| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 19997 | ημερότητα | [ἡμερότητα] η-με-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα, το χαρακτηριστικό γνώρισμα του ήμερου: ~ ηθών. Πβ. ηπι-, πρα-ότητα.|| ~ του τοπίου. ΑΝΤ. αγριότητα (1) [< αρχ. ἡμερότης] | |
| 19998 | ημέρωμα | [ἡμέρωμα] η-μέ-ρω-μα ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) μέρωμα: εξημέρωση: ~ άγριων ζώων. ΣΥΝ. δάμασμα, τιθάσευση (2) [< μεσν. ημέρωμα] | |
| 19999 | ημερώνω | βλ. ημερεύω | |
| 20000 | ημέτερος | , η (λόγ.) έρα, ο [ἡμέτερος] η-μέ-τε-ρος κτητ. αντων. (αρχαιοπρ.): δικός μας: H ~η πολιτιστική συνεισφορά.|| (εκκλησ. γλ.) Η ~έρα Μετριότης. Βλ. υμέτερος. ● Ουσ.: ημέτεροι (οι) {ημετέρ-ων, -ους} (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): πρόσωπα που ανήκουν σε πολιτικό συνήθ. δίκτυο αλληλοεξυπηρέτησης συμφερόντων: πριμοδότηση ~ων. Νομοθετικές ρυθμίσεις που ευνοούν αποκλειστικά τους ~ους. [< αρχ. ἡμέτερος] | |
| 20001 | ημι- | & ημί- (λόγ.): πρόθημα επιθέτων και ουσιαστικών με τη σημασία του μισού, ελλιπούς ή μη ολοκληρωμένου: ημι-άγριος/~διάφανος. Ημί-γλυκος (βλ. υπο-)/~γυμνος. Πβ. μισο-.|| Hμι-αργία/~κύκλιο. Ημί-θεος. | |
| 20002 | ημιάγριος | , α, ο [ἡμιάγριος] η-μι-ά-γρι-ος επίθ. 1. (για ζώο) που δεν είναι εντελώς εξημερωμένο: ~α: άλογα. 2. (για πρόσ.) που ζει σε πρωτόγονες συνθήκες: ~α: φυλή. Σε ~α κατάσταση.|| (μτφ.) Άνθρωποι ~οι, άξεστοι και αδαείς (= αγροίκοι, απολίτιστοι). Πβ. αγριάνθρωπος. [< γαλλ. demi-sauvage] | |
| 20003 | ημιαγώγιμος | , η, ο [ἡμιαγώγιμος] η-μι-α-γώ-γι-μος επίθ. & ημιαγωγός, ός, ό & (σπάν.) ημιαγωγικός, ή, ό: ΦΥΣ. που φέρει τις ιδιότητες του ημιαγωγού: ~ος: καταλύτης. ~η: αντίσταση. ~ες: διατάξεις/δομές. ~α: στοιχεία/υλικά. Βλ. υπεραγώγιμος. [< αγγλ. semiconductive, 1953] | |
| 20004 | ημιαγωγός | [ἡμιαγωγός] η-μι-α-γω-γός ουσ. (αρσ.): ΦΥΣ. υλικό με ηλεκτρική αγωγιμότητα μικρότερη από εκείνη των καλών αγωγών και μεγαλύτερη από εκείνη των μονωτών: ~οί προσμείξεων/πυριτίου. Βιομηχανία/διατάξεις/ιδιότητες/προϊόντα ~ών. Βλ. -αγωγός. [< αγγλ. semiconductor, γαλλ. semi-conducteur, διαδόθηκε περ. το 1945] | |
| 20005 | ημίαιμος | , η, ο [ἡμίαιμος] η-μί-αι-μος επίθ./ουσ. (λόγ.): (για ζώο, κυρ. σκύλο ή γάτα) που ο ένας από τους δύο γονείς του δεν είναι ράτσας: ~ο: κουτάβι/πεκινουά. Βλ. κοπρίτης. ΑΝΤ. καθαρόαιμος (1) [< γαλλ. demi-sang] | |
| 20006 | ημιανάπαυση | [ἡμιανάπαυση] η-μι-α-νά-παυ-ση ουσ. (θηλ.): ΓΥΜΝ. στάση του σώματος κατά την οποία αυτός που βρίσκεται σε θέση προσοχής μετακινεί ελαφρά μπροστά και πλάγια το αριστερό του πόδι, χωρίς να χαλαρώνει εντελώς το σώμα του· κυρ. συνεκδ. το αντίστοιχο στρατιωτικό παράγγελμα. | |
