Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [20840-20860]

IDΛήμμαΕρμηνεία
19975ημεδαπός, ή, ό [ἡμεδαπός] η-με-δα-πός επίθ./ουσ. (επίσ.): που έχει κοινή ιθαγένεια με τον ομιλητή ή τον γράφοντα, που ανήκει στο ίδιο κράτος ή προέρχεται από αυτό: ~ός: εργαζόμενος. ~ή: διοικητική αρχή. ~ό: προσωπικό. ~ές: εταιρείες. ~ά: νομικά πρόσωπα. ~οί και ομογενείς φοιτητές.|| (ως ουσ.) ~οί που διαμένουν μόνιμα στο εξωτερικό. Πβ. ντόπιος. Βλ. ιθαγενής. ΑΝΤ. αλλοδαπός (1), ξένος (2) [< αρχ. ἡμεδαπός]
19976ημείς[ἡμεῖς] η-μείς προσ. αντων. (αρχαιοπρ.): εμείς. ● ΦΡ.: τα καθ' ημάς (λόγ.-συχνά ειρων.): όσα μας αφορούν ή συμβαίνουν στον δικό μας χώρο: Eπιστρέφω στα ~ ~ (= δικά μας).|| (ως επίθ.) Το ~ ~ Πατριαρχείο/πολίτευμα., η καθ' ημάς Ανατολή βλ. ανατολή ● βλ. ημών [< αρχ. ἡμεῖς]
19978ημερ-βλ. ημερο-
19979ημέρα[ἡμέρα] η-μέ-ρα ουσ. (θηλ.) {ημερών} (επίσ.) & (προφ.) μέρα 1. (συνήθ. στον τ. μέρα) η περίοδος φωτός μεταξύ της ανατολής και της δύσης του ήλιου: ανοιξιάτικη/βροχερή/ζεστή/ηλιόλουστη/λαμπερή/συννεφιασμένη/φωτεινή/χειμωνιάτικη/ωραία ~. Η μικρότερη ~ του χρόνου. Το ξεκίνημα/η μέση/το τέλος της ~ας. Με το φως της ~ας (= της αυγής). Η ~ έρχεται/φεύγει. Θέλω να τελειώσω όσο είναι ακόμα ~. Ούτε που κατάλαβα πώς πέρασε η ~! Μια καινούργια ~ αρχίζει/ξεκινά/ξημερώνει. Μεγάλωσε/μίκρυνε η ~ (: με την αλλαγή της ώρας). (ευχετ.) Καλή ~ (= καλημέρα)! ΑΝΤ. βράδυ (1), νύχτα (1) 2. (ως υποδιαίρεση του χρόνου) το εικοσιτετράωρο διάστημα κατά το οποίο η Γη ολοκληρώνει μία πλήρη περιστροφή γύρω από τον άξονά της· γενικότ. οποιοδήποτε αντίστοιχο διάστημα· ΑΣΤΡΟΝ. ο χρόνος που χρειάζεται ένα ουράνιο σώμα για μια παρόμοια περιστροφή: ~ γέννησης (πβ. ημερομηνία). Οι ~ες της εβδομάδας. Μια ~ του καλοκαιριού.|| Κρίσιμη/περίεργη/συνηθισμένη ~. Η επόμενη (/αυριανή· ΣΥΝ. αύριο)/σημερινή (= σήμερα)/χθεσινή (/προηγούμενη· ΣΥΝ. χθες) ~. Η ωραιότερη ~ της ζωής μου! Πρώτη ~ στο σχολείο. Μια ~ μετά/πριν. Ανοιχτά κάθε μέρα (= όλη την εβδομάδα), όλη μέρα (= όλες τις ώρες της ~ας). Οι ζυγές/μονές ~ες του μήνα. Οι τριακόσιες εξηνταπέντε ~ες του χρόνου. Πέντε ~ες άδεια. Τι ~ είναι σήμερα/πέφτει της Παναγίας; Τι ~ κι αυτή! Ήταν μια άσχημη/ξεχωριστή ~ για την ομάδα. Αύριο (είναι) η μεγάλη ~! Πόσες ώρες την ~ δουλεύει; Για τρίτη κατά σειρά/συνεχή ~ ... Αυτά τα πράγματα δεν συμβαίνουν κάθε ~ (= καθημερινά). Διάβασα το βιβλίο σε μια μόνο ~. (Απο)μένουν