Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [20800-20820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
19928ηλι-βλ. ηλιο-
19929ηλιακός, ή, ό [ἡλιακός] η-λι-α-κός επίθ. 1. ΑΣΤΡΟΝ. που σχετίζεται με τον Ήλιο: ~ός: δίσκος/πυρήνας. ~ή: ακτινοβολία/ατμόσφαιρα (βλ. φωτό-, χρωμό-σφαιρα)/δραστηριότητα/θερμότητα/καταιγίδα/μάζα/περιστροφή/τροχιά/Φυσική. ~ό: κάτοπτρο/τηλεσκόπιο/φως. ~ές: ακτίνες. Βλ. εξω~.|| (ΘΡΗΣΚ.) ~ή: θεότητα/λατρεία. ~ό: σύμβολο. 2. ΤΕΧΝΟΛ. που αξιοποιεί την ενέργεια του ήλιου: ~ός: (ενεργειακός) σταθμός. ~ή: γεννήτρια/μονάδα. Βλ. φωτοβολταϊκός.|| (ΟΙΚΟΛ.) ~ός: φούρνος. ~ή: θέρμανση/μπαταρία/τεχνολογία. ~ό: αυτοκίνητο (βλ. ηλεκτρικό αυτοκίνητο)/σπίτι. 3. που αναφέρεται στην υπεριώδη ακτινοβολία του ήλιου ή προκαλείται από αυτή: ~ή: έκθεση.|| ~ό: ερύθημα. ~ά: εγκαύματα. Βλ. αντ~. ● επίρρ.: ηλιακά ● ΣΥΜΠΛ.: ηλιακές εκλάμψεις/εκρήξεις: ΑΣΤΡΟΝ. ισχυρές εκρήξεις στο στέμμα και τη χρωμόσφαιρα του Ήλιου, οι οποίες εμφανίζονται κυρ. γύρω από ηλιακές κηλίδες και προκαλούν την απελευθέρωση μαγνητικής ενέργειας. [< αγγλ. solar flares, 1938, solar eruptions, 1937] , ηλιακή ενέργεια: ΦΥΣ. που προέρχεται από τη σύντηξη πυρήνων υδρογόνου στον Ήλιο. Βλ. ανανεώσιμες/εναλλακτικές πηγές/μορφές ενέργειας., ηλιακή κυψέλη & ηλιακό κύτταρο/στοιχείο: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. φωτοβολταϊκό στοιχείο. [< αγγλ. solar cell, 1955] , ηλιακή σταθερά: ΜΕΤΕΩΡ. η ποσότητα της ηλιακής ενέργειας στο εξωτερικό όριο της ατμόσφαιρας, όταν η Γη βρίσκεται στη μέση απόστασή της από τον Ήλιο, την οποία δέχεται επιφάνεια ενός τετραγωνικού εκατοστού, όπου πέφτουν κάθετα οι ακτίνες του Ήλιου. [< γαλλ. constante solaire] , ηλιακό πάρκο: ΟΙΚΟΛ. μεγάλη έκταση με εγκαταστάσεις, ηλιακές κυψέλες-φωτοβολταϊκά κύτταρα, για την παραγωγή ρεύματος από την ηλιακή ενέργεια. [< αγγλ. solar park] , ηλιακό στέμμα & ηλιακή κορόνα: ΑΣΤΡΟΝ. λευκή άλως, πολύ θερμή και αραιή, η οποία αποτελεί την εξωτερική ατμόσφαιρα του Ήλιου. [< γαλλ. couronne solaire] , ηλιακό σύστημα ΑΣΤΡΟΝ. 1. (συνήθ. με κεφαλ. τα αρχικά Η, Σ) που αποτελείται από τον Ήλιο, τους οκτώ πλανήτες που περιστρέφονται σε ελλειπτικές τροχιές γύρω από αυτόν, τους δορυφόρους τους, καθώς και από αστεροειδείς, κομήτες και μετεωρίτες: το ~/πλανητικό μας ~. Βλ. γαλαξίας. 