| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 1078 | αερόστατο | [ἀερόστατο] α-ε-ρό-στα-το ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άτου}: ΑΕΡΟΝ. πτητικό μέσο του οποίου η ανύψωση οφείλεται στη χρήση αερίου ελαφρύτερου από τον αέρα: δέσμιο/ελεύθερο/πηδαλιουχούμενο ~. ~ υδρογόνου. Πτήση με ~, ανεμόπτερο, αλεξίπτωτο (βλ. αεραθλητισμός). Τα μέρη του ~ου: μπαλόνι, καλάθι, καυστήρας. Βλ. αερόπλοιο, ζέπελιν. [< γαλλ. aérostat, αγγλ. aerostat] | |
| 1079 | αεροστεγανότητα | [ἀεροστεγανότητα] α-ε-ρο-στε-γα-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. η ιδιότητα σώματος ή υλικού να εμποδίζει την είσοδο ή διαφυγή του αέρα: Τα κουφώματα αλουμινίου παρέχουν καλή ~. Βλ. αεροδιαπερατότητα. [< αγγλ. airtightness] | |
| 1080 | αεροστεγής | , ής, ές [ἀεροστεγής] α-ε-ρο-στε-γής επίθ. {αεροστεγ-ούς | -είς (ουδ. -ή)}: ΤΕΧΝΟΛ. (συνήθ. για αντικείμενο ή χώρο) που δεν επιτρέπει την είσοδο ή διαφυγή του αέρα: ~ής: θάλαμος. ~ής: δεξαμενή/μόνωση/πόρτα. ~ές: δοχείο/κλείσιμο. Βλ. στεγανός. ● επίρρ.: αεροστεγώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αεροστεγής συσκευασία: (για τρόφιμα) που εμποδίζει την είσοδο του αέρα, προστατεύοντάς τα από αλλοιώσεις: Ο καφές διατηρείται σε ~ή ~. [< γερμ. luftdicht, γαλλ. étanche à l'air] | |
| 1081 | αεροστόπ | [ἀεροστόπ] α-ε-ρο-στόπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αφρώδες αυτοκόλλητο ή ταινία που εμποδίζει την είσοδο του αέρα: ~ πόρτας. Μονωτική ταινία ~. Πβ. αεροφράκτης. | |
| 1082 | αεροστρόβιλος | βλ. αεριοστρόβιλος | |
| 1083 | αερόστρωμα | [ἀερόστρωμα] α-ε-ρό-στρω-μα ουσ. (ουδ.): στρώμα με κυψέλες παροχής αέρα για κατάκοιτο ασθενή ή τραυματία: ηλεκτρικό/ρυθμιζόμενο/σωληνωτό ~. | |
| 1084 | αερόστρωμνο | [ἀερόστρωμνο] α-ε-ρό-στρω-μνο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): ΤΕΧΝΟΛ. χόβερκραφτ. [< αγγλ. air cushion vehicle, 1965] | |
| 1085 | αεροσυγκοινωνίες | [ἀεροσυγκοινωνίες] α-ε-ρο-συ-γκοι-νω-νί-ες ουσ. (θηλ.) (οι): εναέριες συγκοινωνίες. | |
| 1086 | αεροσυμπιεστής | [ἀεροσυμπιεστής] α-ε-ρο-συ-μπι-ε-στής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα για τη συμπίεση αερίων ή για την παροχή πεπιεσμένου αέρα· ειδικότ. κομπρεσέρ: ηλεκτροκίνητος/φορητός ~. Επαγγελματικοί ~ές. ~ για φούσκωμα στρωμάτων. ~ές πλήρωσης φιαλών.|| Χρήση ~ή (= αερόσφυρας) σε βραχώδες έδαφος. [< αγγλ. air compressor] | |
