Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [20760-20780]

IDΛήμμαΕρμηνεία
19888ηλεκτρόνιο[ἠλεκτρόνιο] η-λε-κτρό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. καθένα από τα αρνητικά φορτισμένα σωματίδια που διατάσσονται σε τροχιές γύρω από τον πυρήνα ενός ατόμου: ασύζευκτα/ελεύθερα/μονήρη ~α. Μάζα ~ίου. Στιβάδες ~ίων. Βλ. πρωτόνιο, φωτο~. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρόνια σθένους: όσα βρίσκονται στην εξωτερική στιβάδα ατόμου και συμμετέχουν στον σχηματισμό χημικού δεσμού. [< αγγλ. valence electron, 1922] , ηλεκτρονικό νέφος βλ. νέφος [< γαλλ. électron, 1894, αγγλ. electron, 1891, γερμ. Elektron]
19889ηλεκτρονιοβόλτ[ἠλεκτρονιοβόλτ] η-λε-κτρο-νι-ο-βόλτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΦΥΣ. ΠΥΡ. μονάδα ενέργειας (σύμβ. eV) ίση με 1,602 × 10-19 τζάουλ: Το ~ είναι η κινητική ενέργεια που αποκτά το ηλεκτρόνιο, όταν κινηθεί μεταξύ δύο σημείων με διαφορά δυναμικού 1 βολτ. [< αγγλ. electron volt, 1930, γαλλ. électronvolt, 1938]
19890ηλεκτρονιόφιλος, η, ο [ἠλεκτρονιόφιλος] η-λε-κτρο-νι-ό-φι-λος επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με λήψη ηλεκτρονίων σε χημική αντίδραση: ~ος: άνθρακας. ~η: αρωματική υποκατάσταση/ρίζα. ~ες: ενώσεις. ~α: αντιδραστήρια. Βλ. πυρηνόφιλος, -φιλος. ● Ουσ.: ηλεκτρονιόφιλο (το): χημικό σωματίδιο που έλκει τα ηλεκτρόνια. [< αγγλ. electrophile, 1906] [< αγγλ. electrophilic, γαλλ. électrophile, περ. 1950]
19891ηλεκτρονόμος[ἠλεκτρονόμος] η-λε-κτρο-νό-μος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ρελέ. Βλ. -νόμος.
19892ηλεκτροοπτική[ἠλεκτροοπτική] η-λε-κτρο-ο-πτι-κή ουσ. (θηλ.) & ηλεκτροπτική: ΟΠΤ. κλάδος που μελετά τον τρόπο απορρόφησης, εκπομπής ή διάδοσης του φωτός μέσα από τη μάζα διαφανών υλικών, τα οποία βρίσκονται υπό την επίδραση ηλεκτρικών πεδίων. [< γαλλ. électrooptique, αγγλ. electrooptics]
19893ηλεκτροοπτικός, ή, ό [ἠλεκτροοπτικός] η-λε-κτρο-ο-πτι-κός επίθ. & ηλεκτροπτικός: ΟΠΤ. που σχετίζεται με την ηλεκτροοπτική: ~ός: διαμορφωτής. ~ή: συσκευή. ~οί: αισθητήρες. ~ό σύστημα ελέγχου βολής. [< γαλλ. électrooptique, αγγλ. electrooptic]
19894ηλεκτροπαραγωγή[ἠλεκτροπαραγωγή] η-λε-κτρο-πα-ρα-γω-γή ουσ. (θηλ.): παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος, ηλεκτρισμού: ~ από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας/από βιομάζα/με πυρηνική ενέργεια. Βλ. -παραγωγή. ● ΣΥΜΠΛ.: σταθμός ηλεκτροπαραγωγής βλ. σταθμός [< γαλλ. production électrique]
19895ηλεκτροπαραγωγικός, ή, ό [ἠλεκτροπαραγωγικός] η-λε-κτρο-πα-ρα-γω-γι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην ηλεκτροπαραγωγή: ~ή: ισχύς/μονάδα. ~ό: δυναμικό (νησιού/χώρας)/εργοστάσιο. Βλ. -παραγωγικός. ● ΣΥΜΠΛ.: σταθμός ηλεκτροπαραγωγής βλ. σταθμός
19896ηλεκτροπαραγωγός, ός, ό [ἠλεκτροπαραγωγός] η-λε-κτρο-πα-ρα-γω-γός επίθ. (λόγ.): που παράγει ηλεκτρισμό: ~ός: εταιρεία/μονάδα. ~ό: εργοστάσιο. ~ές: εγκαταστάσεις/μηχανές. ~ά: συστήματα.|| (ως ουσ.) Ιδιώτες ~οί. Βλ. -παραγωγός2. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτροπαραγωγό ζεύγος (ακρ. ΗΖ): σύστημα κινητήριας μηχανής και ηλεκτρικής γεννήτριας για την παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος. [< γαλλ. groupe électrogène, 1900] , σταθμός ηλεκτροπαραγωγής βλ. σταθμός [< γαλλ. électrogène]
