίζει τη λειτουργία του στην ηλεκτρονική και ειδικότ. που περιέχει και χρησιμοποιεί λυχνίες, τρανζίστορ ή ολοκληρωμένα κυκλώματα-τσιπ· που σχετίζεται με αυτή: ~ός: διακόπτης/μετρητής/πίνακας. ~ή: ζυγαριά/οθόνη. ~ό: θερμόμετρο/πιεσόμετρο/ρολόι/σύστημα/χρονόμετρο. ~ές: κάμερες/μηχανές/συσκευές. ~ά: μουσικά όργανα (βλ. αρμόνιο, συνθεσάιζερ).|| ~ός: έλεγχος (κινητήρα). ~ή: ανάφλεξη/ασφάλεια/παρακολούθηση (: με κάμερες). ~ές: μετρήσεις. Πβ. ηλεκτρικός. Βλ. μικρο~, νανο~, φωτο~. 2. ΠΛΗΡΟΦ. που γίνεται, χρησιμοποιείται ή υφίσταται μέσω υπολογιστή και ιδ. του διαδικτύου: ~ή: επεξεργασία/καταγραφή/μεταφορά (χρημάτων)/πλοήγηση. ~ές: δημοσιεύσεις/συναλλαγές/υπηρεσίες.|| ~ή: ατζέντα/βάση (δεδομένων). ~ό: κατάστημα/λεξικό. ~ά: ίχνη/μέσα.|| ~ή: ζωή/φιλία. Πβ. διαδικτυακός, η-, ψηφιακός. 3. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. που σχετίζεται με τα ηλεκτρόνια ή ειδικότ. με το φαινόμενο της μετακίνησής τους κατά μήκος ενός αγωγού: ~ή: αγωγιμότητα/διαμόρφωση (ατόμων/στοιχείων)/δομή/ροή. ~ή Μικροσκοπία. ● Ουσ.: ηλεκτρονικά (τα) 1. (προφ.) μαγαζί στο οποίο μπορεί κάποιος να παίξει ηλεκτρονικά παιχνίδια. 2. (προφ.) ηλεκτρονική: Ασχολείται με τα ~. 3. ενν. συστήματα: ψηφιακά ~., ηλεκτρονικός (ο/η): επιστήμονας ή τεχνικός με ειδίκευση στην ηλεκτρονική: ~ μηχανικός. ~ υπολογιστών και δικτύων. [< γαλλ. électronicien, 1955] ● επίρρ.: ηλεκτρονικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονική ανταλλαγή δεδομένων: ΠΛΗΡΟΦ. (στα πλαίσια του ηλεκτρονικού εμπορίου) κοινή δομή αρχείων που επιτρέπει σε επιχειρήσεις, οργανισμούς και υπηρεσίες την αποστολή και λήψη εγγράφων και γενικότ. πληροφοριών μέσω των υπολογιστικών τους συστημάτων. [< αγγλ. electronic data interchange (EDI), 1975] , ηλεκτρονικό πορτοφόλι: ΤΕΧΝΟΛ. τραπεζική κάρτα για την πραγματοποίηση συναλλαγών μικρού ύψους, χωρίς μετρητά ή πιν. Πβ. έξυπνη κάρτα, ηλεκτρονικό χρήμα. [< αγγλ. electronic/e- wallet/purse] , ηλεκτρονικός υπολογιστής (Η/Υ): ΠΛΗΡΟΦ. αυτόματη ψηφιακή συσκευή που έχει προγραμματιστεί να επεξεργάζεται, να αποθηκεύει και να ανακτά δεδομένα, βάσει ενός συνόλου εντολών: κεντρικός/προσωπικός (= πι σι)/συμβατός/φορητός ~ ~. Βλ. κεντρική μονάδα επεξεργασίας, λογισμικό, περιφερειακή συσκευή/μονάδα, σκληρός δίσκος, υλισμικό. ΣΥΝ. κομπιούτερ, υπολογιστής [< αγγλ. electronic computer, 1946] , βιομετρικό/ηλεκτρονικό διαβατήριο βλ. διαβατήριο, διαδικτυακό/ηλεκτρονικό ημερολόγιο βλ. ημερολόγιο, ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά απόβλητα βλ. απόβλητα, ηλεκτρονικά αντίμετρα βλ. αντίμετρο, ηλεκτρονικά παιχνίδια βλ. παιχνίδι, ηλεκτρονικά σκουπίδια βλ. σκουπίδι, ηλεκτρονικές αγορές βλ. αγορά, ηλεκτρονική αλληλογραφία βλ. αλληλογραφία, ηλεκτρονική βία βλ. βία, ηλεκτρονική δημοκρατία βλ. δημοκρατία, ηλεκτρονική δημοσιογραφία βλ. δημοσιογραφία, ηλεκτρονική διακυβέρνηση βλ. διακυβέρνηση, ηλεκτρονική διεύθυνση βλ. διεύθυνση, ηλεκτρονική έκδοση βλ. έκδοση, ηλεκτρονική