| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 19932 | ηλιασμός | [ἡλιασμός] η-λι-α-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): διάχυση της ηλιακής ακτινοβολίας σε χώρο: (αν)επαρκής/φυσικός ~. ~ και ηλιοπροστασία κατοικίας. Αερισμός και ~ των αιθουσών διδασκαλίας/κτιρίων. Βλ. βιοκλιματικός, ηλιοφάνεια. ΑΝΤ. σκιασμός [< γαλλ. ensoleillement] | |
| 19933 | ηλιαχτίδα | [ἡλιαχτίδα] η-λια-χτί-δα ουσ. (θηλ.) (λογοτ.): ηλιακή ακτίνα: λαμπερή/πρωινή ~. Οι πρώτες ~ες της μέρας.|| (μτφ.) Μια ~ αισιοδοξίας/ελπίδας/φωτός/χαράς. | |
| 19934 | ηλιέλαιο | [ἡλιέλαιο] η-λι-έ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λάδι που παράγεται από την επεξεργασία σπόρων ηλίανθου: οργανικό ~. Βιοντίζελ από φυτικά έλαια, όπως βαμβακέλαιο και ~. Βλ. -έλαιο. | |
| 19935 | ηλίθιος | , α, ο [ἠλίθιος] η-λί-θι-ος επίθ./ουσ. {-ου (ως ουσ.-λόγ.) -ίου | -ων (ως ουσ.-λόγ.) -ίων} ΑΝΤ. έξυπνος 1. (μειωτ.) που έχει μειωμένη νοημοσύνη ή που δίνει την εντύπωση, από τις πράξεις του, ότι στερείται ευστροφίας, εξυπνάδας: ~ο: κατασκεύασμα/πλάσμα/υποκείμενο. Με ύφος ~ίου. Κάνει/παριστάνει τον ~ο. Υπήρξα πολύ ~ που ... Συμπεριφέρεται σαν ~. Έρχεται ο κάθε ~ και ... Τι ~, Θεέ μου! Είναι εντελώς/πραγματικά/τελείως ~! Με θεωρείς ~ο/με περνάς για ~ο; (υβριστ.) Άντε, (β)ρε ~ε! Πβ. βλάκας.|| (κατ' επέκτ.) ~ο: βλέμμα/χαμόγελο. ~α: όψη/φάτσα. ΣΥΝ. ανόητος, κουτός, χαζός. || Χρήσιμος ηλίθιος (= μαριονέτα, πιόνι). Βλ. παν~. 2. για κάτι που θεωρείται ανόητο ή άστοχο, ακατάλληλο για συγκεκριμένη περίσταση: ~α: ιστορία/συμπεριφορά/φάρσα. ~ο: αστείο/λάθος. ~οι: τρόποι. ~ες: απαντήσεις/απόψεις/ερωτήσεις. Τον έφαγε αυτός ο ~ εγωισμός του! Είναι ~ο να ... Το πιο ~ο πράγμα που ... ΣΥΝ. βλακώδης ● επίρρ.: ηλίθια & (λόγ.) -ίως [< αρχ. ἠλίθιος. Βλ. αγγλ. useful idiot, 1864] | |
| 19936 | ηλιθιότητα | [ἠλιθιότητα] η-λι-θι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. βλακεία 1. (λόγ.) η ιδιότητα του ηλίθιου: εγκληματική ~. Τον δέρνει μεγάλη ~. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. ανοησία (1) ΑΝΤ. εξυπνάδα (1) 2. {συνήθ. στον πληθ.} (συνεκδ.) ανόητος, απερίσκεπτος λόγος ή πράξη: Μην μπαίνεις στον κόπο να απαντήσεις στις ~ές του. Έκανε την ~ να αρνηθεί μία τόσο δελεαστική προσφορά. Πβ. κουτα-, παλαβο-, σαχλα-, χαζο-μάρα, μπούρδα. ΣΥΝ. ανοησία (2) ΑΝΤ. εξυπνάδα (2) 3. ΙΑΤΡ. (παλαιότ.) μετρίου βαθμού νοητική υστέρηση. [< αρχ. ἠλιθιότης] | |
