Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [20860-20880]

IDΛήμμαΕρμηνεία
19992ημερομίσθιος, α, ο [ἡμερομίσθιος] η-με-ρο-μί-σθι-ος επίθ. (επίσ.) 1. (για πρόσ.) που εργάζεται με ημερήσια αμοιβή: ~ος: εργάτης. Έμμισθο ή ~ο προσωπικό.|| (ως ουσ.) Μισθωτοί, ~οι και ωρομίσθιοι. 2. που αναφέρεται στο ημερομίσθιο: ~α: εργασία.
19993ημερονύκτιο[ἡμερονύκτιο] η-με-ρο-νύ-κτι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου | -ίων} (λόγ.): μερόνυχτο. [< μτγν. ἡμερονύκτιον]
19994ημερόπλοιο[ἡμερόπλοιο] η-με-ρό-πλοι-ο ουσ. (ουδ.): μικρό τουριστικό πλοίο που χρησιμοποιείται για ημερήσιες θαλάσσιες εκδρομές.
19995ήμερος, η, ο [ἥμερος] ή-με-ρος επίθ. 1. (για ζώο) εξημερωμένος ή κατοικίδιος: ~ο: άλογο. Πβ. δαμασμένος, τιθασευμένος. ΑΝΤ. άγριος (1), αδάμαστος (2), ανημέρωτος (1), ατίθασος (2) 2. (για φυτό) που φυτεύεται και καλλιεργείται από τον άνθρωπο, που δεν είναι αυτοφυές: ~η: βελανιδιά/ελιά. ~ο: έλατο/τριφύλλι. ~α: ραδίκια. 3. (για τόπο ή τοπίο) που χαρακτηρίζεται από ήπια βλάστηση ή μορφολογία· (για χωράφι) που έχει καλλιεργηθεί, οργωθεί, ξεχερσωθεί. ΑΝΤ. χέρσος (1) 4. (για πρόσ.) πράος, άκακος. Πβ. ήπιος. 5. που δεν είναι φουρτουνιασμένος, ορμητικός: ~η: θάλασσα. ~ο: ποτάμι. ΣΥΝ. γαλήνιος ● ΣΥΜΠΛ.: ήμερο πεύκο βλ. πεύκο ● ΦΡ.: ήρθαν τ' άγρια να διώξουν τα ήμερα βλ. άγριος [< αρχ. ἥμερος]
19997ημερότητα[ἡμερότητα] η-με-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα, το χαρακτηριστικό γνώρισμα του ήμερου: ~ ηθών. Πβ. ηπι-, πρα-ότητα.|| ~ του τοπίου. ΑΝΤ. αγριότητα (1) [< αρχ. ἡμερότης]
19998ημέρωμα[ἡμέρωμα] η-μέ-ρω-μα ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) μέρωμα: εξημέρωση: ~ άγριων ζώων. ΣΥΝ. δάμασμα, τιθάσευση (2) [< μεσν. ημέρωμα]
19999ημερώνωβλ. ημερεύω
20000ημέτερος, η (λόγ.) έρα, ο [ἡμέτερος] η-μέ-τε-ρος κτητ. αντων. (αρχαιοπρ.): δικός μας: H ~η πολιτιστική συνεισφορά.|| (εκκλησ. γλ.) Η ~έρα Μετριότης. Βλ. υμέτερος. ● Ουσ.: ημέτεροι (οι) {ημετέρ-ων, -ους} (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): πρόσωπα που ανήκουν σε πολιτικό συνήθ. δίκτυο αλληλοεξυπηρέτησης συμφερόντων: πριμοδότηση ~ων. Νομοθετικές ρυθμίσεις που ευνοούν αποκλειστικά τους ~ους. [< αρχ. ἡμέτερος]
20001ημι-& ημί- (λόγ.): πρόθημα επιθέτων και ουσιαστικών με τη σημασία του μισού, ελλιπούς ή μη ολοκληρωμένου: ημι-άγριος/~διάφανος. Ημί-γλυκος (βλ. υπο-)/~γυμνος. Πβ. μισο-.|| Hμι-αργία/~κύκλιο. Ημί-θεος.