| 20007 | ημιανάταση | [ἡμιανάταση] η-μι-α-νά-τα-ση ουσ. (θηλ.): ΓΥΜΝ. στάση κατά την οποία το ένα χέρι βρίσκεται σε θέση ανάτασης. Βλ. ημιέκταση. | |
| 20008 | ημιανεξάρτητος | , η, ο [ἡμιανεξάρτητος] η-μι-α-νε-ξάρ-τη-τος επίθ.: που δεν είναι απολύτως ανεξάρτητος: ~ος: οργανισμός. ~η: κατοικία. ~ο: κράτος. ΣΥΝ. ημιαυτόνομος | |
| 20009 | ημιαντοχή | [ἡμιαντοχή] η-μι-α-ντο-χή ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. (στον στίβο) αγώνας δρόμου μεσαίων αποστάσεων, 800 μ.-1500 μ.: δρομέας ~ής. Βλ. δρόμος αντοχής. | |
| 20010 | ημιαξόνιο | [ἡμιαξόνιο] η-μι-α-ξό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου | συνήθ. στον πληθ.}: ΤΕΧΝΟΛ. καθένας από τους δύο άξονες που μεταφέρουν την κίνηση στους τροχούς του αυτοκινήτου, συνδέοντάς τους με το διαφορικό: αριστερό/δεξί/σπασμένο ~. Ενισχυμένα ~α. Φούσκες ~ίων. [< γαλλ. demi-axe] | |
| 20011 | ημιαπασχόληση | [ἡμιαπασχόληση] η-μι-α-πα-σχό-λη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): εργασία με μειωμένο ωράριο, μερική απασχόληση: απογευματινή/ευέλικτη/πρωινή ~. Εργάζεται με ~. Ζητείται νέος για ~ ή πλήρη απασχόληση. [< αγγλ. part-time/half-time job/employment] | |
| 20012 | ημιαπασχολούμενος | , η, ο [ἡμιαπασχολούμενος] η-μι-α-πα-σχο-λού-με-νος επίθ./ουσ. (επίσ.): που εργάζεται με μειωμένο ωράριο, μερικά απασχολούμενος: ~ο: προσωπικό. Εργάζεται ως ~η.|| (ως ουσ.) Οι ~οι. Βλ. άνεργος, απολυμένος, αυτο-, ετερο-, υπο-απασχολούμαι. | |
| 20013 | ημιάπαχος | , η, ο [ἡμιάπαχος] η-μι-ά-πα-χος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. που έχει χαμηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά: ~o: γάλα/γιαούρτι (1-2%). ~α: γαλακτοκομικά. Πβ. ελαφρύς. Βλ. πλήρης. [< αγγλ. semi-fat] | |
| 20014 | ημιαποβουτυρωμένος | , η, ο [ἡμιαποβουτυρωμένος] η-μι-α-πο-βου-τυ-ρω-μέ-νος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. που έχει αποβουτυρωθεί μερικώς: ~ο: γιαούρτι. ~α: γαλακτοκομικά/τυροκομικά προϊόντα (: με χαμηλά λιπαρά). [< αγγλ. semi-skimmed, 1968] | |
| 20015 | ημιαργία | [ἡμιαργία] η-μι-αρ-γί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): εργάσιμη ημέρα, συνήθ. παραμονή επίσημης εορτής ή επετείου, κατά την οποία οι δημόσιες υπηρεσίες κλείνουν δύο ώρες νωρίτερα από το προβλεπόμενο, χωρίς αντίστοιχη περικοπή αποδοχών των εργαζομένων. | |
| 20016 | ημιαστέρας | [ἡμιαστέρας] η-μι-α-στέ-ρας ουσ. (αρσ.): ΑΣΤΡΟΝ. κβάζαρ. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