| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20017 | ημιαστικός | , ή, ό [ἡμιαστικός] η-μι-α-στι-κός επίθ.: που κατοικεί σε κωμοπόλεις, που παρουσιάζει αστικά και αγροτικά χαρακτηριστικά: ~ός: πληθυσμός.|| ~ό: περιβάλλον. ~ά: κέντρα. ~ές και αγροτικές περιοχές. Βλ. περι-, υπερ-αστικός. [< αγγλ. semi-urban] | |
| 20018 | ημιαυτόματος | , η, ο [ἡμιαυτόματος] η-μι-αυ-τό-μα-τος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που είναι εν μέρει αυτόματος: ~ος: κλιματισμός. ~η: έκδοση (αυτοκινήτου)/καραμπίνα (πβ. επαναληπτική)/μηχανή. ~ο: κιβώτιο ταχυτήτων/χειριστήριο. ~α: συστήματα άρδευσης. ● επίρρ.: ημιαυτόματα [< γαλλ. semiautomatique, αγγλ. semiautomatic] | |
| 20019 | ημιαυτονομία | [ἡμιαυτονομία] η-μι-αυ-το-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): μερική αυτονομία: καθεστώς ~ας. [< γαλλ. semi-autonomie, αγγλ. semiautonomy] | |
| 20020 | ημιαυτόνομος | , η, ο [ἡμιαυτόνομος] η-μι-αυ-τό-νο-μος επίθ.: που είναι εν μέρει αυτόνομος, που δεν είναι εντελώς ανεξάρτητος: ~ος: οργανισμός/φορέας. ~η: περιοχή. ~ο: καθεστώς. Κέντρο ~ης διαβίωσης ατόμων με αναπηρία. ΣΥΝ. ημιανεξάρτητος [< γαλλ. semi-autonome, αγγλ. semi-autonomous] | |
| 20021 | ημίγλυκος | , η, ο [ἡμίγλυκος] η-μί-γλυ-κος επίθ.: που έχει ελαφρώς γλυκιά γεύση: ~η: σοκολάτα. Πβ. γλυκούτσικος, υπόγλυκος. Βλ. ολόγλυκος. ● ΣΥΜΠΛ.: ημίγλυκο κρασί/ημίγλυκος οίνος: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. που η περιεκτικότητά του σε σάκχαρα, η γλυκύτητά του, κυμαίνεται ανάμεσα σε εκείνη των ξηρών και των γλυκών οίνων. [< γερμ. halbsüß] | |
| 20022 | ημίγυμνος | , η, ο [ἡμίγυμνος] η-μί-γυ-μνος επίθ. (λόγ.): που δεν είναι εντελώς ντυμένος, που αφήνει μεγάλο μέρος του σώματός του ακάλυπτο: ~ο: μοντέλο.|| (κατ' επέκτ.) ~η: εμφάνιση. ~ες: φωτογραφίες (: που απεικονίζουν ~α κορμιά).|| (ως ουσ.) Το ~ο. Βλ. ολόγυμνος. ΣΥΝ. μισόγυμνος [< μτγν. ἡμίγυμνος] | |
| 20023 | ημιδημόσιος | , α, ο [ἡμιδημόσιος] η-μι-δη-μό-σι-ος επίθ.: ημικρατικός. [< αγγλ. semi-public, γαλλ. ~, 1928] | |
| 20024 | ημιδιαμονή | [ἡμιδιαμονή] η-μι-δι-α-μο-νή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): διαμονή, συνήθ. σε ξενοδοχείο, που διαρκεί λιγότερο από εικοσιτέσσερις ώρες: τρίωρη ~. Ξενοδοχεία ~ής. | |
| 20025 | ημιδιατροφή | [ἡμιδιατροφή] η-μι-δι-α-τρο-φή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): διατροφή σε τουριστικό κατάλυμα, η οποία περιλαμβάνει πρωινό και ένα κύριο γεύμα: δίκλινο με ~. [< γαλλ. demi-pension] | |
| 20026 | ημιδιαφανής | , ής, ές [ἡμιδιαφανής] η-μι-δι-α-φα-νής επίθ. {-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.) & ημιδιάφανος, η, ο: που δεν είναι εντελώς διαφανής, με αποτέλεσμα ό,τι βρίσκεται πίσω του να μη φαίνεται καθαρά: ~ής: κουρτίνα/μεμβράνη. ~ές: γυαλί/χαρτί/χρώμα. ~ή: τζάμια/υλικά. ΣΥΝ. διαφώτιστος [< γαλλ. demi-transparent] | |