20002ημιάγριος, α, ο [ἡμιάγριος] η-μι-ά-γρι-ος επίθ. 1. (για ζώο) που δεν είναι εντελώς εξημερωμένο: ~α: άλογα. 2. (για πρόσ.) που ζει σε πρωτόγονες συνθήκες: ~α: φυλή. Σε ~α κατάσταση.|| (μτφ.) Άνθρωποι ~οι, άξεστοι και αδαείς (= αγροίκοι, απολίτιστοι). Πβ. αγριάνθρωπος. [< γαλλ. demi-sauvage]
20003ημιαγώγιμος, η, ο [ἡμιαγώγιμος] η-μι-α-γώ-γι-μος επίθ. & ημιαγωγός, ός, ό & (σπάν.) ημιαγωγικός, ή, ό: ΦΥΣ. που φέρει τις ιδιότητες του ημιαγωγού: ~ος: καταλύτης. ~η: αντίσταση. ~ες: διατάξεις/δομές. ~α: στοιχεία/υλικά. Βλ. υπεραγώγιμος. [< αγγλ. semiconductive, 1953]
20004ημιαγωγός[ἡμιαγωγός] η-μι-α-γω-γός ουσ. (αρσ.): ΦΥΣ. υλικό με ηλεκτρική αγωγιμότητα μικρότερη από εκείνη των καλών αγωγών και μεγαλύτερη από εκείνη των μονωτών: ~οί προσμείξεων/πυριτίου. Βιομηχανία/διατάξεις/ιδιότητες/προϊόντα ~ών. Βλ. -αγωγός. [< αγγλ. semiconductor, γαλλ. semi-conducteur, διαδόθηκε περ. το 1945]
20005ημίαιμος, η, ο [ἡμίαιμος] η-μί-αι-μος επίθ./ουσ. (λόγ.): (για ζώο, κυρ. σκύλο ή γάτα) που ο ένας από τους δύο γονείς του δεν είναι ράτσας: ~ο: κουτάβι/πεκινουά. Βλ. κοπρίτης. ΑΝΤ. καθαρόαιμος (1) [< γαλλ. demi-sang]
20006ημιανάπαυση[ἡμιανάπαυση] η-μι-α-νά-παυ-ση ουσ. (θηλ.): ΓΥΜΝ. στάση του σώματος κατά την οποία αυτός που βρίσκεται σε θέση προσοχής μετακινεί ελαφρά μπροστά και πλάγια το αριστερό του πόδι, χωρίς να χαλαρώνει εντελώς το σώμα του· κυρ. συνεκδ. το αντίστοιχο στρατιωτικό παράγγελμα.
20007ημιανάταση[ἡμιανάταση] η-μι-α-νά-τα-ση ουσ. (θηλ.): ΓΥΜΝ. στάση κατά την οποία το ένα χέρι βρίσκεται σε θέση ανάτασης. Βλ. ημιέκταση.
20008ημιανεξάρτητος, η, ο [ἡμιανεξάρτητος] η-μι-α-νε-ξάρ-τη-τος επίθ.: που δεν είναι απολύτως ανεξάρτητος: ~ος: οργανισμός. ~η: κατοικία. ~ο: κράτος. ΣΥΝ. ημιαυτόνομος
20009ημιαντοχή[ἡμιαντοχή] η-μι-α-ντο-χή ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. (στον στίβο) αγώνας δρόμου μεσαίων αποστάσεων, 800 μ.-1500 μ.: δρομέας ~ής. Βλ. δρόμος αντοχής.
20010ημιαξόνιο[ἡμιαξόνιο] η-μι-α-ξό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου | συνήθ. στον πληθ.}: ΤΕΧΝΟΛ. καθένας από τους δύο άξονες που μεταφέρουν την κίνηση στους τροχούς του αυτοκινήτου, συνδέοντάς τους με το διαφορικό: αριστερό/δεξί/σπασμένο ~. Ενισχυμένα ~α. Φούσκες ~ίων. [< γαλλ. demi-axe]
20011ημιαπασχόληση[ἡμιαπασχόληση] η-μι-α-πα-σχό-λη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): εργασία με μειωμένο ωράριο, μερική απασχόληση: απογευματινή/ευέλικτη/πρωινή ~. Εργάζεται με ~. Ζητείται νέος για ~ ή πλήρη απασχόληση. [< αγγλ. part-time/half-time job/employment]
20012ημιαπασχολούμενος, η, ο [ἡμιαπασχολούμενος] η-μι-α-πα-σχο-λού-με-νος επίθ./ουσ. (επίσ.): που εργάζεται με μειωμένο ωράριο, μερικά απασχολούμενος: ~ο: προσωπικό. Εργάζεται ως ~η.|| (ως ουσ.) Οι ~οι. Βλ. άνεργος, απολυμένος, αυτο-, ετερο-, υπο-απασχολούμαι.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.