| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 19892 | ηλεκτροοπτική | [ἠλεκτροοπτική] η-λε-κτρο-ο-πτι-κή ουσ. (θηλ.) & ηλεκτροπτική: ΟΠΤ. κλάδος που μελετά τον τρόπο απορρόφησης, εκπομπής ή διάδοσης του φωτός μέσα από τη μάζα διαφανών υλικών, τα οποία βρίσκονται υπό την επίδραση ηλεκτρικών πεδίων. [< γαλλ. électrooptique, αγγλ. electrooptics] | |
| 19893 | ηλεκτροοπτικός | , ή, ό [ἠλεκτροοπτικός] η-λε-κτρο-ο-πτι-κός επίθ. & ηλεκτροπτικός: ΟΠΤ. που σχετίζεται με την ηλεκτροοπτική: ~ός: διαμορφωτής. ~ή: συσκευή. ~οί: αισθητήρες. ~ό σύστημα ελέγχου βολής. [< γαλλ. électrooptique, αγγλ. electrooptic] | |
| 19894 | ηλεκτροπαραγωγή | [ἠλεκτροπαραγωγή] η-λε-κτρο-πα-ρα-γω-γή ουσ. (θηλ.): παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος, ηλεκτρισμού: ~ από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας/από βιομάζα/με πυρηνική ενέργεια. Βλ. -παραγωγή. ● ΣΥΜΠΛ.: σταθμός ηλεκτροπαραγωγής βλ. σταθμός [< γαλλ. production électrique] | |
| 19895 | ηλεκτροπαραγωγικός | , ή, ό [ἠλεκτροπαραγωγικός] η-λε-κτρο-πα-ρα-γω-γι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην ηλεκτροπαραγωγή: ~ή: ισχύς/μονάδα. ~ό: δυναμικό (νησιού/χώρας)/εργοστάσιο. Βλ. -παραγωγικός. ● ΣΥΜΠΛ.: σταθμός ηλεκτροπαραγωγής βλ. σταθμός | |
| 19896 | ηλεκτροπαραγωγός | , ός, ό [ἠλεκτροπαραγωγός] η-λε-κτρο-πα-ρα-γω-γός επίθ. (λόγ.): που παράγει ηλεκτρισμό: ~ός: εταιρεία/μονάδα. ~ό: εργοστάσιο. ~ές: εγκαταστάσεις/μηχανές. ~ά: συστήματα.|| (ως ουσ.) Ιδιώτες ~οί. Βλ. -παραγωγός2. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτροπαραγωγό ζεύγος (ακρ. ΗΖ): σύστημα κινητήριας μηχανής και ηλεκτρικής γεννήτριας για την παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος. [< γαλλ. groupe électrogène, 1900] , σταθμός ηλεκτροπαραγωγής βλ. σταθμός [< γαλλ. électrogène] | |
| 19897 | ηλεκτροπληξία | [ἠλεκτροπληξία] η-λε-κτρο-πλη-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. δίοδος ηλεκτρικού ρεύματος από το εσωτερικό του ανθρώπινου σώματος, με αποτέλεσμα την πρόκληση εγκαυμάτων, καρδιακών και άλλων επιπλοκών που οδηγούν συχνά στον θάνατο: ατύχημα από ~. Κίνδυνος ~ας. Έπαθε/υπέστη (θανατηφόρα) ~. Βλ. ηλεκτροσόκ, θερμο-, κεραυνο-πληξία. [< γαλλ. électrocution] | |
| 19898 | ηλεκτροπνευματικός | , ή, ό [ἠλεκτροπνευματικός] η-λε-κτρο-πνευ-μα-τι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. (για μηχανισμό) που χρησιμοποιεί για τη λειτουργία του ηλεκτρικό ρεύμα και αέριο υπό πίεση: ~ό: πιστολέτο. ~ές: κλειδαριές/κόρνες αυτοκινήτων. Βλ. ηλεκτροϋδραυλικός. [< αγγλ. electropneumatic, γαλλ. électropneumatique, 1904] | |
| 19899 | ηλεκτροπόντα | [ἠλεκτροπόντα] η-λε-κτρο-πό-ντα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανή ηλεκτροσυγκόλλησης. | |
| 19900 | ηλεκτροπόπ | [ἠλεκτροπόπ] η-λε-κτρο-πόπ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & (σπάν.) ελεκτροπόπ: ΜΟΥΣ. είδος μουσικής που προήλθε από τον συνδυασμό ηλεκτρονικών και ποπ στοιχείων: συγκρότημα της ~.|| (ως επίθ.) Ροκ με ~ επιρροές. Βλ. λαϊκοπόπ. [< αγγλ. electro-pop, 1984] | |
| 19901 | ηλεκτροπτική | βλ. ηλεκτροοπτική | |
| 19902 | ηλεκτροπτικός | , ή, ό βλ. ηλεκτροοπτικός | |