| 20027 | ημίδιπλος | , η, ο [ἡμίδιπλος] η-μί-δι-πλος επίθ.: που το πλάτος του είναι πιο μικρό από εκείνο του διπλού και πιο μεγάλο από του μονού: ~ος: καναπές. ~ο: κρεβάτι/σεντόνι. Βλ. -διπλος, υπέρδιπλος. [< αγγλ. semi-double] | |
| 20028 | ημιδομημένος | , η, ο [ἡμιδομημένος] η-μι-δο-μη-μέ-νος επίθ.: που δεν είναι πλήρως δομημένος, προκαθορισμένος, τυποποιημένος: ~η: συνέντευξη (: εκκίνηση από ένα αρχικό θέμα και καθορισμός της πορείας της ανάλογα με τις απαντήσεις· βλ. δομημένη, ελεύθερη). ~ο: ερωτηματολόγιο.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~α: δεδομένα/προβλήματα. [< αγγλ. semi-structured] | |
| 20029 | ημιέκταση | [ἡμιέκταση] η-μι-έ-κτα-ση ουσ. (θηλ.): ΓΥΜΝ. στάση κατά την οποία το ένα χέρι βρίσκεται σε θέση έκτασης. Βλ. ημιανάταση. | |
| 20030 | ημιελευθερία | [ἡμιελευθερία] η-μι-ε-λευ-θε-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. μορφή σωφρονιστικής μεταχείρισης σύμφωνα με την οποία κατά την έκτιση της ποινής φυλάκισης επιτρέπεται στον κρατούμενο να εργάζεται εκτός φυλακής κατά τη διάρκεια της ημέρας: καθεστώς/συνθήκες ~ας. [< γαλλ. semi-liberté, 1970] | |
| 20031 | ημιελεύθερος | , η, ο [ἡμιελεύθερος] η-μι-ε-λεύ-θε-ρος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από μερική ελευθερία: ~η: κτηνοτροφία (βλ. νομαδικός, οικόσιτος). Άγρια ζώα σε ~η κατάσταση/~ο περιβάλλον.|| (ΝΟΜ.) ~η: διαβίωση (: καθεστώς ημιελευθερίας κατά την έκτιση της ποινής φυλάκισης). | |
| 20032 | ημιεπίπεδο | [ἡμιεπίπεδο] η-μι-ε-πί-πε-δο ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΜ. καθένα από τα δύο σύνολα σημείων στα οποία χωρίζεται ένα επίπεδο από μια ευθεία μαζί με τα σημεία της. [< γαλλ. demi-plan, 1922] | |
| 20033 | ημιεπίσημος | , η, ο [ἡμιεπίσημος] η-μι-ε-πί-ση-μος επίθ.: που έχει εν μέρει επίσημο χαρακτήρα: ~η: ανακοίνωση/ιστοσελίδα. ~ο: έγγραφο/όργανο (ενός κόμματος)/πρακτορείο ειδήσεων. [< γαλλ. semi-officiel, αγγλ. semi-official] | |
| 20034 | ημιευθεία | [ἡμιευθεία] η-μι-ευ-θεί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΜ. καθένα από τα δύο μέρη στα οποία χωρίζεται μια ευθεία, αν πάνω σε αυτή ορίσουμε ένα σημείο. | |
| 20035 | ημιζωή | [ἡμιζωή] η-μι-ζω-ή ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. ημιπερίοδος ζωής, ημίσεια ζωή 1. ΦΥΣ. ΠΥΡ. το χρονικό διάστημα που χρειάζεται για να μειωθεί μια ποσότητα ραδιενεργών πυρήνων στο μισό του αρχικού πληθυσμού: χρόνος ~ής (= υποδιπλασιασμού). Στοιχεία με μεγάλη ~ (: μεγαλύτερη από 30 έτη). 2. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. ο απαιτούμενος χρόνος για τον μεταβολισμό ή την αδρανοποίηση της μισής ποσότητας μιας ουσίας από τον οργανισμό: ~ ενός φαρμάκου στο αίμα, στο πλάσμα και στον ορό. [< αγγλ. half-life, 1907, γαλλ. demi-vie, πριν από το 1970] | |
| 20036 | ημιθανής | , ής, ές [ἡμιθανής] η-μι-θα-νής επίθ. {ημιθαν-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): μισοπεθαμένος: Βρέθηκε σε ~ή κατάσταση. Ανασύρθηκε ~ από τα ερείπια.|| (μτφ.) ~ής: θεσμός. Πβ. νεκροζώντανος. [< μτγν. ἡμιθανής] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