| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 19912 | ηλεκτροτεχνικός | , ή, ό [ἠλεκτροτεχνικός] η-λε-κτρο-τε-χνι-κός επίθ.: ΗΛΕΚΤΡ. που αναφέρεται στην ηλεκτροτεχνία: ~ός: εξοπλισμός. ~ή: βιομηχανία. ~ό: εργαστήριο/προσωπικό/υλικό. ~ές: εφαρμογές/κατασκευές. ~ά: έργα/προϊόντα/συστήματα. ∆ιεθνής ~ή Επιτροπή. ● Ουσ.: ηλεκτροτεχνικός (ο/η): ηλεκτροτεχνίτης: ~οί δικτύων. | |
| 19913 | ηλεκτροτεχνίτης | [ἠλεκτροτεχνίτης] η-λε-κτρο-τε-χνί-της ουσ. (αρσ.): τεχνίτης που έχει ειδικευτεί σε ηλεκτρολογικές εργασίες, ηλεκτρολόγος: ~ βιομηχανικών εγκαταστάσεων/καταστημάτων/οικοδομών/φωτισμού. Βλ. -τεχνίτης. ΣΥΝ. ηλεκτροτεχνικός | |
| 19914 | ηλεκτροϋδραυλικός | , ή, ό [ἠλεκτροϋδραυλικός] η-λε-κτρο-ϋ-δραυ-λι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. (για μηχανισμό) που χρησιμοποιεί για τη λειτουργία του ηλεκτρικό ρεύμα και υγρό, συνήθ. λάδι, υπό πίεση: ~ός: ανελκυστήρας. ~ή: αναδιπλούμενη οροφή/πόρτα/ράμπα. ~ό: τιμόνι. ~οί: γερανοί. ~ά: φρένα. Βλ. ηλεκτροπνευματικός. [< αγγλ. electrohydraulic, 1922] | |
| 19915 | ηλεκτροφόρηση | [ἠλεκτροφόρηση] η-λε-κτρο-φό-ρη-ση ουσ. (θηλ.) : ΧΗΜ. κίνηση ηλεκτρικά φορτισμένων σωματιδίων σε εναιώρημα υπό την επίδραση ηλεκτρικού πεδίου· μέθοδος ανάλυσης η οποία στηρίζεται στο φαινόμενο αυτό: ~ αιμοσφαιρίνης/λευκωμάτων. ~ σε γέλη. Θετική ~ πρωτεϊνών ορού. Συσκευή κάθετης/οριζόντιας ~ης. [< αγγλ. electrophoresis, 1911, γαλλ. électrophorèse, 1923, γερμ. Elektrophorese] | |
| 19916 | ηλεκτροφορητικός | , ή, ό [ἠλεκτροφορητικός] η-λε-κτρο-φο-ρη-τι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με την ηλεκτροφόρηση: ~ός: διαχωρισμός. ~ή: ανάλυση (πρωτεϊνών)/κινητικότητα. ~ές: τεχνικές. [< αγγλ. electrophoretic, 1960, γαλλ. électrophorétique, 1961] | |
| 19917 | ηλεκτροφόρος | , ος, ο [ἠλεκτροφόρος] η-λε-κτρο-φό-ρος επίθ. (λόγ.): που φέρει ηλεκτρικό ρεύμα: ~ος: αγωγός. ~ο: καλώδιο. ~α: σύρματα. ΣΥΝ. ρευματοφόρος.|| (ΙΧΘΥΟΛ.) ~α: ψάρια (βλ. χέλι). [< μεσν. ηλεκτροφόρος 'που παράγει ήλεκτρο', γαλλ. électrophore, αγγλ. electrophore] | |
| 19918 | ηλεκτροφυσιολογία | [ἠλεκτροφυσιολογία] η-λε-κτρο-φυ-σι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Η): ΙΑΤΡ. τομέας της φυσιολογίας που μελετά τα ηλεκτρικά φαινόμενα και τα αποτελέσματά τους σε ζωντανό οργανισμό: επεμβατική/καρδιακή/κλινική ~. ~ του δέρματος/του νευρικού ιστού/της όρασης. [< γαλλ. électrophysiologie, αγγλ. electrophysiology] | |
