| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20053 | ημιμάθεια | [ἡμιμάθεια] η-μι-μά-θει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ελλιπής μόρφωση: η αλαζονεία της άγνοιας και της ~ας. Η ~ είναι χειρότερη από την αμάθεια. Βλ. αμορφωσιά, -μάθεια. | |
| 20054 | ημιμαθής | , ής, ές [ἡμιμαθής] η-μι-μα-θής επίθ./ουσ. (λόγ.): που έχει ανεπαρκή μόρφωση ή δεν κατέχει σε ικανοποιητικό βαθμό το γνωστικό του αντικείμενο: αδαής/ανίδεος/ανιστόρητος/άσχετος και ~. Άνθρωποι αγράμματοι/αμαθείς ή, ακόμη χειρότερα, ~είς. Βλ. -μαθής. [< μτγν. ἡμιμαθής] | |
| 20055 | ημιμαραθώνιος | [ἡμιμαραθώνιος] η-μι-μα-ρα-θώ-νι-ος ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. Η): ΑΘΛ. αγώνας δρόμου αντοχής στον οποίο οι αθλητές καλύπτουν τη μισή απόσταση του Μαραθώνιου, δηλ. περ. 21,1 χλμ. [< αγγλ. half-marathon, 1953, γαλλ. semi-marathon, 1976] | |
| 20056 | ημίμαυρος | , η, ο [ἡμίμαυρος] η-μί-μαυ-ρος επίθ.: ΤΥΠΟΓΡ. (για τύπο χαρακτήρων) που το χρώμα του είναι λιγότερο έντονο από το μαύρο: ~α: στοιχεία. Βλ. λευκά, μπολντ. | |
| 20057 | ημιμέταλλα | [ἡμιμέταλλα] η-μι-μέ-ταλ-λα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. ημιμέταλλο}: ΧΗΜ. μεταλλοειδή. [< γαλλ. semi-métaux, αγγλ. semimetals] | |
| 20058 | ημίμετρα | [ἡμίμετρα] η-μί-με-τρα ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (λόγ.) -έτρων | σπανιότ. στον εν. ημίμετρο}: ανεπαρκή μέτρα ή μέσα που δεν επιλύουν ουσιαστικά και ριζικά ένα πρόβλημα: πολιτική ~ων. Χρειάζονται διαρθρωτικές αλλαγές σε βάθος και όχι ~. Το νέο νομοσχέδιο δεν αποτελεί λύση, αλλά ~ο κατά της ... [< πβ. μτγν. ἡμίμετρον 'μισό μέτρο', γαλλ. demi-mesures] | |
| 20059 | ημιμόριο | [ἡμιμόριο] η-μι-μό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): το ένα δεύτερο, το μισό: το ~ της κεφαλής/του σώματος. Το δεξιό ~ της κάτω γνάθου. ~α σφαγίων. Βλ. τεταρτημόριο. [< μτγν. ἡμιμόριον] | |
| 20060 | ημινομαδικός | , ή, ό [ἡμινομαδικός] η-μι-νο-μα-δι-κός επίθ.: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. για πληθυσμό, κοινωνία ή τρόπο ζωής που συνδυάζει τη νομαδική κτηνοτροφία και την εποχιακή γεωργία: ~ός: βίος. ~ή: φυλή. [< γαλλ. semi-nomade, αγγλ. semi-nomadic] | |
| 20061 | ημίξηρος | , η, ο [ἡμίξηρος] η-μί-ξη-ρος επίθ. (λόγ.) 1. (για κρασί) που περιέχει αζύμωτα σάκχαρα σε περιεκτικότητα μέχρι δεκαπέντε γραμμάρια ανά λίτρο: ~ος: οίνος. Βλ. γλυκός, ημίγλυκος. ΣΥΝ. ντεμί-σεκ 2. που είναι σχεδόν ξηρός: ~η: (βιοκλιματική) ζώνη/περιοχή. ~ο: κλίμα. [< μτγν. ἡμίξηρος ‘προσβεβλημένος από ημιπληγία’] | |