2. κάθε παρόμοιο αστρικό σύστημα, που περιφέρεται γύρω από έναν ή περισσότερους ήλιους. [< γαλλ. système solaire] , ηλιακό χωριό: ΟΙΚΟΛ. οικιστικό συγκρότημα κατοικιών που χρησιμοποιούν παθητικά και ενεργητικά ηλιακά συστήματα., ηλιακός θερμοσίφωνας & (προφ.) ηλιακός: ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα θέρμανσης νερού, το οποίο αποτελείται από επίπεδο ηλιακό συλλέκτη, συνδεδεμένο με δεξαμενή αποθήκευσης νερού: ~ ~ ανοιχτού/κλειστού κυκλώματος. Τοποθέτηση ~ού ~α στην ταράτσα. Πβ. ηλιακός θερμοσυσσωρευτής. Βλ. ηλεκτρικός θερμοσίφωνας., ηλιακός κύκλος : ΑΣΤΡΟΝ. η περιοδικά εμφανιζόμενη ηλιακή δραστηριότητα, η οποία διαρκεί περ. έντεκα χρόνια., ηλιακός χρόνος: ΑΣΤΡΟΝ. τοπική ώρα που βασίζεται στην ηλιακή ημέρα: αληθής/μέσος ~ ~. Βλ. αστρικός χρόνος. [< αγγλ. solar time] , έκλειψη Ηλίου βλ. έκλειψη, ενεργητικά/θερμικά ηλιακά συστήματα βλ. ενεργητικός, ηλιακές κηλίδες βλ. κηλίδα, ηλιακές προεξοχές βλ. προεξοχή, ηλιακή ημέρα βλ. ημέρα, ηλιακό ημερολόγιο βλ. ημερολόγιο, ηλιακό ιστίο βλ. ιστίο, ηλιακό ρολόι βλ. ρολόι, ηλιακό/τροπικό έτος βλ. έτος, ηλιακός άνεμος βλ. άνεμος, ηλιακός κλιματισμός βλ. κλιματισμός, ηλιακός συλλέκτης βλ. συλλέκτης, παθητικά ηλιακά συστήματα βλ. παθητικός [< μτγν. ἡλιακός, αγγλ. solar, γαλλ. solaire]
19930ηλίανθος[ἡλίανθος] η-λί-αν-θος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άνθου}: ΒΟΤ. γένος αγγειόσπερμων δικοτυλήδονων φυτών (επιστ. ονομασ. Helianthus) με μεγάλες κίτρινες ταξιανθίες: ~ ο ετήσιος. ~ για βιοντίζελ (βλ. ενεργειακά φυτά)/για παραγωγή ηλιόσπορου. Ο ~ προσανατολίζεται ανάλογα με τη θέση του ήλιου (βλ. φωτοτροπισμός). Βλ. ηλιέλαιο. ΣΥΝ. ήλιος (6), ηλιοτρόπιο (2) [< γαλλ. hélianthe, αγγλ. helianthus]
19931ηλίαση[ἡλίαση] η-λί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κατάσταση που προκαλείται από παρατεταμένη έκθεση συνήθ. σε άμεση και έντονη ηλιακή ακτινοβολία με ακάλυπτο το κεφάλι: Έπαθε ~ βαριάς (: σπασμοί, κώμα)/ελαφριάς (: πονοκέφαλος, ίλιγγος, εμετός) μορφής. Βλ. θερμοπληξία, υποθερμία. [< μτγν. ἡλίασις ‘έκθεση στον ήλιο’, γαλλ. insolation]
19932ηλιασμός[ἡλιασμός] η-λι-α-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): διάχυση της ηλιακής ακτινοβολίας σε χώρο: (αν)επαρκής/φυσικός ~. ~ και ηλιοπροστασία κατοικίας. Αερισμός και ~ των αιθουσών διδασκαλίας/κτιρίων. Βλ. βιοκλιματικός, ηλιοφάνεια. ΑΝΤ. σκιασμός [< γαλλ. ensoleillement]
19933ηλιαχτίδα[ἡλιαχτίδα] η-λια-χτί-δα ουσ. (θηλ.) (λογοτ.): ηλιακή ακτίνα: λαμπερή/πρωινή ~. Οι πρώτες ~ες της μέρας.|| (μτφ.) Μια ~ αισιοδοξίας/ελπίδας/φωτός/χαράς.
