| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20037 | ημίθεος | [ἡμίθεος] η-μί-θε-ος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -έου | σπάν. θηλ. ημίθεη} 1. ΜΥΘ. ήρωας του οποίου ο ένας από τους δύο γονείς ήταν θεός, ενώ ο άλλος θνητός: ο ~ Ηρακλής. 2. (μτφ.) πρόσωπο ένδοξο, φημισμένο για τα χαρίσματα, τα κατορθώματα ή τα δημιουργήματά του: οι ~οι του έθνους/του '21/του πνεύματος/της τζαζ. [< 1: αρχ. ἡμίθεος] | |
| 20038 | ημιθωράκιο | [ἡμιθωράκιο] η-μι-θω-ρά-κι-ο ουσ. (ουδ.): ΑΝΑΤ. καθένα από τα δύο τμήματα του θώρακα: αριστερό/δεξιό ~. [< μτγν. ἡμιθωράκιον, γαλλ. hémithorax, αγγλ. hemithorax] | |
| 20039 | ημιισόγειος | , α, ο [ἡμιισόγειος] η-μι-ι-σό-γει-ος επίθ.: που το δάπεδό του βρίσκεται λίγο πιο πάνω από τη στάθμη του εδάφους: ~ο: διαμέρισμα. Βλ. ημιυπόγειος. | |
| 20040 | ημικατεργασμένος | , η, ο [ἡμικατεργασμένος] η-μι-κα-τερ-γα-σμέ-νος επίθ. (λόγ.): που χρειάζεται περαιτέρω επεξεργασία ή έχει υποστεί μερική κατεργασία: ~ος: άργυρος. ~η: δασική ξυλεία. ~ο: γυαλί. ~α: δέρματα/υλικά. Πρώτες ύλες σε ~η μορφή. Παραγωγή ~ων ειδών. Ακατέργαστα, ~α και τελικά προϊόντα. [< αγγλ. semi-wrought] | |
| 20041 | ημικίονας | [ἡμικίονας] η-μι-κί-ο-νας ουσ. (αρσ.): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. κίονας διχοτομημένος κατά τον κάθετο άξονα: δωρικοί/ιωνικοί/κορινθιακοί ~ες. Βλ. παραστάδα, πεσσός. [< γαλλ. demi-colonne] | |
| 20042 | ημίκλειστος | , η, ο [ἡμίκλειστος] η-μί-κλει-στος επίθ. (επίσ.): μισόκλειστος· ειδικότ. για γεωμορφολογικό σχηματισμό που είναι ανοιχτός από ορισμένα μόνο σημεία: ~η: λεκάνη. ● ΣΥΜΠΛ.: κλειστή θάλασσα βλ. θάλασσα | |
| 20043 | ημικρανία | [ἡμικρανία] η-μι-κρα-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. έντονος πόνος που εντοπίζεται συνήθ. στη μία πλευρά του κεφαλιού και μπορεί να συνοδεύεται από ναυτία, εμετούς και φωτοφοβία: κλασική (~ με αύρα)/κοινή (~ χωρίς αύρα)/οφθαλμική/χρόνια παροξυσμική ~. Πάσχω/υποφέρω από ~ες. Έχω ~ες. Βλ. κεφαλαλγία. 2. (μτφ.) προβληματισμός, έγνοια: Ισχυρές ~ες προκαλεί στην κυβέρνηση το νέο νομοσχέδιο. Πβ. πονοκέφαλος. [< μτγν. ἡμικρανία, γαλλ. hémicrânie, αγγλ. hemicrania] | |
| 20044 | ημικρανικός | , ή, ό [ἡμικρανικός] η-μι-κρα-νι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ημικρανία: ~ός: πόνος. ~ή: αύρα (: νευρολογικά συμπτώματα διάρκειας 15-30 λεπτών πριν από την έναρξη της ημικρανίας). ~ές: κρίσεις.|| (ως ουσ., για πρόσ.) Ο ~ (ενν. ασθενής) είναι πιο ευαίσθητος στο φως. [< μτγν. ἡμικρανικός] | |
| 20045 | ημικρατικός | , ή, ό [ἡμικρατικός] η-μι-κρα-τι-κός επίθ. (επίσ.): που δεν υπάγεται εξ ολοκλήρου στη δικαιοδοσία του κράτους, ημιδημόσιος: ~ός: οργανισμός/τομέας. ~ή: εταιρεία. ~ές: υπηρεσίες. Κρατικοί, ~οί (π.χ. ΔΕΚΟ) και ιδιωτικοί φορείς. [< γερμ. halbstaatlich] | |