| 20062 | ημιονηγός | [ἡμιονηγός] η-μι-ο-νη-γός ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. (παλαιότ.) στρατιώτης που οδηγούσε πεζός φορτωμένο μουλάρι: ~ τραυματιοφορέας. Πβ. μουλαράς. [< μτγν. ἡμιονηγός] | |
| 20063 | ημίονος | [ἡμίονος] η-μί-ο-νος ουσ. (αρσ.) (επίσ.): μουλάρι. Βλ. ιπποειδή. [< αρχ. ἡμίονος] | |
| 36519 | Ημίονος | [ὄνος] ό-νος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): γάιδαρος. Βλ. ημίονος. ● ΦΡ.: περί όνου σκιάς (μτφ.): για θέμα ανάξιο λόγου, για ασήμαντα πράγματα, για το τίποτα: ~ ~ αντιπαράθεση/διαμάχη. Δεν θεωρώ ότι όλα αυτά γίνονται ~ ~. [< αρχ. ὄνος] | |
| 20064 | ημιορεινός | , ή, ό [ἡμιορεινός] η-μι-ο-ρει-νός επίθ. (επίσ.): που βρίσκεται σε περιοχή με μέτριο υψόμετρο, που δεν είναι εντελώς ορεινός: ~ός: δήμος/οικισμός/πληθυσμός. ~ή: ζώνη. ~ό: έδαφος/τοπίο/χωριό. ~ές: περιοχές (: με υψόμετρο από 501-1000 μ.).|| (ως ουσ.) Χιονοπτώσεις αναμένονται στα ~ά. Βλ. πεδινός. | |
| 20065 | ημιόροφος | βλ. ημιώροφος | |
| 20066 | ημίπαλτο | [ἡμίπαλτο] η-μί-παλ-το ουσ. (ουδ.): παλτό που φτάνει συνήθ. πάνω από το γόνατο. | |
| 20067 | ημιπερατός | , ή, ό [ἡμιπερατός] η-μι-πε-ρα-τός επίθ.: ΦΥΣ. που επιτρέπει επιλεκτικά τη διέλευση ορισμένων στοιχείων, κυρ. μορίων, ιόντων, σωματιδίων, εμποδίζοντας άλλα: ~ή: μεμβράνη. ~ό: κάτοπτρο (: φωτογραφικής μηχανής, που δεν ανακλά όλο το φως)/κρύσταλλο. Βλ. αδιαπέραστος. [< γαλλ. semi-perméable] | |
| 20068 | ημιπερίοδος1 | [ἡμιπερίοδος] η-μι-πε-ρί-ο-δος ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. το τμήμα της περιόδου μεταξύ δύο άνω τελειών ή μεταξύ άνω τελείας και τελείας ή και το αντίστροφο. Πβ. κώλο. [< αγγλ. semi-colon] | |
| 20069 | ημιπερίοδος2 | [ἡμιπερίοδος] η-μι-πε-ρί-ο-δος ουσ. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ημιπερίοδος ζωής: ημιζωή. | |
| 20070 | ημιπεριφέρεια | [ἡμιπεριφέρεια] η-μι-πε-ρι-φέ-ρει-α ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΜ. καθένα από τα δύο ίσα τόξα στα οποία μια διάμετρος χωρίζει την περιφέρεια κύκλου. Πβ. ημικύκλιο. 2. (επίσ.) κράτος ή ευρύτερη γεωγραφική ζώνη που βρίσκεται μεταξύ του κέντρου των κοινωνικών, οικονομικών, πολιτικών εξελίξεων και της περιφέρειας. [< 1: γαλλ. demi-circonférence, αγγλ. semi-periphery] | |
| 20071 | ημιπληγία | [ἡμιπληγία] η-μι-πλη-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παράλυση της μιας πλευράς του σώματος ύστερα από εγκεφαλικό επεισόδιο: αριστερή/δεξιά/σπαστική/χαλαρή ~. Διπλή ~ (: προσβολή κυρ. των άνω, αλλά και των κάτω άκρων). Βλ. μονο-, παρα-, τετρα-πληγία. [< μτγν. ἡμιπληγία, γαλλ. hémiplégie, αγγλ. hemiplegia] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