δύο ~ες μέχρι ... Έχω ~ες να/πάνε ~ες που έχω να τον δω. Σε λίγες ~ες θα συναντηθούμε. Θέλω ακόμη δυο ~ες, για να τελειώσω. Βλ. ανθρωπο~. ΣΥΝ. εικοσιτετράωρο, ημερονύκτιο 3. (συνήθ. στον τ. ημέρα) εικοσιτετράωρη περίοδος ή καθορισμένο τμήμα της, αφιερωμένη σε συγκεκριμένη δραστηριότητα, γεγονός, γιορτή, επέτειο ή ορισμένο γεγονός: γιορτινή/ελεύθερη/εργάσιμη/ιστορική ~. ~ αργίας/δράσης/εθελοντικής αιμοδοσίας/επισκέψεων/μνήμης/πένθους/χαράς. Η ~ του γάμου/της δίκης/των εκλογών/(ΕΚΚΛΗΣ.) του Κυρίου (= Κυριακή)/του Πάσχα. Παγκόσμια ~ (της) Ειρήνης/κατά του Έιτζ/(της) Μουσικής/(του) Περιβάλλοντος/Προσφύγων. Η ~ της Γυναίκας/του Παιδιού. ~ες κινηματογράφου/πολιτισμού.|| Εφημερεύει δέκα ~ες τον μήνα. Ζητάει/παίρνει ... ευρώ την ~ (: για το χρονικό διάστημα της ~ας που εργάζεται). Το αφεντικό μου οφείλει δώδεκα ~ες (: μισθό αντίστοιχο των δώδεκα ~ών εργασίας). 4. (συνήθ. στον τ. μέρα) απροσδιόριστο χρονικό σημείο: Ήρθε η ~ που περίμενα! Κάποια ~ θα γυρίσει, δεν μπορεί! Δεν έχω χρόνο, θα τα πούμε μια άλλη ~. Την άλλη ~ (= πρόσφατα, τις προάλλες) μου έλεγες πως θα πας ταξίδι κι είσαι ακόμη εδώ; Μια ~ θα με θυμηθείς (ΣΥΝ. κάποτε). Πβ. στιγμή, ώρα.|| Μία από αυτές τις ~ες θα την επισκεφτώ (= σύντομα). 5. (ως επίρρ.) όσο φέγγει το φως του ήλιου: Δουλεύει/έφτασε/έφυγε/ξεκίνησε/ταξίδεψε ~.ημέρες/μέρες: περίοδος, εποχή, καιρός: ~ του 19... /δόξας/πολέμου. Διανύουμε δύσκολες/ευτυχισμένες/ήσυχες/μεγάλες/παράξενες ~. Έρχονται καλύτερες/μαύρες μέρες. Στις μέρες μας τα πράγματα ήταν αλλιώς. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλιακή ημέρα: ΑΣΤΡΟΝ. ο χρόνος (περ. εικοσιτέσσερις ώρες) που μεσολαβεί μεταξύ δύο διαδοχικών διαβάσεων του Ήλιου από τον μεσημβρινό ενός τόπου, μια πλήρης τροχιά του γύρω από τη Γη από το ένα μεσημέρι ως το επόμενο: Η μέση ~ ~ είναι τέσσερα λεπτά μεγαλύτερη από την αστρική ημέρα. Βλ. ηλιακός χρόνος., πλήρης ημερών & (σπάν.) πλήρης ετών (ΠΔ): (λόγ., για πρόσ. που πέθανε) σε προχωρημένη ηλικία: Απεβίωσε/έφυγε ~ ~., πολιτική ημέρα: ΑΣΤΡΟΝ. το εικοσιτετράωρο διάστημα, με σημείο εκκίνησης τα μεσάνυχτα, κατά το οποίο η Γη εκτελεί μια πλήρη περιστροφή γύρω από την εαυτό της. [< αγγλ. civil day] , αστρική ημέρα βλ. αστρικός, γόνιμες (η)μέρες βλ. γόνιμος, Ευρωπαϊκή Ημέρα Γλωσσών βλ. γλώσσα, η ημέρα/η ώρα της κρίσεως/της κρίσης βλ. κρίση, ημέρα καριέρας βλ. καριέρα ● ΦΡ.: επί των ημερών (κάποιου) (λόγ.): κατά την περίοδο που κυβερνούσε, κατείχε υψηλό αξίωμα ή βρισκόταν στο απόγειο της δόξας του: ~ ~ του ... έγιναν μεγάλες μεταρρυθμίσεις., προ ημερών (λόγ.): πριν από λίγες μέρες: Τον είδα ~ ~., στο τέλος της ημέρας: τελικά, σε τελική ανάλυση: ~ ~ είχες δίκιο. [< αγγλ. at the end of the day γαλλ. à la fin de la journée] , της ημέρας: για κάτι που συμβαίνει σήμερα ή που βρίσκεται τώρα στην πρώτη θέση, στην επικαιρότητα: οι εκδηλώσεις/το πιάτο/η προσφορά/οι ταινίες ~ ~.|| Το ανέκδοτο/η είδηση/το θέμα/το πρόσωπο/η φωτογραφία ~ ~!, άδραξε τη(ν) (η)μέρα βλ. αδράχνω, είδε το (πρώτο) φως της της ζωής/ της (η)μέρας/ /του ήλιου βλ. φως, εντός της ημέρας/των ημερών βλ. εντός, έργα και ημέρες βλ. έργο, τη(ν) σήμερον ημέρα(ν) βλ. σήμερον [< αρχ. ἡμέρα, μεσν. μέρα, γαλλ. jour, αγγλ. day, γερμ. Tag]
19980ημεραργία[ἡμεραργία] η-με-ραρ-γί-α ουσ. (θηλ.): επίσημη αργία και συνεκδ. η χρηματική αποζημίωση που χορηγείται σε όσους εργαστούν την ημέρα αυτή: δαπάνες ~ας. Οφειλόμενες ~ες. Υπερωρίες και ~ες. [< γαλλ. jour férié]
19981ημερεύω[ἡμερεύω] η-με-ρεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ημέρε-ψε, ημερέ-ψει, ημερεύ-οντας} & ημερώνω {ημέρω-σε} & (λαϊκό) μερεύω, μερώνω 1. (μτφ.) ηρεμώ, ησυχάζω: Η μουσική ~ει τον άνθρωπο/τα πνεύματα (= εξευγενίζει· πβ. εκπολιτίζω). Κατάφερε να τον ~ψει. Πβ. γλυκαίνω, καθησυχάζω, καλμάρω. ΑΝΤ. εξαγριώνω.|| ~ψε η ψυχή του (= μαλάκωσε). Η θάλασσα ~ψε (= γαλήνεψε). ΑΝΤ. αγριεύω. 2. εξημερώνω, δαμάζω. ΣΥΝ. τιθασεύω (2) [< μεσν. ημερεύω]
19982ημερήσιος, α (λόγ.) ία, ο [ἡμερήσιος] η-με-ρή-σι-ος επίθ. {-ου (λόγ.) -ίου} 1. που αναφέρεται στην ημέρα, που γίνεται κατά τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου, σπανιότ. μέχρι τη δύση του ήλιου και συνήθ. καθημερινά: ~ος: έλεγχος/μισθός (= ημερομίσθιο)/τζίρος/χρόνος (εργασίας). ~α: ανάλυση (αγορών)/απασχόληση/αποζημίωση/διατροφή/δόση (φαρμάκου)/ενημέρωση/κατανάλωση. ~ο: δελτίο/επίδομα/κόστος/πρόγραμμα/ωράριο. ~ες: δαπάνες/εισπράξεις/πτήσεις/πωλήσεις/συναλλαγές/τιμές. ~α: στατιστικά. Αυξήθηκε ο ~ αριθμός δρομολογίων. Σε ~α βάση. Πβ. καθημερινός.|| ~ο: σχολείο (= πρωινό· ΑΝΤ. εσπερινό). Βλ. απογευματινός. ΑΝΤ. νυχτερινός (1) 2. μονοήμερος, που διαρκεί μόνο για μία μέρα: ~α: εκδρομή/κρουαζιέρα. ~οι: φακοί επαφής.|| (ΑΣΤΡΟΛ.) ~α: πρόβλεψη. ~ο: ωροσκόπιο. Βλ. εβδομαδ-, μην-ιαίος, ετήσιος. ΣΥΝ. εικοσιτετράωρος ● επίρρ.: ημερησίως (λόγ.) ● ΣΥΜΠΛ.: ημερήσιος Τύπος: που κυκλοφορεί καθημερινά: ~ και περιοδικός Τύπος., ενδεικτική ημερήσια πρόσληψη βλ. ενδεικτικός, ημερήσια διαταγή βλ. διαταγή, ημερήσια διάταξη βλ. διάταξη [< αρχ. ἡμερήσιος]