| 1087 | αεροσυνοδός | [ἀεροσυνοδός] α-ε-ρο-συ-νο-δός ουσ. (θηλ.) {καταχρ. κ. αρσ.}: μέλος πληρώματος αεροσκάφους που φροντίζει για την ασφάλεια και άνεση των επιβατών. Βλ. ιπτάμενος φροντιστής. ΣΥΝ. ιπτάμενη συνοδός [< αγγλ. air hostess, 1934] | |
| 1088 | αεροσφαίριση | [ἀεροσφαίριση] α-ε-ρο-σφαί-ρι-ση ουσ. (θηλ.): σύγχρονο ομαδικό παιχνίδι στο οποίο οι ομάδες, εφαρμόζοντας στρατιωτικές στρατηγικές, επιδιώκουν να πετύχουν και να εξουδετερώσουν τους αντιπάλους τους, χρησιμοποιώντας αεροβόλα όπλα. Βλ. πέιντμπολ. [< αγγλ. airsoft (gun)] | |
| 1089 | αερόσφυρα | [ἀερόσφυρα] α-ε-ρό-σφυ-ρα ουσ. (θηλ.) & αερόσφυρο (το): ΤΕΧΝΟΛ. σφυρί που λειτουργεί με πεπιεσμένο αέρα: διάτρηση/εκσκαφή με ~. Πβ. αεροσυμπιεστής. Βλ. πιστολέτο. [< αγγλ. air/pneumatic drill] | |
| 1090 | αεροταξί | [ἀεροταξί] α-ε-ρο-τα-ξί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μικρό μισθωμένο αεροσκάφος για μεταφορά επιβατών ή φορτίου: ιατρικό/μονοκινητήριο ~. [< αγγλ. air taxi, 1920] | |
| 1091 | αεροτζέλ | βλ. αερογέλη | |
| 1092 | αεροτομή | [ἀεροτομή] α-ε-ρο-το-μή ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μέρος ή επιφάνεια αεροσκάφους, όπως φτερό, πτερύγιο κλίσης ή ουρά, που ελέγχει κυρ. την άντωση· ιδ. κατ' επέκτ. κάθε εγκάρσια τομή αεροδυναμικής επιφάνειας, συνήθ. του αυτοκινήτου: Χορδή (της) ~ής.|| Διακριτική/πτυσσόμενη/ρυθμιζόμενη ~. ~ πορτ μπαγκάζ/οροφής. [< αγγλ. aerofoil, 1907] | |
| 1093 | αερότρενο | [ἀερότρενο] α-ε-ρό-τρε-νο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όχημα με στρώμα αέρα υψηλής πίεσης το οποίο αναπτύσσει μεγάλη ταχύτητα και γλιστρά πάνω σε μονή σιδηροτροχιά. [< γαλλ. aérotrain, 1965] | |
| 1094 | αεροϋγειονομείο | [ἀεροϋγειονομεῖο] α-ε-ρο-ϋ-γει-ο-νο-μεί-ο ουσ. (ουδ.): υγειονομείο αεροδρομίου. | |
| 1095 | αεροφαγία | [ἀεροφαγία] α-ε-ρο-φα-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μη συνειδητή παθολογική κατάποση αέρα, που οφείλεται σε ψυχικές ή νευροφυτικές διαταραχές ή παθήσεις του πεπτικού συστήματος. Βλ. -φαγία. [< γαλλ. aérophagie, αγγλ. aerophagy] | |
| 1096 | αερόφερτος | , η, ο [ἀερόφερτος} α-ε-ρό-φερ-τος επίθ. (επιστ.): που μεταφέρεται, μεταδίδεται ή προκαλείται μέσω του αέρα: ~η: ρύπανση. ~α: σωματίδια (= αερομεταφερόμενα). [< αγγλ. air-borne] | |
| 1097 | αεροφοβία | [ἀεροφοβία] α-ε-ρο-φο-βί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. (καταχρ.) παθολογικός φόβος για τα αεροπορικά ταξίδια. ΣΥΝ. πετοφοβία 2. (σπάν.) φοβία για τον αέρα, ειδικά τον δυνατό άνεμο και τα ρεύματα. Βλ. -φοβία. [< γαλλ. aérophobie 2: αγγλ. aerophobia, 1911] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