| 19903 | ηλεκτροσκόπιο | [ἠλεκτροσκόπιο] η-λε-κτρο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο ανίχνευσης και μέτρησης ηλεκτρικών φορτίων ή ιονίζουσας ακτινοβολίας. Βλ. -σκόπιο. [< γαλλ. électroscope, αγγλ. electroscope] | |
| 19904 | ηλεκτροσόκ | [ἠλεκτροσόκ] η-λε-κτρο-σόκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. μέθοδος θεραπείας ψυχιατρικών νοσημάτων, ιδ. της κατάθλιψης, που συνίσταται στη διοχέτευση ηλεκτρικού ρεύματος στον εγκέφαλο και τη συνακόλουθη πρόκληση επιληπτικών σπασμών· κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος τρόπος βασανισμού: Πβ. ηλεκτροσπασμοθεραπεία.|| Κακοποίηση με ~. ΣΥΝ. ηλεκτρικό σοκ 2. (μτφ.) οτιδήποτε προκαλεί ισχυρό σοκ: συναισθηματικό/ψυχολογικό ~. Το ~ της ήττας/της οικονομικής κρίσης. [< γαλλ. électrochoc, 1938, αγγλ. electroshock, 1944] | |
| 19905 | ηλεκτροσπασμοθεραπεία | [ἠλεκτροσπασμοθεραπεία] η-λε-κτρο-σπα-σμο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. θεραπευτική παθήσεων με ηλεκτροσόκ. [< αγγλ. electroconvulsive therapy, 1943] | |
| 19906 | ηλεκτροστατική | [ἠλεκτροστατική] η-λε-κτρο-στα-τι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Η): ΦΥΣ. κλάδος που ασχολείται με στατικά ηλεκτρικά φορτία και με το ηλεκτροστατικό πεδίο. Βλ. ηλεκτροκινητική. ΣΥΝ. στατικός ηλεκτρισμός (2) [< γαλλ. électrostatique, αγγλ. electrostatics] | |
| 19907 | ηλεκτροστατικός | , ή, ό [ἠλεκτροστατικός] η-λε-κτρο-στα-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με στατικά ηλεκτρικά φορτία: ~ός: επιταχυντής. ~ή: γεννήτρια/δύναμη/εκκένωση/ενέργεια/επαγωγή/μονάδα. ~ό: πεδίο/φίλτρο. ~ές: αλληλεπιδράσεις. ~ά: ηχεία. Βλ. ηλεκτροκινητικός. ● επίρρ.: ηλεκτροστατικά ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτροστατική βαφή: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. επιφανειακή επικάλυψη κυρ. προϊόντων αλουμινίου με ειδικές εποξειδικές ή πολυεστερικές ρητίνες. Βλ. ανοδίωση, γαλβανισμός. [< γαλλ. électrostatique, αγγλ. electrostatic] | |
| 19908 | ηλεκτροσυγκόλληση | [ἠλεκτροσυγκόλληση] η-λε-κτρο-συ-γκόλ-λη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μέθοδος ένωσης μεταλλικών στοιχείων με τοπική τήξη των μετάλλων και χρήση ηλεκτρικού ρεύματος: ~ αντίστασης. ~ με αέριο/ηλεκτρόδια. Μάσκα ~ης. Βλ. ηλεκτροπόντα, κασσιτερο-, οξυγονο-κόλληση. ΣΥΝ. ηλεκτροκόλληση [< αγγλ. electric soldering/welding, γαλλ. soudure électrique] | |
| 19909 | ηλεκτροσυγκολλητής | [ἠλεκτροσυγκολλητής] η-λε-κτρο-συ-γκολ-λη-τής ουσ. (αρσ.): τεχνίτης ειδικός στην ηλεκτροσυγκόλληση: ~-οξυγονοκολλητής. | |
| 19910 | ηλεκτροσυγκολλητός | , ή, ό [ἠλεκτροσυγκολλητός] η-λε-κτρο-συ-γκολ-λη-τός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που έχει προέλθει από ηλεκτροσυγκόλληση: ~ή: ραφή (σιδηρoσωλήνων). ~ά: δικτυώματα. | |
| 19911 | ηλεκτροτεχνία | [ἠλεκτροτεχνία] η-λε-κτρο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Η): ΗΛΕΚΤΡ. κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη των τεχνικών εφαρμογών του ηλεκτρισμού: βασική/γενική/θεωρητική ~. ~ οχημάτων. Εργαστήριο ~ας. Ηλεκτρονική και ~. Βλ. -τεχνία. [< γαλλ. électrotechnie] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