| 19937 | ηλικία | [ἡλικία] η-λι-κί-α ουσ. (θηλ.) {ηλικι-ών} 1. το διάστημα, κυρ. μετρημένο σε χρόνια, που δηλώνει τη διάρκεια ζωής έμψυχου ή ύπαρξης άψυχου από τη στιγμή της γέννησης ή δημιουργίας του, αντίστοιχα, μέχρι το χρονικό παρόν (του ομιλητή ή αφηγητή): (για άνθρωπο) η φυσική/χρονολογική ~. Παιδιά/νέοι ~ας (άνω/κάτω των) ... ετών. Από την/μέχρι την/στην/(έ)ως την ~ των πενήντα. Μεγαλύτερος/μικρότερος στην ~ από ... Ανά/κατά ~ (και φύλο). Ποια είναι η ~ σου/τι ~ έχεις (= πόσων χρονών είσαι); Διανύει/συμπλήρωσε το εικοστό έτος της ~ας του. Έχουν μεγάλη διαφορά ~ας. Πέθανε σε μεγάλη/μικρή/νεαρή/προχωρημένη ~. Μετά από κάποια ~, ... (Εγώ) στην ~ σου είχα οικογένεια! Οι ~ες των υποψηφίων. Κατά ομάδες ~ών. Ευρύ φάσμα ~ών.|| Η ~ ενός άστρου/της Γης. Εκτίμηση/υπολογισμός της ~ας ενός πετρώματος/του Σύμπαντος. Αρχαιολογικά ευρήματα/τοιχογραφίες ~ας ... αιώνων. 2. (ειδικότ.) χρονική περίοδος της ανθρώπινης ζωής, κυμαινόμενη συνήθ. μεταξύ συγκεκριμένων ετών, κατά την οποία εκδηλώνονται ορισμένα σωματικά, νοητικά, ψυχικά χαρακτηριστικά ή κατά την οποία ο άνθρωπος κρίνεται ικανός για κάτι: η αναπαραγωγική/γεροντική/νεανική/νηπιακή/(προ)σχολική ~. Σε τρυφερή ~. Αναμνήσεις από την παιδική ~. Η διατροφή κατά τη βρεφική ~. Στην ~ των τριάντα/σαράντα. Κάθε ~ έχει τη χάρη της. Έχει περάσει την κρίσιμη ~ για εκδήλωση της νόσου. Έχει φτάσει σ’ αυτή την ~ (: είναι αρκετά μεγάλος πια) και κάνει ακόμα κουταμάρες! Τα ρίσκα δεν είναι της ~ας του (: δεν ταιριάζουν στην ~ του).|| Η ιδανική/κατάλληλη ~ για ... Η προβλεπόμενη από τον νόμο ~ συνταξιοδότησης. Οι αναπτυξιακές/δυναμικές/παραγωγικές ~ες. Βρίσκεται/είναι σε ~ γάμου. 3. {συνήθ. στον πληθ.} (συνεκδ.) το σύνολο των προσώπων που ανήκουν στην αντίστοιχη χρονική περίοδο: οι νεαρές/ώριμες ~ες. Άθλημα κατάλληλο για όλες τις ~ες. ● ΣΥΜΠΛ.: απροσδιόριστης/ακαθόριστης ηλικίας (συχνά ειρων.): για κάποιον που τα χρόνια του δεν μπορούν να προσδιοριστούν εύκολα., βιολογική ηλικία: αυτή που σχετίζεται με τη φυσική κατάσταση του οργανισμού, σε αντιδιαστολή με τη χρονολογική ηλικία. [< αγγλ. biological age] , μέση ηλικία: η περίοδος της ωριμότητας, ανάμεσα περ. στα 40 και τα 60 χρόνια., νόμιμη ηλικία: αυτή που καθορίζεται από τον νόμο και αφορά την έναρξη άσκησης συγκεκριμένου δικαιώματος: ~ ~ γάμου/εγγραφής στο Δημοτικό/οδήγησης αυτοκινήτου/συνταξιοδότησης., όριο ηλικίας & ηλικιακό όριο: η ηλικία από ή μέχρι την οποία έχει τη δυνατότητα κάποιος, σύμφωνα με τον νόμο, να ασκεί ορισμένο δικαίωμα: το ανώτατο/ελάχιστο/κατώτατο ~ ~. Απαιτούμενο/μειωμένο/πλήρες ~ ~. ~ ~ διορισμού/πρόσληψης. Ανεξαρτήτως ~ου ~. Ειδικά/προβλεπόμενα ~α ~ για ..., πνευματική/διανοητική ηλικία: το επίπεδο νοητικής ανάπτυξης ενός ανθρώπου, όπως καθορίζεται από τα τεστ νοημοσύνης. [< γαλλ. âge mental] , τέταρτη ηλικία: η περίοδος μετά τη συμπλήρωση του ογδοηκοστού πέμπτου περ. έτους της ζωής· συνεκδ. οι υπερήλικες: φροντίδα των ατόμων της ~ης ~ας. [< αγγλ. πβ. fourth age] , τρίτη ηλικία: η περίοδος μετά τη συμπλήρωση του εξηκοστού πέμπτου περ. έτους της ζωής ενός ατόμου, κατά την οποία θεωρείται πλέον ηλικιωμένο· συνεκδ. οι ίδιοι οι ηλικιωμένοι: ~ ~ και γηρατειά. Οι ασθένειες της ~ης ~ας.