19983ημερίδα[ἡμερίδα] η-με-ρί-δα ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -ος}: εκδήλωση η οποία διαρκεί μία ημέρα: αθλητική/ανοιχτή (: για το ευρύτερο κοινό)/διαδικτυακή/εκπαιδευτική/ενημερωτική/επαγγελματική/επιστημονική/πολιτιστική/πολιτική ~. Διοργάνωση/πρόγραμμα ~ας με θέμα ... Βλ. δι~, εσπερίδα. [< πβ. αρχ. ἡμερίς 'ήμερο αμπέλι', γαλλ. journée]
19984ημερο-& μερο- & ημερό- & μερό- & ημερ-: α' συνθετικό λέξεων με αναφορά στην ημέρα: ημερο-λόγιο/~μηνία/~μίσθιο. Ημερ-αργία.|| (λαϊκό) Μερο-κάματο. Μερό-νυχτο.
19985ημερόβιος, α, ο [ἡμερόβιος] η-με-ρό-βι-ος επίθ.: ΖΩΟΛ. για είδη που δραστηριοποιούνται στη διάρκεια της ημέρας και ησυχάζουν τη νύχτα. Βλ. -βιος. ΑΝΤ. νυκτόβιος (1) [< μτγν. ἡμερόβιος ‘που ζει μια μέρα, εφήμερος’]
19986ημεροδείκτης[ἡμεροδείκτης] η-με-ρο-δεί-κτης ουσ. (αρσ.): ημερολόγιο στο οποίο για την κάθε μέρα του χρόνου διατίθεται και μία σελίδα, συχνά με χρήσιμες πληροφορίες για τη συγκεκριμένη μέρα: επιτραπέζιος ~. ~ γραφείου/τοίχου.|| (κατ' επέκτ.) Ηλεκτρονικός ~. Πβ. ατζέντα. Βλ. -δείκτης. [< γαλλ. éphéméride < λατ. ephemeris < αρχ. ἐφημερίς]
19987ημερολογιακός, ή, ό [ἡμερολογιακός] η-με-ρο-λο-γι-α-κός επίθ.: που αναφέρεται στο ημερολόγιο: ~ός: μήνας/προγραμματισμός. ~ή: εγγραφή/καταγραφή. ~ό: πρόγραμμα/σύστημα. ~ά: στοιχεία. ● ΣΥΜΠΛ.: ημερολογιακό έτος βλ. έτος
19988ημερολόγιο[ἡμερολόγιο] η-με-ρο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) 1. έντυπο με τη μορφή ενωμένων σελίδων, πίνακα ή μικρού βιβλίου, που περιλαμβάνει τους μήνες ενός έτους με τις ημέρες του καθενός, και συνήθ. με σχετικές ενδείξεις για καθεμιά από αυτές, δηλ. θρησκευτική γιορτή, νηστεία, ώρα ανατολής και δύσης του ήλιου, φάσεις της Σελήνης· η αντίστοιχη ηλεκτρονική μορφή: εβδομαδιαίο/επιτραπέζιο/ετήσιο ~. ~ γραφείου/τοίχου/τσέπης. Το ~ του 2013. Κοιτάζω το ~, για να δω πότε πέφτει το Πάσχα. Πβ. ημεροδείκτης, καλεντάρι. Βλ. αλμανάκ, καζαμίας, -λόγιο. 