εκπαίδευση βλ. εκπαίδευση, ηλεκτρονική λυχνία βλ. λυχνία, ηλεκτρονική μουσική βλ. μουσική, ηλεκτρονική ποίηση βλ. ποίηση, ηλεκτρονική πώληση βλ. πώληση, ηλεκτρονική ταυτότητα βλ. ταυτότητα, ηλεκτρονική τραπεζική βλ. τραπεζικός, ηλεκτρονική ψηφοφορία βλ. ψηφοφορία, ηλεκτρονική/ηλεκτρική κλειδαριά βλ. κλειδαριά, ηλεκτρονική/ψηφιακή τάξη βλ. τάξη, ηλεκτρονικό βιβλίο βλ. βιβλίο, ηλεκτρονικό έγκλημα βλ. έγκλημα, ηλεκτρονικό εμπόριο βλ. εμπόριο, ηλεκτρονικό επιχειρείν βλ. επιχειρείν, ηλεκτρονικό κιόσκι βλ. κιόσκι, ηλεκτρονικό μελάνι βλ. μελάνι, ηλεκτρονικό μήνυμα βλ. μήνυμα, ηλεκτρονικό μικροσκόπιο βλ. μικροσκόπιο, ηλεκτρονικό νέφος βλ. νέφος, ηλεκτρονικό περίπτερο βλ. περίπτερο, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο βλ. ταχυδρομείο, ηλεκτρονικό φακέλωμα βλ. φακέλωμα, ηλεκτρονικό χαρτί βλ. χαρτί, ηλεκτρονικό χρήμα βλ. χρήμα, ηλεκτρονικό ψάρεμα βλ. ψάρεμα, ηλεκτρονικό/ηλεκτρικό τσιγάρο βλ. τσιγάρο, ηλεκτρονικός εγκέφαλος βλ. εγκέφαλος, ηλεκτρονικός λογογράφος βλ. λογογράφος, ηλεκτρονικός πόλεμος βλ. πόλεμος, ηλεκτρονικός Τύπος βλ. τύπος, ηλεκτρονικός/ψηφιακός αναγνώστης βλ. αναγνώστης, ψηφιακή πόλη βλ. πόλη, ψηφιακή/ηλεκτρονική κορνίζα βλ. κορνίζα, ψηφιακή/ηλεκτρονική υπογραφή βλ. υπογραφή, ψηφιακό/ηλεκτρονικό έντυπο βλ. έντυπο [< αγγλ. electronic, 1902, γαλλ. électronique, 1903, γερμ. elektronisch] | |
| 19888 | ηλεκτρόνιο | [ἠλεκτρόνιο] η-λε-κτρό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. καθένα από τα αρνητικά φορτισμένα σωματίδια που διατάσσονται σε τροχιές γύρω από τον πυρήνα ενός ατόμου: ασύζευκτα/ελεύθερα/μονήρη ~α. Μάζα ~ίου. Στιβάδες ~ίων. Βλ. πρωτόνιο, φωτο~. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρόνια σθένους: όσα βρίσκονται στην εξωτερική στιβάδα ατόμου και συμμετέχουν στον σχηματισμό χημικού δεσμού. [< αγγλ. valence electron, 1922] , ηλεκτρονικό νέφος βλ. νέφος [< γαλλ. électron, 1894, αγγλ. electron, 1891, γερμ. Elektron] | |
| 19889 | ηλεκτρονιοβόλτ | [ἠλεκτρονιοβόλτ] η-λε-κτρο-νι-ο-βόλτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΦΥΣ. ΠΥΡ. μονάδα ενέργειας (σύμβ. eV) ίση με 1,602 × 10-19 τζάουλ: Το ~ είναι η κινητική ενέργεια που αποκτά το ηλεκτρόνιο, όταν κινηθεί μεταξύ δύο σημείων με διαφορά δυναμικού 1 βολτ. [< αγγλ. electron volt, 1930, γαλλ. électronvolt, 1938] | |
| 19890 | ηλεκτρονιόφιλος | , η, ο [ἠλεκτρονιόφιλος] η-λε-κτρο-νι-ό-φι-λος επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με λήψη ηλεκτρονίων σε χημική αντίδραση: ~ος: άνθρακας. ~η: αρωματική υποκατάσταση/ρίζα. ~ες: ενώσεις. ~α: αντιδραστήρια. Βλ. πυρηνόφιλος, -φιλος. ● Ουσ.: ηλεκτρονιόφιλο (το): χημικό σωματίδιο που έλκει τα ηλεκτρόνια. [< αγγλ. electrophile, 1906] [< αγγλ. electrophilic, γαλλ. électrophile, περ. 1950] | |
| 19891 | ηλεκτρονόμος | [ἠλεκτρονόμος] η-λε-κτρο-νό-μος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ρελέ. Βλ. -νόμος. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