Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [20820-20840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
19952ηλιοπροστασία[ἡλιοπροστασία] η-λι-ο-προ-στα-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. προστασία από τον ήλιο και ειδικότ. από την υπεριώδη ηλιακή ακτινοβολία: ~ κτιρίων. Εξωτερικά μέσα ~ας (π.χ. κουρτίνες, περσίδες, ρολά). Τέντες και συστήματα ~ας.|| ~ δέρματος. ~ και πρόληψη μελανώματος. 2. (συνεκδ.) κάλυμμα του παρμπρίζ και των τζαμιών του αυτοκινήτου, που λειτουργεί ως σκίαστρο, εμποδίζοντας την ανάπτυξη υψηλών θερμοκρασιών στο εσωτερικό του.
19953ηλιοροφή[ἡλιοροφή] η-λι-ο-ρο-φή ουσ. (θηλ.) 1. τμήμα της οροφής οχήματος που επιτρέπει την είσοδο ηλιακού φωτός ή αέρα στο εσωτερικό του: ανακλινόµενη/ανοιγόµενη/ηλεκτρική/συρόμενη ~. 2. διαφανής οροφή σε κτίριο ή αίθριο, ειδικά σχεδιασμένη για τη διέλευση του ηλιακού φωτός μέσα σε αυτό. [< 1: αγγλ. sunroof, 1952, 2: αγγλ. skylight]
19954ήλιος[ἥλιος] ή-λιος ουσ. (αρσ.) {-ιου (λόγ.) -ίου} 1. ΑΣΤΡΟΝ. (κ. με κεφαλ. Η) μέσος (νάνος) αστέρας, ο πλησιέστερος στη Γη και κέντρο του Ηλιακού Συστήματος, που είναι μια φωτεινή σφαίρα θερμού πλάσματος, αποτελούμενη από υδρογόνο, ήλιο και βαρέα στοιχεία, περίπου 70 συνολικά, στο κέντρο της οποίας γίνονται τεράστιες θερμοπυρηνικές αντιδράσεις, με αποτέλεσμα την παραγωγή μεγάλης ποσότητας ενέργειας, η οποία αποτελεί πηγή ζωής και φωτός για τον πλανήτη μας: ~ και Σελήνη. Οι διαβάσεις/η δομή (: πυρήνας, ζώνη ακτινοβολίας, ζώνη μεταφοράς, φωτό-, χρωμό-σφαιρα, στέμμα)/οι εκλάμψεις/η θερμοκρασία/η περιστροφή του ~ιου. Εκρήξεις/κηλίδες στην επιφάνεια του ~ιου. Βλ. ηλιακός. 2. (συνεκδ.) το συγκεκριμένο ουράνιο σώμα ως προς τη λάμψη, την ακτινοβολία ή/και τη θερμότητα που εκπέμπει: δυνατός/εκτυφλωτικός/καλοκαιρινός/καυτός/λαμπρός/μεσημεριανός ~. ~ και φεγγάρι. Ανατολή/δύση του ~ιου. Γυαλιά/ομπρέλα ~ίου. Ο ~ βγήκε (= ανέτειλε)/κρύφτηκε/μεσουρανεί. Καίει ο ~ (: κάνει πολλή ζέστη)!|| (το φως του ~ιου:) Τράβηξε τις κουρτίνες να μπει ο/λίγος ~. Με τυφλώνει ο ~.|| (οι ακτίνες του ~ιου:) Προστασία/προφύλαξη από τον ~ιο (= ηλιοπροστασία). Μην κάθεσαι πολλή ώρα στον/κάτω από τον ~ιο (βλ. ηλιοθεραπεία, λιάζομαι)! Κάηκε/μαύρισε από τον ~ιο (βλ. ηλιοκαμένος). Βλ. αντηλιά.|| (μτφ.-οικ., ως προσφών.) ~ιε μου! 3. (συνεκδ.) ηλιόλουστη μέρα, λιακάδα: Έχει ~ιο σήμερα (: καλοκαιρία, είναι χαρά θεού). 4. (συνεκδ.) σχέδιο ή απεικόνιση του άστρου αυτού: ο ~ της Βεργίνας. 5. ΑΣΤΡΟΝ. καθένα από τα αυτόφωτα αστέρια που συνιστά το κέντρο ηλιακών συστημάτων: οι αμέτρητοι ~ιοι του Σύμπαντος. 6. ΒΟΤ. ηλίανθος. ● ΣΥΜΠΛ.: η χώρα του ανατέλλοντος ηλίου: η Ιαπωνία., ο Ήλιος της Δικαιοσύνης (πρόφ. Ή-λι-ος) 1. ΕΚΚΛΗΣ. ο Ιησούς Χριστός. 