Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [20780-20800]

IDΛήμμαΕρμηνεία
19908ηλεκτροσυγκόλληση[ἠλεκτροσυγκόλληση] η-λε-κτρο-συ-γκόλ-λη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μέθοδος ένωσης μεταλλικών στοιχείων με τοπική τήξη των μετάλλων και χρήση ηλεκτρικού ρεύματος: ~ αντίστασης. ~ με αέριο/ηλεκτρόδια. Μάσκα ~ης. Βλ. ηλεκτροπόντα, κασσιτερο-, οξυγονο-κόλληση. ΣΥΝ. ηλεκτροκόλληση [< αγγλ. electric soldering/welding, γαλλ. soudure électrique]
19909ηλεκτροσυγκολλητής[ἠλεκτροσυγκολλητής] η-λε-κτρο-συ-γκολ-λη-τής ουσ. (αρσ.): τεχνίτης ειδικός στην ηλεκτροσυγκόλληση: ~-οξυγονοκολλητής.
19910ηλεκτροσυγκολλητός, ή, ό [ἠλεκτροσυγκολλητός] η-λε-κτρο-συ-γκολ-λη-τός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που έχει προέλθει από ηλεκτροσυγκόλληση: ~ή: ραφή (σιδηρoσωλήνων). ~ά: δικτυώματα.
19911ηλεκτροτεχνία[ἠλεκτροτεχνία] η-λε-κτρο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Η): ΗΛΕΚΤΡ. κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη των τεχνικών εφαρμογών του ηλεκτρισμού: βασική/γενική/θεωρητική ~. ~ οχημάτων. Εργαστήριο ~ας. Ηλεκτρονική και ~. Βλ. -τεχνία. [< γαλλ. électrotechnie]
19912ηλεκτροτεχνικός, ή, ό [ἠλεκτροτεχνικός] η-λε-κτρο-τε-χνι-κός επίθ.: ΗΛΕΚΤΡ. που αναφέρεται στην ηλεκτροτεχνία: ~ός: εξοπλισμός. ~ή: βιομηχανία. ~ό: εργαστήριο/προσωπικό/υλικό. ~ές: εφαρμογές/κατασκευές. ~ά: έργα/προϊόντα/συστήματα. ∆ιεθνής ~ή Επιτροπή. ● Ουσ.: ηλεκτροτεχνικός (ο/η): ηλεκτροτεχνίτης: ~οί δικτύων.
19913ηλεκτροτεχνίτης[ἠλεκτροτεχνίτης] η-λε-κτρο-τε-χνί-της ουσ. (αρσ.): τεχνίτης που έχει ειδικευτεί σε ηλεκτρολογικές εργασίες, ηλεκτρολόγος: ~ βιομηχανικών εγκαταστάσεων/καταστημάτων/οικοδομών/φωτισμού. Βλ. -τεχνίτης. ΣΥΝ. ηλεκτροτεχνικός
19914ηλεκτροϋδραυλικός, ή, ό [ἠλεκτροϋδραυλικός] η-λε-κτρο-ϋ-δραυ-λι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. (για μηχανισμό) που χρησιμοποιεί για τη λειτουργία του ηλεκτρικό ρεύμα και υγρό, συνήθ. λάδι, υπό πίεση: ~ός: ανελκυστήρας. ~ή: αναδιπλούμενη οροφή/πόρτα/ράμπα. ~ό: τιμόνι. ~οί: γερανοί. ~ά: φρένα. Βλ. ηλεκτροπνευματικός. [< αγγλ. electrohydraulic, 1922]
19915ηλεκτροφόρηση[ἠλεκτροφόρηση] η-λε-κτρο-φό-ρη-ση ουσ. (θηλ.) : ΧΗΜ. κίνηση ηλεκτρικά φορτισμένων σωματιδίων σε εναιώρημα υπό την επίδραση ηλεκτρικού πεδίου· μέθοδος ανάλυσης η οποία στηρίζεται στο φαινόμενο αυτό: ~ αιμοσφαιρίνης/λευκωμάτων. ~ σε γέλη. Θετική ~ πρωτεϊνών ορού. Συσκευή κάθετης/οριζόντιας ~ης. [< αγγλ. electrophoresis, 1911, γαλλ. électrophorèse, 1923, γερμ. Elektrophorese]
19916ηλεκτροφορητικός, ή, ό [ἠλεκτροφορητικός] η-λε-κτρο-φο-ρη-τι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με την ηλεκτροφόρηση: ~ός: διαχωρισμός. ~ή: ανάλυση (πρωτεϊνών)/κινητικότητα. ~ές: τεχνικές. [< αγγλ. electrophoretic, 1960, γαλλ. électrophorétique, 1961]
19917ηλεκτροφόρος, ος, ο [ἠλεκτροφόρος] η-λε-κτρο-φό-ρος επίθ. (λόγ.): που φέρει ηλεκτρικό ρεύμα: ~ος: αγωγός. ~ο: καλώδιο. ~α: σύρματα. ΣΥΝ. ρευματοφόρος.|| (ΙΧΘΥΟΛ.) ~α: ψάρια (βλ. χέλι). [< μεσν. ηλεκτροφόρος 'που παράγει ήλεκτρο', γαλλ. électrophore, αγγλ. electrophore]