| 19919 | ηλεκτροφυσιολογικός | , ή, ό [ἠλεκτροφυσιολογικός] η-λε-κτρο-φυ-σι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ηλεκτροφυσιολογία: ~ός: έλεγχος (αρρυθμιών). ~ή: διερεύνηση (του εγκεφάλου)/εξέταση/μελέτη (της καρδιάς). [< γαλλ. électrophysiologique] | |
| 19920 | ηλεκτρόφωνο | [ἠλεκτρόφωνο] η-λε-κτρό-φω-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ώνου} (παρωχ.): πικάπ. Πβ. τζουκ μποξ. [< πβ. γαλλ. électrophone, 1929, αγγλ. electrophone] | |
| 19921 | ηλεκτροφωτίζω | [ἠλεκτροφωτίζω] η-λε-κτρο-φω-τί-ζω ρ. (μτβ.) {ηλεκτροφώτι-σε | ηλεκροφωτί-στηκε, -σμένος}: εγκαθιστώ δίκτυο παροχής ηλεκτρισμού για τον φωτισμό περιοχής ή χώρου, φωτίζω με ηλεκτρικό ρεύμα: Οι υπόγειες διαβάσεις έχουν ~στεί. ~σμένος: δρόμος. Πβ. ηλεκτροδοτώ.|| ~σμένη: αίθουσα. Πβ. φωταγωγώ. | |
| 19922 | ηλεκτροφωτισμός | [ἠλεκτροφωτισμός] η-λε-κτρο-φω-τι-σμός ουσ. (αρσ.) & ηλεκτροφώτιση (η): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ηλεκτροφωτίζω: ~ γηπέδου/κεντρικής οδού/κόμβου/πλατείας. ~ για την ανάδειξη αρχαιολογικών χώρων. Δίκτυα ηλεκτροδότησης και ~ού. [< γαλλ. éclairage électrique] | |
| 19923 | ηλεκτροχειρουργική | [ἠλεκτροχειρουργική] η-λε-κτρο-χει-ρουρ-γι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χρήση ηλεκτρικών μεθόδων σε χειρουργικές επεμβάσεις. Βλ. ηλεκτροκαυτηρίαση. [< γαλλ. électrochirurgie, αγγλ. electrosurgery] | |
| 19924 | ηλεκτροχειρουργικός | , ή, ό [ἠλεκτροχειρουργικός] η-λε-κτρο-χει-ρουρ-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ηλεκτροχειρουργική: ~ός: εξοπλισμός. ~ή: επέμβαση. ~ά: εργαλεία. [< γαλλ. électrochirurgical, αγγλ. electrosurgical, 1909] | |
| 19925 | ηλεκτροχημεία | [ἠλεκτροχημεία] η-λε-κτρο-χη-μεί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Η): ΧΗΜ. κλάδος που εξετάζει τις χημικές αντιδράσεις, οι οποίες προκαλούνται από το ηλεκτρικό ρεύμα ή οδηγούν στην παραγωγή του: αναλυτική/δυναμική/εφαρμοσμένη/θεωρητική ~. Βιομηχανικές και τεχνολογικές εφαρμογές της ~ας. [< γαλλ. électrochimie, αγγλ. electrochemistry] | |