2. (λογοτ.) η Δικαιοσύνη., έκλειψη Ηλίου βλ. έκλειψη, ο ήλιος του μεσονυκτίου βλ. μεσονύκτιο ● ΦΡ.: δεν έχει στον ήλιο μοίρα & χωρίς στον ήλιο μοίρα (προφ.): βρίσκεται σε πολύ άσχημη κατάσταση· είναι άπορος, άστεγος ή άνεργος, χωρίς κανένα στήριγμα ή περιουσιακό στοιχείο: ορφανά/φτωχοί χωρίς ~ ~. Πβ. δεν έχω πού την κεφαλήν κλίνη., ήλιος με δόντια (προφ.): ηλιόλουστη μέρα με παγωνιά., μια θέση στον ήλιο: μια δουλειά ή αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης: χιλιάδες υποψήφιοι για ~ ~. Νέοι που διεκδικούν/ζητούν ~ ~. Αγωνίζονται/μάχονται/παλεύουν για ~ ~., το(ν) βλέπει/χτυπά(ει) ο ήλιος: είναι εκτεθειμένο(ς) στον ήλιο ή την ακτινοβολία του: Δωμάτιο/σημείο που το ~ ~ (= ηλιόλουστο).|| (για πρόσ.) Βγες λίγο έξω να σε δει ο ~! (αρνητ. συνυποδ.) Βάλε καπέλο, θα σε χτυπήσει ~!, τον έπιασε ο ήλιος (προφ.): έχει μαυρίσει ή κοκκινίσει από τον ήλιο., είδε το (πρώτο) φως της ζωής/της (η)μέρας/του ήλιου βλ. φως, ηλίου φαεινότερον βλ. φαεινός, μέχρι να βγάλει ο ήλιος κέρατα βλ. κέρατο, ο ύπνος τρέφει τα παιδιά κι ο ήλιος τα μοσχάρια βλ. ύπνος, ουδέν καινόν υπό τον ήλιον βλ. καινός, ουδέν κρυπτόν (υπό τον ήλιον) βλ. κρυπτός, φρίξον ήλιε! βλ. φρίττω [< αρχ. ἥλιος, γαλλ. soleil, αγγλ. sun, γερμ. Sonne]
19955ηλιόσπορος[ἡλιόσπορος] η-λιό-σπο-ρος ουσ. (αρσ.) & ηλιόσπορο (το) & (σπάν.-λαϊκό) λιόσπορος (ο): σπόρος ηλίανθου: (ως ξηρός καρπός) αλατισμένος/ανάλατος/καθαρισμένος ~. ~ ψημένος ή ωμός. ~ ψίχα. Ψωμί με ~ο. Βλ. κολοκυθόσπορος.|| Λάδι από ~ο (= ηλιέλαιο).
19956ηλιοστάσιο[ἡλιοστάσιο] η-λι-ο-στά-σι-ο ουσ. (ουδ.) & (λογοτ.) ηλιοστάσι ΑΣΤΡΟΝ. 1. καθεμιά από τις δύο μέρες του χρόνου κατά τις οποίες ο ήλιος βρίσκεται στη μεγαλύτερη απόσταση από τον ουράνιο ισημερινό: ισημερίες και ~α. Το θερινό ~ (21/22 Ιουνίου) συμπίπτει με τη μεγαλύτερη ημέρα του χρόνου για το Βόρειο Ημισφαίριο και το χειμερινό (21/22 Δεκεμβρίου) με τη μεγαλύτερη νύχτα. ΣΥΝ. τροπή (3) 2. καθένα από τα δύο σημεία της εκλειπτικής, στα οποία ο Ήλιος φαίνεται ότι παρουσιάζει τη μεγαλύτερη απόσταση από τον ουράνιο ισημερινό. Βλ. -στάσιο. [< μεσν. ηλιοστάσιον]
19957ηλιοστάτης[ἡλιοστάτης] η-λι-ο-στά-της ουσ. (αρσ.) ΣΥΝ. ηλιοτρόπιο 1. ΑΣΤΡΟΝ. όργανο που αποτελείται από επίπεδα κάτοπτρα, τα οποία ακολουθούν την πορεία του Ήλιου και ανακλούν τις ακτίνες του προς ένα σταθερό σημείο. Βλ. ηλιογράφος. 2. ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα με φωτοβολταϊκούς συνήθ. συλλέκτες, που εντοπίζουν και συγκεντρώνουν την ηλιακή ακτινοβολία για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας: πάρκα με ~ες. Βλ. -στάτης. [< 1: γαλλ. héliostat, γερμ. Ηeliostat, αγγλ. heliostat 2: αγγλ. solar tracker]