19918ηλεκτροφυσιολογία[ἠλεκτροφυσιολογία] η-λε-κτρο-φυ-σι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Η): ΙΑΤΡ. τομέας της φυσιολογίας που μελετά τα ηλεκτρικά φαινόμενα και τα αποτελέσματά τους σε ζωντανό οργανισμό: επεμβατική/καρδιακή/κλινική ~. ~ του δέρματος/του νευρικού ιστού/της όρασης. [< γαλλ. électrophysiologie, αγγλ. electrophysiology]
19919ηλεκτροφυσιολογικός, ή, ό [ἠλεκτροφυσιολογικός] η-λε-κτρο-φυ-σι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ηλεκτροφυσιολογία: ~ός: έλεγχος (αρρυθμιών). ~ή: διερεύνηση (του εγκεφάλου)/εξέταση/μελέτη (της καρδιάς). [< γαλλ. électrophysiologique]
19920ηλεκτρόφωνο[ἠλεκτρόφωνο] η-λε-κτρό-φω-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ώνου} (παρωχ.): πικάπ. Πβ. τζουκ μποξ. [< πβ. γαλλ. électrophone, 1929, αγγλ. electrophone]
19921ηλεκτροφωτίζω[ἠλεκτροφωτίζω] η-λε-κτρο-φω-τί-ζω ρ. (μτβ.) {ηλεκτροφώτι-σε | ηλεκροφωτί-στηκε, -σμένος}: εγκαθιστώ δίκτυο παροχής ηλεκτρισμού για τον φωτισμό περιοχής ή χώρου, φωτίζω με ηλεκτρικό ρεύμα: Οι υπόγειες διαβάσεις έχουν ~στεί. ~σμένος: δρόμος. Πβ. ηλεκτροδοτώ.|| ~σμένη: αίθουσα. Πβ. φωταγωγώ.
19922ηλεκτροφωτισμός[ἠλεκτροφωτισμός] η-λε-κτρο-φω-τι-σμός ουσ. (αρσ.) & ηλεκτροφώτιση (η): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ηλεκτροφωτίζω: ~ γηπέδου/κεντρικής οδού/κόμβου/πλατείας. ~ για την ανάδειξη αρχαιολογικών χώρων. Δίκτυα ηλεκτροδότησης και ~ού. [< γαλλ. éclairage électrique]
19923ηλεκτροχειρουργική[ἠλεκτροχειρουργική] η-λε-κτρο-χει-ρουρ-γι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χρήση ηλεκτρικών μεθόδων σε χειρουργικές επεμβάσεις. Βλ. ηλεκτροκαυτηρίαση. [< γαλλ. électrochirurgie, αγγλ. electrosurgery]
19924ηλεκτροχειρουργικός, ή, ό [ἠλεκτροχειρουργικός] η-λε-κτρο-χει-ρουρ-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ηλεκτροχειρουργική: ~ός: εξοπλισμός. ~ή: επέμβαση. ~ά: εργαλεία. [< γαλλ. électrochirurgical, αγγλ. electrosurgical, 1909]
19925ηλεκτροχημεία[ἠλεκτροχημεία] η-λε-κτρο-χη-μεί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Η): ΧΗΜ. κλάδος που εξετάζει τις χημικές αντιδράσεις, οι οποίες προκαλούνται από το ηλεκτρικό ρεύμα ή οδηγούν στην παραγωγή του: αναλυτική/δυναμική/εφαρμοσμένη/θεωρητική ~. Βιομηχανικές και τεχνολογικές εφαρμογές της ~ας. [< γαλλ. électrochimie, αγγλ. electrochemistry]
19926ηλεκτροχημικός, ή, ό [ἠλεκτροχημικός] η-λε-κτρο-χη-μι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που αναφέρεται στην ηλεκτροχημεία: ~ός: ανιχνευτής. ~ή: ανάλυση/αντίδραση/διάβρωση/σειρά (των μετάλλων). ~ό: δυναμικό/στοιχείο. ~ές: μέθοδοι/μετρήσεις/τεχνικές. ~ά: φαινόμενα. Βλ. ηλεκτροθερμικός. ● Ουσ.: ηλεκτροχημικός (ο/η): χημικός με ειδίκευση στην ηλεκτροχημεία. ● επίρρ.: ηλεκτροχημικά [< γαλλ. électrochimique, αγγλ. electrochemic(al)]
19927ήλθαβλ. έρχομαι

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.