|| Κοινωνική πρόνοια για την ~ ~. [< πβ. αγγλ. third age, 1972] , πρώτη ηλικία βλ. πρώτος ● ΦΡ.: δεν έχει ηλικία/χωρίς ηλικία 1. για άτομο που, αν και δεν είναι πια νέο, διατηρεί τη νεανικότητά του: Γυναίκα χωρίς ~! 2. (για ιδιότητα, κατάσταση, δραστηριότητα) αφορά ή χαρακτηρίζει όλους τους ανθρώπους, νέους και μεγαλύτερους: Η άσκηση/γοητεία/μοναξιά δεν έχει ~. 3. (συνήθ. για δημιούργημα) είναι διαχρονικό: Ποιήματα/τραγούδια που δεν έχουν ~/χωρίς ~., είναι (μιας) κάποιας ηλικίας & (σπάν.) έχει κάποια ηλικία: είναι μεσήλικας., είναι στην ηλικία του/έχει την ηλικία του/είναι της ηλικίας του & έχουν την ίδια ηλικία: είναι συνομήλικοι: Κάνει παρέα με παιδιά που είναι ~. Έχω γιο στην ~ σου., με την ηλικία: με το πέρασμα των χρόνων, όσο μεγαλώνει κάποιος: Τα προβλήματα υγείας αυξάνονται ~ ~. Πβ. με τα χρόνια., (πάνω) στο άνθος/στην ακμή/στον ανθό της ηλικίας/της νιότης (κάποιου) βλ. άνθος [< αρχ. ἡλικία, αγγλ. age, γαλλ. âge] | |
| 19938 | ηλικιακός | , ή, ό [ἡλικιακός] η-λι-κι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ηλικία: ~ός: δείκτης/διαχωρισμός/ρατσισμός. ~ή: διαφορά/κατηγορία/ομάδα/πυραµίδα. ||~ή διάρθρωση/κατανομή/σύνθεση του πληθυσμού.|| ~ό: επίπεδο (των παιδιών). ~οί: περιορισμοί. ~ά: χαρακτηριστικά. Τα ~ά όρια συνταξιοδότησης. ● επίρρ.: ηλικιακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: όριο ηλικίας βλ. ηλικία | |
| 19939 | ηλικιωμένος | , η, ο [ἡλικιωμένος] η-λι-κι-ω-μέ-νος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που διανύει την τρίτη ηλικία της ζωής του: ~ος: κύριος. ~ο: ζευγάρι. ~οι: εργαζόμενοι. ~α: άτομα.|| (ως ουσ.) Μεσόκοποι και ~οι. Μονάδα Φροντίδας/Πανσιόν ~ων. Οι ~οι ανήκουν στις κοινωνικά ευπαθείς ομάδες πληθυσμού. Πβ. γέροντας, γέρος, γριά.|| (σπάν.) ~α: δέντρα/ζώα. ΑΝΤ. νέος (1) [< μτχ. παθ. παρακ. του μεσν. ρ. ηλικιούμαι, γαλλ. âgé] | |
| 19951 | ήλιο(ν) | [ἥλιο] ή-λι-ο ουσ. (ουδ.) {ηλί-ου}: ΧΗΜ. άφλεκτο ευγενές αέριο (σύμβ. He), ελαφρύτερο του αέρα: υγρό ~ (βλ. κρυογονική). Μπαλόνια με ~. Λέιζερ ~ου-νέου.|| Πυρήνες ~ου (βλ. ακτινοβολία άλφα). [< γαλλ. hélium, αγγλ. helium] | |
| 19940 | ηλιο- & ηλιό- & ηλι- | & ηλί-: α' συνθετικό λέξεων με αναφορά 1. στον ήλιο ή το ηλιακό φως: ηλιο-βασίλεμα/~θεραπεία/~καμένος/~προστασία/~φάνεια. Ηλιό-λουστος. 2. στο φυτό ηλίανθος, το ηλιοτρόπιο: ηλιό-σπορος. Ηλι-έλαιο. | |