19934ηλιέλαιο[ἡλιέλαιο] η-λι-έ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λάδι που παράγεται από την επεξεργασία σπόρων ηλίανθου: οργανικό ~. Βιοντίζελ από φυτικά έλαια, όπως βαμβακέλαιο και ~. Βλ. -έλαιο.
19935ηλίθιος, α, ο [ἠλίθιος] η-λί-θι-ος επίθ./ουσ. {-ου (ως ουσ.-λόγ.) -ίου | -ων (ως ουσ.-λόγ.) -ίων} ΑΝΤ. έξυπνος 1. (μειωτ.) που έχει μειωμένη νοημοσύνη ή που δίνει την εντύπωση, από τις πράξεις του, ότι στερείται ευστροφίας, εξυπνάδας: ~ο: κατασκεύασμα/πλάσμα/υποκείμενο. Με ύφος ~ίου. Κάνει/παριστάνει τον ~ο. Υπήρξα πολύ ~ που ... Συμπεριφέρεται σαν ~. Έρχεται ο κάθε ~ και ... Τι ~, Θεέ μου! Είναι εντελώς/πραγματικά/τελείως ~! Με θεωρείς ~ο/με περνάς για ~ο; (υβριστ.) Άντε, (β)ρε ~ε! Πβ. βλάκας.|| (κατ' επέκτ.) ~ο: βλέμμα/χαμόγελο. ~α: όψη/φάτσα. ΣΥΝ. ανόητος, κουτός, χαζός. || Χρήσιμος ηλίθιος (= μαριονέτα, πιόνι). Βλ. παν~. 2. για κάτι που θεωρείται ανόητο ή άστοχο, ακατάλληλο για συγκεκριμένη περίσταση: ~α: ιστορία/συμπεριφορά/φάρσα. ~ο: αστείο/λάθος. ~οι: τρόποι. ~ες: απαντήσεις/απόψεις/ερωτήσεις. Τον έφαγε αυτός ο ~ εγωισμός του! Είναι ~ο να ... Το πιο ~ο πράγμα που ... ΣΥΝ. βλακώδης ● επίρρ.: ηλίθια & (λόγ.) -ίως [< αρχ. ἠλίθιος. Βλ. αγγλ. useful idiot, 1864]
19936ηλιθιότητα[ἠλιθιότητα] η-λι-θι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. βλακεία 1. (λόγ.) η ιδιότητα του ηλίθιου: εγκληματική ~. Τον δέρνει μεγάλη ~. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. ανοησία (1) ΑΝΤ. εξυπνάδα (1) 2. {συνήθ. στον πληθ.} (συνεκδ.) ανόητος, απερίσκεπτος λόγος ή πράξη: Μην μπαίνεις στον κόπο να απαντήσεις στις ~ές του. Έκανε την ~ να αρνηθεί μία τόσο δελεαστική προσφορά. Πβ. κουτα-, παλαβο-, σαχλα-, χαζο-μάρα, μπούρδα. ΣΥΝ. ανοησία (2) ΑΝΤ. εξυπνάδα (2) 3. ΙΑΤΡ. (παλαιότ.) μετρίου βαθμού νοητική υστέρηση. [< αρχ. ἠλιθιότης]
19937ηλικία[ἡλικία] η-λι-κί-α ουσ. (θηλ.) {ηλικι-ών} 1. το διάστημα, κυρ. μετρημένο σε χρόνια, που δηλώνει τη διάρκεια ζωής έμψυχου ή ύπαρξης άψυχου από τη στιγμή της γέννησης ή δημιουργίας του, αντίστοιχα, μέχρι το χρονικό παρόν (του ομιλητή ή αφηγητή): (για άνθρωπο) η φυσική/χρονολογική ~. Παιδιά/νέοι ~ας (άνω/κάτω των) ... ετών. Από την/μέχρι την/στην/(έ)ως την ~ των