2. (ειδικότ.) βιβλίο-σημειωματάριο, με τις σχετικές ενδείξεις για κάθε μέρα του μήνα και με κενό χώρο ή γραμμές για τη σημείωση υπενθυμίσεων: δερμάτινο ~. Συμβουλεύομαι το ~ό μου (: για τα ραντεβού μου, τις γιορτές, τα γενέθλια). ΣΥΝ. ατζέντα (1) 3. (κατ' επέκτ.) κάθε βιβλίο-τετράδιο με γραμμές ή λευκές σελίδες για την καταγραφή, συνήθ. με ακριβή χρονολογική σειρά και ημερομηνιακή ένδειξη, καθημερινών γεγονότων, στοχασμών ή εκμυστηρεύσεων· η αντίστοιχη ηλεκτρονική μορφή: Κρατώ/τηρώ (προσωπικό) ~. "Αγαπημένο/αγαπητό μου ~, ..."|| Επενδυτικό/οικονομικό/σχολικό ~. ~ πλοίου. ~ ανασκαφών/γεγονότων/έργου. (ΛΟΓΙΣΤ.) ~ αγορών/εισπράξεων/κίνησης/πωλήσεων/ταμείου. 4. πρόγραμμα, κατά αυστηρή ημερομηνιακή σειρά: ακαδημαϊκό ~. ~ αγώνων/διοργανώσεων/δραστηριοτήτων/εκδηλώσεων/συναυλιών. ΣΥΝ. ατζέντα (3) 5. ΑΣΤΡΟΝ. (κ. με κεφαλ. Η) σύστημα μέτρησης και διαίρεσης του χρόνου σε μεγάλα διαστήματα (μέρες, μήνες, έτη), το οποίο βασίζεται στη μέση διάρκεια διάφορων περιοδικών αστρονομικών φαινομένων, συνήθ. στην εναλλαγή ημέρας και νύχτας ή των εποχών ή/και στις φάσεις της σελήνης: αστρονομικό/σεληνιακό ~. Το αιγυπτιακό/αρχαίο ελληνικό/εβραϊκό/ισλαμικό/περσικό/ρωμαϊκό ~. 6. ΦΙΛΟΛ. βιογραφικό είδος, με αυστηρή τοπική και χρονική ένδειξη στην αρχή, στο οποίο ο συγγραφέας καταγράφει, με εξομολογητικό, ειλικρινές και αυθόρμητο ύφος, σημαντικά ή ασήμαντα γεγονότα της προσωπικής του ζωής ή/και κοινωνικά συμβάντα που του προσέλκυσαν το ενδιαφέρον. Βλ. απομνημονεύματα, (αυτο)βιογραφία. ● Υποκ.: ημερολογιάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: διαδικτυακό/ηλεκτρονικό ημερολόγιο: ΔΙΑΔΙΚΤ. μπλογκ. ΣΥΝ. ιστοημερολόγιο, ιστολόγιο [< αγγλ. weblog, 1997] , ηλιακό ημερολόγιο: ΑΣΤΡΟΝ. που βασίζεται στον χρόνο που χρειάζεται η Γη, δηλ. 365 μέρες, για να ολοκληρώσει μια πλήρη περιφορά γύρω από τον Ήλιο., γρηγοριανό/νέο ημερολόγιο βλ. γρηγοριανός, ιουλιανό/παλαιό/παλιό ημερολόγιο βλ. ιουλιανός1 [< μτγν. ἡμερολόγιον, γαλλ. calendrier, journal, αγγλ. calendar, diary]
19989ημερομηνία[ἡμερομηνία] η-με-ρο-μη-νί-α ουσ. (θηλ.): συγκεκριμένη μέρα του μήνα κατά την οποία γίνεται ή έγινε κάτι· ειδικότ. η αντίστοιχη οπτική αναπαράσταση με λέξεις ή/και αριθμούς της ημέρας, του μήνα και του έτους: η επίσημη/καταληκτική/νέα/πιθανή ~ έναρξης του ... ~ γέννησης/δημοσίευσης (άρθρου)/έκδοσης (αποτελεσμάτων)/θανάτου/κατάθεσης (αιτήσεων)/παράδοσης (εργασίας)/παραλαβής (της παραγγελίας). ~ και ώρα. Έγγραφο με ~ 3/03/2023 (ή 3 Μαρτίου 2023). ~ες-κλειδιά/σταθμοί στην ιστορία του ομίλου. Άλλαξε/ανακοινώθηκε/μετατοπίστηκε/ορίστηκε η ~ (= μέρα) της δίκης/των εξετάσεων. Βλ. χρονολογία. ● ΣΥΜΠΛ.: ημερομηνία λήξης/λήξεως 1. & (σπάν.) ημερομηνία ανάλωσης: που αναγράφεται στη συσκευασία προϊόντος και δηλώνει μέχρι πότε πρέπει να έχει καταναλωθεί: Να ελέγχετε την ~ ~ των φαρμάκων. 