| 19941 | ηλιοβασίλεμα | [ἡλιοβασίλεμα] η-λιο-βα-σί-λε-μα ουσ. (ουδ.) {ηλιοβασιλέμ-ατος | -ατα}: η δύση του ήλιου και η αντίστοιχη χρονική περίοδος: μαγευτικό/ονειρεμένο/ρομαντικό ~. Τα χρώματα/η ώρα του ~ατος. Υπέροχα ~ατα. Απόλαυσε το ~ από την κορυφή του λόφου.|| Κατά το ~. Πβ. βασίλεμα, γέρμα, λιόγερμα. Βλ. λυκόφως, σούρουπο. ΑΝΤ. ανατολή (1), χάραμα (1) [< μεσν. ηλιοβασίλευμα(ν)] | |
| 19942 | ηλιόγερμα | βλ. λιόγερμα | |
| 19943 | ηλιογράφος | [ἡλιογράφος] η-λι-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ.) 1. ΜΕΤΕΩΡ. συσκευή μέτρησης της ηλιοφάνειας. 2. ΑΣΤΡΟΝ. όργανο για λήψη φωτογραφιών του ήλιου. Βλ. ηλιοστάτης. [< γαλλ. héliographe, αγγλ. heliograph] | |
| 19944 | ηλιοθεραπεία | [ἡλιοθεραπεία] η-λιο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): παρατεταμένη έκθεση του σώματος στην ηλιακή ακτινοβολία με σκοπό το μαύρισμα της επιδερμίδας: εγκαύματα από ~. Κάνω ~. Αποφύγετε την ~, κυρίως κατά τις μεσημεριανές ώρες.|| Τεχνητή ~ (= σολάριουμ). [< πβ. αγγλ. heliotherapy, γαλλ. héliothérapie, 1900] | |
| 19945 | ηλιοθερμία | [ἡλιοθερμία] η-λι-ο-θερ-μί-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΛ. ήπια και ανανεώσιμη μορφή ενέργειας, η οποία βασίζεται στην εκμετάλλευση της ηλιακής ενέργειας για την παραγωγή θερμότητας. Βλ. γεωθερμία. | |
| 19946 | ηλιοθερμικός | , ή, ό [ἡλιοθερμικός] η-λι-ο-θερ-μι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΛ. που σχετίζεται με την ηλιοθερμία: ~ός: σταθμός. ~ή: ενέργεια. ~ό: πάρκο. ~ά: συστήματα. Βλ. γεωθερμικός, φωτοβολταϊκός. | |
| 19947 | ηλιοκαμένος | , η, ο [ἡλιοκαμένος] η-λιο-κα-μέ-νος επίθ.: που έχει μαυρίσει ή κοκκινίσει εξαιτίας της έκθεσής του στον ήλιο: ~η: επιδερμίδα. ~ο: πρόσωπο/σώμα. Πβ. μαυρισμένος. ΣΥΝ. ηλιοψημένος | |
| 19948 | ηλιοκεντρικός | , ή, ό [ἡλιοκεντρικός] η-λι-ο-κε-ντρι-κός επίθ.: ΑΣΤΡΟΝ. που σχετίζεται με τον ηλιοκεντρισμό ή που υπολογίζεται με κέντρο αναφοράς τον Ήλιο: ~ό: σύστημα. Η ~ή θεωρία του Αρίσταρχου/του Κοπέρνικου.|| ~ές: συντεταγμένες. Σε ~ή τροχιά. ΑΝΤ. γεωκεντρικός. Βλ. -κεντρικός. [< γαλλ. héliocentrique, αγγλ. heliocentric(al)] | |
| 19949 | ηλιοκεντρισμός | [ἡλιοκεντρισμός] η-λι-ο-κε-ντρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΑΣΤΡΟΝ. θεωρία κατά την οποία ο Ήλιος αναγνωρίζεται ως κέντρο του ηλιακού συστήματος ή του Σύμπαντος και οι πλανήτες ως δορυφόροι του. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. γεωκεντρισμός [< γαλλ. héliocentrisme, αγγλ. heliocentricism] | |
| 19950 | ηλιόλουστος | , η, ο [ἡλιόλουστος] η-λι-ό-λου-στος επίθ. & (λογοτ.) λιόλουστος: που φωτίζεται άπλετα ή για μεγάλο διάστημα της ημέρας από το φως του ήλιου: ~ος: καιρός/ουρανός. ~η: μέρα/παραλία. ~ο: διαμέρισμα (= ευήλιο)/νησί. ~ες: πλαγιές (= προσήλιες)/χώρες. Βλ. κατά-, ολό-φωτος. ΑΝΤ. ανήλιαγος [< γαλλ. baigné par le soleil] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