πενήντα. Μεγαλύτερος/μικρότερος στην ~ από ... Ανά/κατά ~ (και φύλο). Ποια είναι η ~ σου/τι ~ έχεις (= πόσων χρονών είσαι); Διανύει/συμπλήρωσε το εικοστό έτος της ~ας του. Έχουν μεγάλη διαφορά ~ας. Πέθανε σε μεγάλη/μικρή/νεαρή/προχωρημένη ~. Μετά από κάποια ~, ... (Εγώ) στην ~ σου είχα οικογένεια! Οι ~ες των υποψηφίων. Κατά ομάδες ~ών. Ευρύ φάσμα ~ών.|| Η ~ ενός άστρου/της Γης. Εκτίμηση/υπολογισμός της ~ας ενός πετρώματος/του Σύμπαντος. Αρχαιολογικά ευρήματα/τοιχογραφίες ~ας ... αιώνων. 2. (ειδικότ.) χρονική περίοδος της ανθρώπινης ζωής, κυμαινόμενη συνήθ. μεταξύ συγκεκριμένων ετών, κατά την οποία εκδηλώνονται ορισμένα σωματικά, νοητικά, ψυχικά χαρακτηριστικά ή κατά την οποία ο άνθρωπος κρίνεται ικανός για κάτι: η αναπαραγωγική/γεροντική/νεανική/νηπιακή/(προ)σχολική ~. Σε τρυφερή ~. Αναμνήσεις από την παιδική ~. Η διατροφή κατά τη βρεφική ~. Στην ~ των τριάντα/σαράντα. Κάθε ~ έχει τη χάρη της. Έχει περάσει την κρίσιμη ~ για εκδήλωση της νόσου. Έχει φτάσει σ’ αυτή την ~ (: είναι αρκετά μεγάλος πια) και κάνει ακόμα κουταμάρες! Τα ρίσκα δεν είναι της ~ας του (: δεν ταιριάζουν στην ~ του).|| Η ιδανική/κατάλληλη ~ για ... Η προβλεπόμενη από τον νόμο ~ συνταξιοδότησης. Οι αναπτυξιακές/δυναμικές/παραγωγικές ~ες. Βρίσκεται/είναι σε ~ γάμου. 3. {συνήθ. στον πληθ.} (συνεκδ.) το σύνολο των προσώπων που ανήκουν στην αντίστοιχη χρονική περίοδο: οι νεαρές/ώριμες ~ες. Άθλημα κατάλληλο για όλες τις ~ες. ● ΣΥΜΠΛ.: απροσδιόριστης/ακαθόριστης ηλικίας (συχνά ειρων.): για κάποιον που τα χρόνια του δεν μπορούν να προσδιοριστούν εύκολα., βιολογική ηλικία: αυτή που σχετίζεται με τη φυσική κατάσταση του οργανισμού, σε αντιδιαστολή με τη χρονολογική ηλικία. [< αγγλ. biological age] , μέση ηλικία: η περίοδος της ωριμότητας, ανάμεσα περ. στα 40 και τα 60 χρόνια., νόμιμη ηλικία: αυτή που καθορίζεται από τον νόμο και αφορά την έναρξη άσκησης συγκεκριμένου δικαιώματος: ~ ~ γάμου/εγγραφής στο Δημοτικό/οδήγησης αυτοκινήτου/συνταξιοδότησης., όριο ηλικίας & ηλικιακό όριο: η ηλικία από ή μέχρι την οποία έχει τη δυνατότητα κάποιος, σύμφωνα με τον νόμο, να ασκεί ορισμένο δικαίωμα: το ανώτατο/ελάχιστο/κατώτατο ~ ~. Απαιτούμενο/μειωμένο/πλήρες ~ ~. ~ ~ διορισμού/πρόσληψης. Ανεξαρτήτως ~ου ~. Ειδικά/προβλεπόμενα ~α ~ για ..., πνευματική/διανοητική ηλικία: το επίπεδο νοητικής ανάπτυξης ενός ανθρώπου, όπως καθορίζεται από τα τεστ νοημοσύνης. [< γαλλ. âge mental] , τέταρτη ηλικία: η περίοδος μετά τη συμπλήρωση του ογδοηκοστού πέμπτου περ. έτους της ζωής· συνεκδ. οι υπερήλικες: φροντίδα των ατόμων της ~ης ~ας. [< αγγλ. πβ. fourth age] , τρίτη ηλικία: η περίοδος μετά τη συμπλήρωση του εξηκοστού πέμπτου περ. έτους της ζωής ενός ατόμου, κατά την οποία θεωρείται πλέον ηλικιωμένο· συνεκδ. οι ίδιοι οι ηλικιωμένοι: ~ ~ και γηρατειά. Οι ασθένειες της ~ης ~ας.|| Κοινωνική πρόνοια για την ~ ~. [< πβ. αγγλ. third age, 1972] , πρώτη ηλικία βλ. πρώτος ● ΦΡ.: δεν έχει ηλικία/χωρίς ηλικία 1. για άτομο που, αν και δεν είναι πια νέο, διατηρεί τη νεανικότητά του: Γυναίκα χωρίς ~! 2. (για ιδιότητα, κατάσταση, δραστηριότητα) αφορά ή χαρακτηρίζει όλους τους ανθρώπους, νέους και μεγαλύτερους: Η άσκηση/γοητεία/μοναξιά δεν έχει ~. 3. (συνήθ. για δημιούργημα) είναι διαχρονικό: Ποιήματα/τραγούδια που δεν έχουν ~/χωρίς ~., είναι (μιας) κάποιας ηλικίας & (σπάν.) έχει κάποια ηλικία: είναι μεσήλικας., είναι στην ηλικία του/έχει την ηλικία του/είναι της ηλικίας του & έχουν την ίδια ηλικία: είναι συνομήλικοι: Κάνει παρέα με παιδιά που είναι ~. Έχω γιο στην ~ σου., με την ηλικία: με το πέρασμα των χρόνων, όσο μεγαλώνει κάποιος: Τα προβλήματα υγείας αυξάνονται ~ ~. Πβ. με τα χρόνια., (πάνω) στο άνθος/στην ακμή/στον ανθό της ηλικίας/της νιότης (κάποιου) βλ. άνθος [< αρχ. ἡλικία, αγγλ. age, γαλλ. âge]
19938ηλικιακός, ή, ό [ἡλικιακός] η-λι-κι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ηλικία: ~ός: δείκτης/διαχωρισμός/ρατσισμός. ~ή: διαφορά/κατηγορία/ομάδα/πυραµίδα. ||~ή διάρθρωση/κατανομή/σύνθεση του πληθυσμού.|| ~ό: επίπεδο (των παιδιών). ~οί: περιορισμοί. ~ά: χαρακτηριστικά. Τα ~ά όρια συνταξιοδότησης. ● επίρρ.: ηλικιακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: όριο ηλικίας βλ. ηλικία
19939ηλικιωμένος, η, ο [ἡλικιωμένος] η-λι-κι-ω-μέ-νος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που διανύει την τρίτη ηλικία της ζωής του: ~ος: κύριος. ~ο: ζευγάρι. ~οι: εργαζόμενοι. ~α: άτομα.|| (ως ουσ.) Μεσόκοποι και ~οι. Μονάδα Φροντίδας/Πανσιόν ~ων. Οι ~οι ανήκουν στις κοινωνικά ευπαθείς ομάδες πληθυσμού. Πβ. γέροντας, γέρος, γριά.|| (σπάν.) ~α: δέντρα/ζώα. ΑΝΤ. νέος (1) [< μτχ. παθ. παρακ. του μεσν. ρ. ηλικιούμαι, γαλλ. âgé]