2. καταληκτική προθεσμία, χρονικό περιθώριο: ~ ~ της υποβολής αιτήσεων. 3. (μτφ.) για κάτι που είναι προσωρινό, που δεν διαρκεί για πάντα: Η κρίση έχει ~ ~., ανοιχτή ημερομηνία βλ. ανοιχτός, κλειστή ημερομηνία βλ. κλειστός
19990ημερομηνιακός, ή, ό [ἡμερομηνιακός] η-με-ρο-μη-νι-α-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την ημερομηνία: ~ή: ένδειξη. ~ό: διάστημα (από ... έως ...). Ταξινόμηση με ~ή σειρά. Βλ. χρονολογικός. ● επίρρ.: ημερομηνιακά
19991ημερομίσθιο[ἡμερομίσθιο] η-με-ρο-μί-σθι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} (επίσ.): χρηματική αμοιβή που αντιστοιχεί σε εργασία μίας ημέρας: βασικό/μέσο/μικτό/τεκμαρτό ~. ~ ανειδίκευτου εργάτη. Μισθοί και ~α. Αύξηση των κατώτατων ~ίων των εργαζομένων.|| (συνεκδ., η αντίστοιχη εργασία) Καθορισμός ελάχιστου αριθμού ~ίων. Πβ. μερο-δούλι, -κάματο. [< μεσν. ημερομίσθιον]
19992ημερομίσθιος, α, ο [ἡμερομίσθιος] η-με-ρο-μί-σθι-ος επίθ. (επίσ.) 1. (για πρόσ.) που εργάζεται με ημερήσια αμοιβή: ~ος: εργάτης. Έμμισθο ή ~ο προσωπικό.|| (ως ουσ.) Μισθωτοί, ~οι και ωρομίσθιοι. 2. που αναφέρεται στο ημερομίσθιο: ~α: εργασία.
19993ημερονύκτιο[ἡμερονύκτιο] η-με-ρο-νύ-κτι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου | -ίων} (λόγ.): μερόνυχτο. [< μτγν. ἡμερονύκτιον]
19994ημερόπλοιο[ἡμερόπλοιο] η-με-ρό-πλοι-ο ουσ. (ουδ.): μικρό τουριστικό πλοίο που χρησιμοποιείται για ημερήσιες θαλάσσιες εκδρομές.
19995ήμερος, η, ο [ἥμερος] ή-με-ρος επίθ. 1. (για ζώο) εξημερωμένος ή κατοικίδιος: ~ο: άλογο. Πβ. δαμασμένος, τιθασευμένος. ΑΝΤ. άγριος (1), αδάμαστος (2), ανημέρωτος (1), ατίθασος (2) 2. (για φυτό) που φυτεύεται και καλλιεργείται από τον άνθρωπο, που δεν είναι αυτοφυές: ~η: βελανιδιά/ελιά. ~ο: έλατο/τριφύλλι. ~α: ραδίκια. 3. (για τόπο ή τοπίο) που χαρακτηρίζεται από ήπια βλάστηση ή μορφολογία· (για χωράφι) που έχει καλλιεργηθεί, οργωθεί, ξεχερσωθεί. ΑΝΤ. χέρσος (1) 4. (για πρόσ.) πράος, άκακος. Πβ. ήπιος. 5. που δεν είναι φουρτουνιασμένος, ορμητικός: ~η: θάλασσα. ~ο: ποτάμι. ΣΥΝ. γαλήνιος ● ΣΥΜΠΛ.: ήμερο πεύκο βλ. πεύκο ● ΦΡ.: ήρθαν τ' άγρια να διώξουν τα ήμερα βλ. άγριος [< αρχ. ἥμερος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.