19958ηλιόσφαιρα[ἡλιόσφαιρα] η-λι-ό-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. διαστρικός χώρος γύρω από τον Ήλιο που κυριαρχείται από τον ηλιακό άνεμο και τη βαρυτική έλξη του Ήλιου: το εξώτατο όριο της ~ας. [< γαλλ. héliosphère, 1973, αγγλ. heliosphere, 1976, γερμ. Ηeliosphäre]
19959ηλιοτρόπιο[ἡλιοτρόπιο] η-λιο-τρό-πι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. ΒΟΤ. γένος αγγειόσπερμων δικοτυλήδονων ποωδών ή θαμνωδών φυτών, χαρακτηριστικό των οποίων είναι ότι τα άνθη τους στρέφονται προς τον ήλιο. 2. ΒΟΤ. ηλίανθος. ΣΥΝ. ήλιος (6) 3. ΟΡΥΚΤ. πράσινος χαλκηδόνιος με μικρές κόκκινες κηλίδες ίασπι. 4. ΧΗΜ. χρωστική ύλη που παράγεται από διάφορα είδη λειχήνων. 5. ΑΣΤΡΟΝ.-ΤΕΧΝΟΛ. ηλιοστάτης. [< 1, 3: μτγν. ἡλιοτρόπιον, γαλλ. héliotrope, αγγλ. heliotrope]
19960ηλιοτυπία[ἡλιοτυπία] η-λι-ο-τυ-πί-α ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον εν.}: ΤΥΠΟΓΡ. μέθοδος εκτύπωσης για την αναπαραγωγή αντιγράφων κατά την οποία, πάνω σε λιθογραφική πλάκα ή πλάκα από ψευδάργυρο, απλώνεται στρώμα από ειδικό υλικό και στη συνέχεια εκτίθεται στον ήλιο, για να υποστεί λιθογραφική επεξεργασία· συνεκδ. το αντίστοιχο εκτυπωμένο κείμενο σε χαμηλή ανάλυση. [< γαλλ. héliotypie, αγγλ. heliotypy]
19961ηλιοφάνεια[ἡλιοφάνεια] η-λι-ο-φά-νει-α ουσ. (θηλ.) 1. ΜΕΤΕΩΡ. καιρική κατάσταση κατά την οποία ο ήλιος δεν καλύπτεται από σύννεφα κατά τη διάρκεια της ημέρας: αυξημένη/ελάχιστη/μειωμένη/μερική/υψηλή ~. ~ με λίγες τοπικές νεφώσεις. Ο καιρός θα είναι γενικά καλός με μεγάλα διαστήματα ~ας. Πβ. λιακάδα.|| (κατ' επέκτ., η χρονική της έκταση σε ορισμένο τόπο:) Ετήσια/μέση ημερήσια/μηνιαία ~. 2. το διάστημα ανάμεσα στην ανατολή και τη δύση του ήλιου. [< γαλλ. ensoleillement]
19962ηλιόφως[ἡλιόφως] η-λι-ό-φως ουσ. (ουδ.) {ηλιόφωτος} & ηλιόφωτο & (λαϊκό) λιόφωτο & λιόφως (λογοτ.): το φως του ήλιου. Βλ. σεληνόφως.
19963ηλιοψημένος, η, ο [ἡλιοψημένος] η-λιο-ψη-μέ-νος επίθ.: ηλιοκαμένος.
19964ήλος[ἧλος] ή-λος ουσ. (αρσ.) 1. (επίσ.) καρφί: μπουλόνια, κοχλίες και ~οι. Βλ. πριτσίνι. 2. ΙΑΤΡ. συνδετικό υλικό συνήθ. από μέταλλο, το οποίο χρησιμεύει για την επανένωση οστών που έχουν υποστεί κάταγμα: ενδομυελικοί ~οι. ● ΦΡ.: θέτω τον δάκτυλον εις/επί τον τύπον των ήλων (ΚΔ) (μτφ.-λόγ.) 1. ασχολούμαι άμεσα και αποφασιστικά με την ουσία ενός θέματος ή προβλήματος: Η κυβέρνηση πρέπει να θέσει ~, για να βρεθεί λύση στο φλέγον ζήτημα της ανεργίας. 2. ζητώ χειροπιαστές αποδείξεις, προκειμένου να πειστώ για κάτι: Αν δεν θέσω πρώτα τον δάκτυλόν μου ~, δεν πιστεύω τίποτα απ' όσα μου λες. [< 1: αρχ. ἧλος]
19966ΗΛΠΑΠ(τα): Ηλεκτροκίνητα Λεωφορεία Περιοχής Αθηνών Πειραιώς. Βλ. ΟΑΣΑ.