19897ηλεκτροπληξία[ἠλεκτροπληξία] η-λε-κτρο-πλη-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. δίοδος ηλεκτρικού ρεύματος από το εσωτερικό του ανθρώπινου σώματος, με αποτέλεσμα την πρόκληση εγκαυμάτων, καρδιακών και άλλων επιπλοκών που οδηγούν συχνά στον θάνατο: ατύχημα από ~. Κίνδυνος ~ας. Έπαθε/υπέστη (θανατηφόρα) ~. Βλ. ηλεκτροσόκ, θερμο-, κεραυνο-πληξία. [< γαλλ. électrocution]
19898ηλεκτροπνευματικός, ή, ό [ἠλεκτροπνευματικός] η-λε-κτρο-πνευ-μα-τι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. (για μηχανισμό) που χρησιμοποιεί για τη λειτουργία του ηλεκτρικό ρεύμα και αέριο υπό πίεση: ~ό: πιστολέτο. ~ές: κλειδαριές/κόρνες αυτοκινήτων. Βλ. ηλεκτροϋδραυλικός. [< αγγλ. electropneumatic, γαλλ. électropneumatique, 1904]
19899ηλεκτροπόντα[ἠλεκτροπόντα] η-λε-κτρο-πό-ντα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανή ηλεκτροσυγκόλλησης.
19900ηλεκτροπόπ[ἠλεκτροπόπ] η-λε-κτρο-πόπ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & (σπάν.) ελεκτροπόπ: ΜΟΥΣ. είδος μουσικής που προήλθε από τον συνδυασμό ηλεκτρονικών και ποπ στοιχείων: συγκρότημα της ~.|| (ως επίθ.) Ροκ με ~ επιρροές. Βλ. λαϊκοπόπ. [< αγγλ. electro-pop, 1984]
19901ηλεκτροπτικήβλ. ηλεκτροοπτική
19902ηλεκτροπτικός, ή, ό βλ. ηλεκτροοπτικός
19903ηλεκτροσκόπιο[ἠλεκτροσκόπιο] η-λε-κτρο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο ανίχνευσης και μέτρησης ηλεκτρικών φορτίων ή ιονίζουσας ακτινοβολίας. Βλ. -σκόπιο. [< γαλλ. électroscope, αγγλ. electroscope]
19904ηλεκτροσόκ[ἠλεκτροσόκ] η-λε-κτρο-σόκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. μέθοδος θεραπείας ψυχιατρικών νοσημάτων, ιδ. της κατάθλιψης, που συνίσταται στη διοχέτευση ηλεκτρικού ρεύματος στον εγκέφαλο και τη συνακόλουθη πρόκληση επιληπτικών σπασμών· κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος τρόπος βασανισμού: Πβ. ηλεκτροσπασμοθεραπεία.|| Κακοποίηση με ~. ΣΥΝ. ηλεκτρικό σοκ 2. (μτφ.) οτιδήποτε προκαλεί ισχυρό σοκ: συναισθηματικό/ψυχολογικό ~. Το ~ της ήττας/της οικονομικής κρίσης. [< γαλλ. électrochoc, 1938, αγγλ. electroshock, 1944]
19905ηλεκτροσπασμοθεραπεία[ἠλεκτροσπασμοθεραπεία] η-λε-κτρο-σπα-σμο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. θεραπευτική παθήσεων με ηλεκτροσόκ. [< αγγλ. electroconvulsive therapy, 1943]
19906ηλεκτροστατική[ἠλεκτροστατική] η-λε-κτρο-στα-τι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Η): ΦΥΣ. κλάδος που ασχολείται με στατικά ηλεκτρικά φορτία και με το ηλεκτροστατικό πεδίο. Βλ. ηλεκτροκινητική. ΣΥΝ. στατικός ηλεκτρισμός (2) [< γαλλ. électrostatique, αγγλ. electrostatics]
19907ηλεκτροστατικός, ή, ό [ἠλεκτροστατικός] η-λε-κτρο-στα-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με στατικά ηλεκτρικά φορτία: ~ός: επιταχυντής. ~ή: γεννήτρια/δύναμη/εκκένωση/ενέργεια/επαγωγή/μονάδα. ~ό: πεδίο/φίλτρο. ~ές: αλληλεπιδράσεις. ~ά: ηχεία. Βλ. ηλεκτροκινητικός. ● επίρρ.: ηλεκτροστατικά ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτροστατική βαφή: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. επιφανειακή επικάλυψη κυρ. προϊόντων αλουμινίου με ειδικές εποξειδικές ή πολυεστερικές ρητίνες. Βλ. ανοδίωση, γαλβανισμός. [< γαλλ. électrostatique, αγγλ. electrostatic]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.