| 19926 | ηλεκτροχημικός | , ή, ό [ἠλεκτροχημικός] η-λε-κτρο-χη-μι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που αναφέρεται στην ηλεκτροχημεία: ~ός: ανιχνευτής. ~ή: ανάλυση/αντίδραση/διάβρωση/σειρά (των μετάλλων). ~ό: δυναμικό/στοιχείο. ~ές: μέθοδοι/μετρήσεις/τεχνικές. ~ά: φαινόμενα. Βλ. ηλεκτροθερμικός. ● Ουσ.: ηλεκτροχημικός (ο/η): χημικός με ειδίκευση στην ηλεκτροχημεία. ● επίρρ.: ηλεκτροχημικά [< γαλλ. électrochimique, αγγλ. electrochemic(al)] | |
| 19927 | ήλθα | βλ. έρχομαι | |
| 19928 | ηλι- | βλ. ηλιο- | |
| 19929 | ηλιακός | , ή, ό [ἡλιακός] η-λι-α-κός επίθ. 1. ΑΣΤΡΟΝ. που σχετίζεται με τον Ήλιο: ~ός: δίσκος/πυρήνας. ~ή: ακτινοβολία/ατμόσφαιρα (βλ. φωτό-, χρωμό-σφαιρα)/δραστηριότητα/θερμότητα/καταιγίδα/μάζα/περιστροφή/τροχιά/Φυσική. ~ό: κάτοπτρο/τηλεσκόπιο/φως. ~ές: ακτίνες. Βλ. εξω~.|| (ΘΡΗΣΚ.) ~ή: θεότητα/λατρεία. ~ό: σύμβολο. 2. ΤΕΧΝΟΛ. που αξιοποιεί την ενέργεια του ήλιου: ~ός: (ενεργειακός) σταθμός. ~ή: γεννήτρια/μονάδα. Βλ. φωτοβολταϊκός.|| (ΟΙΚΟΛ.) ~ός: φούρνος. ~ή: θέρμανση/μπαταρία/τεχνολογία. ~ό: αυτοκίνητο (βλ. ηλεκτρικό αυτοκίνητο)/σπίτι. 3. που αναφέρεται στην υπεριώδη ακτινοβολία του ήλιου ή προκαλείται από αυτή: ~ή: έκθεση.|| ~ό: ερύθημα. ~ά: εγκαύματα. Βλ. αντ~. ● επίρρ.: ηλιακά ● ΣΥΜΠΛ.: ηλιακές εκλάμψεις/εκρήξεις: ΑΣΤΡΟΝ. ισχυρές εκρήξεις στο στέμμα και τη χρωμόσφαιρα του Ήλιου, οι οποίες εμφανίζονται κυρ. γύρω από ηλιακές κηλίδες και προκαλούν την απελευθέρωση μαγνητικής ενέργειας. [< αγγλ. solar flares, 1938, solar eruptions, 1937] , ηλιακή ενέργεια: ΦΥΣ. που προέρχεται από τη σύντηξη πυρήνων υδρογόνου στον Ήλιο. Βλ. ανανεώσιμες/εναλλακτικές πηγές/μορφές ενέργειας., ηλιακή κυψέλη & ηλιακό κύτταρο/στοιχείο: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. φωτοβολταϊκό στοιχείο. [< αγγλ. solar cell, 1955] , ηλιακή σταθερά: ΜΕΤΕΩΡ. η ποσότητα της ηλιακής ενέργειας στο εξωτερικό όριο της ατμόσφαιρας, όταν η Γη βρίσκεται στη μέση απόστασή της από τον Ήλιο, την οποία δέχεται επιφάνεια ενός τετραγωνικού εκατοστού, όπου πέφτουν κάθετα οι ακτίνες του Ήλιου. [< γαλλ. constante solaire] , ηλιακό πάρκο: ΟΙΚΟΛ. μεγάλη έκταση με εγκαταστάσεις, ηλιακές κυψέλες-φωτοβολταϊκά κύτταρα, για την παραγωγή ρεύματος από την ηλιακή ενέργεια. [< αγγλ. solar park] , ηλιακό στέμμα & ηλιακή κορόνα: ΑΣΤΡΟΝ. λευκή άλως, πολύ θερμή και αραιή, η οποία αποτελεί την εξωτερική ατμόσφαιρα του Ήλιου. [< γαλλ. couronne solaire] , ηλιακό σύστημα ΑΣΤΡΟΝ. 