19951ήλιο(ν)[ἥλιο] ή-λι-ο ουσ. (ουδ.) {ηλί-ου}: ΧΗΜ. άφλεκτο ευγενές αέριο (σύμβ. He), ελαφρύτερο του αέρα: υγρό ~ (βλ. κρυογονική). Μπαλόνια με ~. Λέιζερ ~ου-νέου.|| Πυρήνες ~ου (βλ. ακτινοβολία άλφα). [< γαλλ. hélium, αγγλ. helium]
19940ηλιο- & ηλιό- & ηλι-& ηλί-: α' συνθετικό λέξεων με αναφορά 1. στον ήλιο ή το ηλιακό φως: ηλιο-βασίλεμα/~θεραπεία/~καμένος/~προστασία/~φάνεια. Ηλιό-λουστος. 2. στο φυτό ηλίανθος, το ηλιοτρόπιο: ηλιό-σπορος. Ηλι-έλαιο.
19941ηλιοβασίλεμα[ἡλιοβασίλεμα] η-λιο-βα-σί-λε-μα ουσ. (ουδ.) {ηλιοβασιλέμ-ατος | -ατα}: η δύση του ήλιου και η αντίστοιχη χρονική περίοδος: μαγευτικό/ονειρεμένο/ρομαντικό ~. Τα χρώματα/η ώρα του ~ατος. Υπέροχα ~ατα. Απόλαυσε το ~ από την κορυφή του λόφου.|| Κατά το ~. Πβ. βασίλεμα, γέρμα, λιόγερμα. Βλ. λυκόφως, σούρουπο. ΑΝΤ. ανατολή (1), χάραμα (1) [< μεσν. ηλιοβασίλευμα(ν)]
19942ηλιόγερμαβλ. λιόγερμα
19943ηλιογράφος[ἡλιογράφος] η-λι-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ.) 1. ΜΕΤΕΩΡ. συσκευή μέτρησης της ηλιοφάνειας. 2. ΑΣΤΡΟΝ. όργανο για λήψη φωτογραφιών του ήλιου. Βλ. ηλιοστάτης. [< γαλλ. héliographe, αγγλ. heliograph]
19944ηλιοθεραπεία[ἡλιοθεραπεία] η-λιο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): παρατεταμένη έκθεση του σώματος στην ηλιακή ακτινοβολία με σκοπό το μαύρισμα της επιδερμίδας: εγκαύματα από ~. Κάνω ~. Αποφύγετε την ~, κυρίως κατά τις μεσημεριανές ώρες.|| Τεχνητή ~ (= σολάριουμ). [< πβ. αγγλ. heliotherapy, γαλλ. héliothérapie, 1900]
19945ηλιοθερμία[ἡλιοθερμία] η-λι-ο-θερ-μί-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΛ. ήπια και ανανεώσιμη μορφή ενέργειας, η οποία βασίζεται στην εκμετάλλευση της ηλιακής ενέργειας για την παραγωγή θερμότητας. Βλ. γεωθερμία.
19946ηλιοθερμικός, ή, ό [ἡλιοθερμικός] η-λι-ο-θερ-μι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΛ. που σχετίζεται με την ηλιοθερμία: ~ός: σταθμός. ~ή: ενέργεια. ~ό: πάρκο. ~ά: συστήματα. Βλ. γεωθερμικός, φωτοβολταϊκός.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.