| 20046 | ημικυκλικός | , ή, ό [ἡμικυκλικός] η-μι-κυ-κλι-κός επίθ. & (λόγ.) ημικύκλιος, α, ο: που έχει το σχήμα μισού κύκλου: ~ός: χώρος. ~ή: αψίδα/εξέδρα. ~ό: θέατρο (βλ. αμφιθέατρο)/τόξο. Καθίσματα σε ~ή διάταξη. Κατασκευή ~ής διατομής. ● επίρρ.: ημικυκλικά ● ΣΥΜΠΛ.: ημικύκλιοι σωλήνες & ημικυκλικοί σωλήνες: ΑΝΑΤ. σωληνοειδείς σχηματισμοί στο έσω αυτί, οι οποίοι συνδέονται με την αίσθηση της ισορροπίας. Βλ. αίθουσα, κοχλίας. [< μτγν. ἡμικυκλικός] | |
| 20047 | ημικύκλιο | [ἡμικύκλιο] η-μι-κύ-κλι-ο ουσ. (ουδ.) {ημικυκλί-ου} 1. οτιδήποτε έχει ημικυκλικό σχήμα: το ~ του αρχαίου θεάτρου/του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου (: η αίθουσα συνεδριάσεων)/της μεγάλης περιοχής (: σε γήπεδο ποδοσφαίρου). 2. ΓΕΩΜ. καθένα από τα δύο ίσα μέρη στα οποία χωρίζεται ο κύκλος από μια διάμετρό του: ακτίνα/εφαπτομένη/κέντρο ~ου. Πβ. ημιπεριφέρεια. Βλ. τεταρτημόριο. [< αρχ. ἡμικύκλιον, γαλλ. hémicycle] | |
| 20048 | ημικυλινδρικός | , ή, ό [ἡμικυλινδρικός] η-μι-κυ-λιν-δρι-κός επίθ.: που έχει το σχήμα μισού κυλίνδρου: το ~ό τμήμα της αψίδας/κόγχης. Αίθουσα/κτίσμα με ~ό θόλο. [< μτγν. ἡμικύλινδρος, γαλλ. hémicylindrique, αγγλ. semi-cylindrical] | |
| 20049 | ημικυτταρίνη | [ἡμικυτταρίνη] η-μι-κυτ-τα-ρί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πολυσακχαρίτης, συστατικό του τοιχώματος των φυτικών κυττάρων. Βλ. λιγνίνη, πηκτίνη. [< γαλλ. hémicellulose, αγγλ. hemicellulose] | |
| 20050 | ημίλευκος | , η, ο [ἡμίλευκος] η-μί-λευ-κος επίθ. (λόγ.): που το χρώμα του δεν είναι τελείως λευκό, υπόλευκος: ~η: ζάχαρη. ~ο: αλεύρι/χαρτί/ψωμί. [< μτγν. ἡμίλευκος] | |
| 20051 | ημιλιπόθυμος | , η, ο [ἡμιλιπόθυμος] η-μι-λι-πό-θυ-μος επίθ. (λόγ.): που δεν έχει πλήρως τις αισθήσεις του, μισολιπόθυμος: ~ από τη δίψα/την κούραση/την πείνα. Έπεσε στην καρέκλα ~η. | |
| 20052 | ημιλογαριθμικός | , ή, ό [ἡμιλογαριθμικός] η-μι-λο-γα-ριθ-μι-κός επίθ.: ΜΑΘ. που η μία του κλίμακα είναι λογαριθμική και η άλλη γραμμική: ~ό: χαρτί. ~ά: γραφήματα/διαγράμματα. [< γαλλ. semi-logarithmique, αγγλ. semi-logarithmic, 1919] | |
| 20053 | ημιμάθεια | [ἡμιμάθεια] η-μι-μά-θει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ελλιπής μόρφωση: η αλαζονεία της άγνοιας και της ~ας. Η ~ είναι χειρότερη από την αμάθεια. Βλ. αμορφωσιά, -μάθεια. | |
| 20054 | ημιμαθής | , ής, ές [ἡμιμαθής] η-μι-μα-θής επίθ./ουσ. (λόγ.): που έχει ανεπαρκή μόρφωση ή δεν κατέχει σε ικανοποιητικό βαθμό το γνωστικό του αντικείμενο: αδαής/ανίδεος/ανιστόρητος/άσχετος και ~. Άνθρωποι αγράμματοι/αμαθείς ή, ακόμη χειρότερα, ~είς. Βλ. -μαθής. [< μτγν. ἡμιμαθής] | |
| 20055 | ημιμαραθώνιος | [ἡμιμαραθώνιος] η-μι-μα-ρα-θώ-νι-ος ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. Η): ΑΘΛ. αγώνας δρόμου αντοχής στον οποίο οι αθλητές καλύπτουν τη μισή απόσταση του Μαραθώνιου, δηλ. περ. 21,1 χλμ. [< αγγλ. half-marathon, 1953, γαλλ. semi-marathon, 1976] | |
| 20056 | ημίμαυρος | , η, ο [ἡμίμαυρος] η-μί-μαυ-ρος επίθ.: ΤΥΠΟΓΡ. (για τύπο χαρακτήρων) που το χρώμα του είναι λιγότερο έντονο από το μαύρο: ~α: στοιχεία. Βλ. λευκά, μπολντ. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