1. (συνήθ. με κεφαλ. τα αρχικά Η, Σ) που αποτελείται από τον Ήλιο, τους οκτώ πλανήτες που περιστρέφονται σε ελλειπτικές τροχιές γύρω από αυτόν, τους δορυφόρους τους, καθώς και από αστεροειδείς, κομήτες και μετεωρίτες: το ~/πλανητικό μας ~. Βλ. γαλαξίας. 2. κάθε παρόμοιο αστρικό σύστημα, που περιφέρεται γύρω από έναν ή περισσότερους ήλιους. [< γαλλ. système solaire] , ηλιακό χωριό: ΟΙΚΟΛ. οικιστικό συγκρότημα κατοικιών που χρησιμοποιούν παθητικά και ενεργητικά ηλιακά συστήματα., ηλιακός θερμοσίφωνας & (προφ.) ηλιακός: ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα θέρμανσης νερού, το οποίο αποτελείται από επίπεδο ηλιακό συλλέκτη, συνδεδεμένο με δεξαμενή αποθήκευσης νερού: ~ ~ ανοιχτού/κλειστού κυκλώματος. Τοποθέτηση ~ού ~α στην ταράτσα. Πβ. ηλιακός θερμοσυσσωρευτής. Βλ. ηλεκτρικός θερμοσίφωνας., ηλιακός κύκλος : ΑΣΤΡΟΝ. η περιοδικά εμφανιζόμενη ηλιακή δραστηριότητα, η οποία διαρκεί περ. έντεκα χρόνια., ηλιακός χρόνος: ΑΣΤΡΟΝ. τοπική ώρα που βασίζεται στην ηλιακή ημέρα: αληθής/μέσος ~ ~. Βλ. αστρικός χρόνος. [< αγγλ. solar time] , έκλειψη Ηλίου βλ. έκλειψη, ενεργητικά/θερμικά ηλιακά συστήματα βλ. ενεργητικός, ηλιακές κηλίδες βλ. κηλίδα, ηλιακές προεξοχές βλ. προεξοχή, ηλιακή ημέρα βλ. ημέρα, ηλιακό ημερολόγιο βλ. ημερολόγιο, ηλιακό ιστίο βλ. ιστίο, ηλιακό ρολόι βλ. ρολόι, ηλιακό/τροπικό έτος βλ. έτος, ηλιακός άνεμος βλ. άνεμος, ηλιακός κλιματισμός βλ. κλιματισμός, ηλιακός συλλέκτης βλ. συλλέκτης, παθητικά ηλιακά συστήματα βλ. παθητικός [< μτγν. ἡλιακός, αγγλ. solar, γαλλ. solaire] | |
| 19930 | ηλίανθος | [ἡλίανθος] η-λί-αν-θος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άνθου}: ΒΟΤ. γένος αγγειόσπερμων δικοτυλήδονων φυτών (επιστ. ονομασ. Helianthus) με μεγάλες κίτρινες ταξιανθίες: ~ ο ετήσιος. ~ για βιοντίζελ (βλ. ενεργειακά φυτά)/για παραγωγή ηλιόσπορου. Ο ~ προσανατολίζεται ανάλογα με τη θέση του ήλιου (βλ. φωτοτροπισμός). Βλ. ηλιέλαιο. ΣΥΝ. ήλιος (6), ηλιοτρόπιο (2) [< γαλλ. hélianthe, αγγλ. helianthus] | |
| 19931 | ηλίαση | [ἡλίαση] η-λί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κατάσταση που προκαλείται από παρατεταμένη έκθεση συνήθ. σε άμεση και έντονη ηλιακή ακτινοβολία με ακάλυπτο το κεφάλι: Έπαθε ~ βαριάς (: σπασμοί, κώμα)/ελαφριάς (: πονοκέφαλος, ίλιγγος, εμετός) μορφής. Βλ. θερμοπληξία, υποθερμία. [< μτγν. ἡλίασις ‘έκθεση στον ήλιο’, γαλλ. insolation] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