19967ηλύσιος, α, ο [ἠλύσιος] η-λύ-σι-ος επίθ.: στο ● ΣΥΜΠΛ.: Ηλύσια Πεδία 1. ΜΥΘ. τόπος στη δυτική άκρη της Γης, όπου ζούσαν μετά τον θάνατό τους οι ήρωες, οι ημίθεοι και οι ενάρετοι σε κατάσταση διαρκούς ευτυχίας. Βλ. Άδης. 2. (κατ' επέκτ.) κάθε τόπος ευτυχίας και απολαύσεων. ● ΦΡ.: η λεωφόρος των Ηλυσίων Πεδίων & Ηλύσια Πεδία: διάσημη λεωφόρος στο Παρίσι. [< γαλλ. L'avenue des Champs-Elysées] , το Μέγαρο των Ηλυσίων (Πεδίων): η επίσημη κατοικία και το γραφείο του προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας· συνεκδ. οι εκπρόσωποί του. [< γαλλ. le Palais de l' Elysée] [< αρχ. Ἠλύσιον πεδίον, μτγν. Ἠλύσια πεδία, γαλλ. élyséen, αγγλ. Elysian]
19968ήλωση[ἥλωση] ή-λω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. επανένωση οστού με τοποθέτηση ήλου: ενδομυελική ~ οστών. ~ καταγμάτων κνήμης. 2. (λόγ.) συναρμογή αντικειμένων με καρφιά ή άλλο μέσο σύνδεσης: ~ βράχου. Πβ. κάρφωμα, πριτσίνωμα. Βλ. κοχλίωση. [< μεσν. ήλωσις, αγγλ. nailing]
19971ήμαρ[ἦμαρ] ή-μαρ ουσ. (ουδ.) (αρχαιοπρ.): ημέρα. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: νόστιμον ήμαρ: η μέρα του νόστου, της επιστροφής στα πάτρια εδάφη. [< αρχ. ἦμαρ]
19972ημαρτημένος, η, ο [ἡμαρτημένος] η-μαρ-τη-μέ-νος επίθ. (αρχαιοπρ.): εσφαλμένος: ~ος: συλλογισμός. ΣΥΝ. λανθασμένος ● Ουσ.: ημαρτημένα (τα): λάθη: τα ~ της παρελθούσης ηγεσίας (= σφάλματα). Τα ~ του κειμένου (= αβλεψίες, παροράματα). Διόρθωση ~ων. [< αρχ. ἡμαρτημένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. ἁμαρτάνω]
19973ήμαρτον[ἥμαρτον] ή-μαρ-τον επιφών. 1. για να δηλωθεί έντονη δυσαρέσκεια, αγανάκτηση: Τον συγχώρεσα μια, τον συγχώρεσα δυο, αλλά ~ πια! Δεν θα τον ανεχτώ άλλο, ~ (: αμάν πια, αρκετά, έλεος, φτάνει, ως εδώ)! 2. ως έκφραση μεταμέλειας και παραδοχής σφάλματος: Εντάξει, λάθος μου, ~ (= συγγνώμη, έσφαλα)! ● ΦΡ.: ήμαρτον Παναγία μου/Θεέ μου/Χριστέ μου/Κύριε!: ως έκφραση μετάνοιας ή αγανάκτησης: ~ ~ Δεν θα το ξανακάνω!|| ~ ~ Τι άλλο θ' ακούσουμε!, κάνω (κάποιον) να πει ήμαρτον! (λαϊκό): τον εξαναγκάζω να ζητήσει συγγνώμη. ● βλ. αμαρτάνω [< ἥμαρτον 'έσφαλα' αόρ. β΄ του ρ. ἁμαρτάνω, μεσν. ~, ως επιφών.]
19974ημεδαπή[ἡμεδαπή] η-με-δα-πή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): το κράτος στο οποίο ανήκει ή από το οποίο προέρχεται ο ομιλητής ή ο γράφων: εκπαιδευτικά ιδρύματα/κάτοικοι της ~ής. Εισοδήματα εξ ~ής. Πβ. εσωτερικό. ΑΝΤ. αλλοδαπή, εξωτερικό (2), ξένα [< αρχ. ἡμεδαπός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.