Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [20920-20940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
20057ημιμέταλλα[ἡμιμέταλλα] η-μι-μέ-ταλ-λα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. ημιμέταλλο}: ΧΗΜ. μεταλλοειδή. [< γαλλ. semi-métaux, αγγλ. semimetals]
20058ημίμετρα[ἡμίμετρα] η-μί-με-τρα ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (λόγ.) -έτρων | σπανιότ. στον εν. ημίμετρο}: ανεπαρκή μέτρα ή μέσα που δεν επιλύουν ουσιαστικά και ριζικά ένα πρόβλημα: πολιτική ~ων. Χρειάζονται διαρθρωτικές αλλαγές σε βάθος και όχι ~. Το νέο νομοσχέδιο δεν αποτελεί λύση, αλλά ~ο κατά της ... [< πβ. μτγν. ἡμίμετρον 'μισό μέτρο', γαλλ. demi-mesures]
20059ημιμόριο[ἡμιμόριο] η-μι-μό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): το ένα δεύτερο, το μισό: το ~ της κεφαλής/του σώματος. Το δεξιό ~ της κάτω γνάθου. ~α σφαγίων. Βλ. τεταρτημόριο. [< μτγν. ἡμιμόριον]
20060ημινομαδικός, ή, ό [ἡμινομαδικός] η-μι-νο-μα-δι-κός επίθ.: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. για πληθυσμό, κοινωνία ή τρόπο ζωής που συνδυάζει τη νομαδική κτηνοτροφία και την εποχιακή γεωργία: ~ός: βίος. ~ή: φυλή. [< γαλλ. semi-nomade, αγγλ. semi-nomadic]
20061ημίξηρος, η, ο [ἡμίξηρος] η-μί-ξη-ρος επίθ. (λόγ.) 1. (για κρασί) που περιέχει αζύμωτα σάκχαρα σε περιεκτικότητα μέχρι δεκαπέντε γραμμάρια ανά λίτρο: ~ος: οίνος. Βλ. γλυκός, ημίγλυκος. ΣΥΝ. ντεμί-σεκ 2. που είναι σχεδόν ξηρός: ~η: (βιοκλιματική) ζώνη/περιοχή. ~ο: κλίμα. [< μτγν. ἡμίξηρος ‘προσβεβλημένος από ημιπληγία’]
20062ημιονηγός[ἡμιονηγός] η-μι-ο-νη-γός ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. (παλαιότ.) στρατιώτης που οδηγούσε πεζός φορτωμένο μουλάρι: ~ τραυματιοφορέας. Πβ. μουλαράς. [< μτγν. ἡμιονηγός]
20063ημίονος[ἡμίονος] η-μί-ο-νος ουσ. (αρσ.) (επίσ.): μουλάρι. Βλ. ιπποειδή. [< αρχ. ἡμίονος]
20064ημιορεινός, ή, ό [ἡμιορεινός] η-μι-ο-ρει-νός επίθ. (επίσ.): που βρίσκεται σε περιοχή με μέτριο υψόμετρο, που δεν είναι εντελώς ορεινός: ~ός: δήμος/οικισμός/πληθυσμός. ~ή: ζώνη. ~ό: έδαφος/τοπίο/χωριό. ~ές: περιοχές (: με υψόμετρο από 501-1000 μ.).|| (ως ουσ.) Χιονοπτώσεις αναμένονται στα ~ά. Βλ. πεδινός.
20065ημιόροφοςβλ. ημιώροφος
20066ημίπαλτο[ἡμίπαλτο] η-μί-παλ-το ουσ. (ουδ.): παλτό που φτάνει συνήθ. πάνω από το γόνατο.
20067ημιπερατός, ή, ό [ἡμιπερατός] η-μι-πε-ρα-τός επίθ.: ΦΥΣ. που επιτρέπει επιλεκτικά τη διέλευση ορισμένων στοιχείων, κυρ. μορίων, ιόντων, σωματιδίων, εμποδίζοντας άλλα: ~ή: μεμβράνη. ~ό: κάτοπτρο (: φωτογραφικής μηχανής, που δεν ανακλά όλο το φως)/κρύσταλλο. Βλ. αδιαπέραστος. [< γαλλ. semi-perméable]
20068ημιπερίοδος1[ἡμιπερίοδος] η-μι-πε-ρί-ο-δος ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. το τμήμα της περιόδου μεταξύ δύο άνω τελειών ή μεταξύ άνω τελείας και τελείας ή και το αντίστροφο. Πβ. κώλο. [< αγγλ. semi-colon]
20069ημιπερίοδος2[ἡμιπερίοδος] η-μι-πε-ρί-ο-δος ουσ. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ημιπερίοδος ζωής: ημιζωή.
20070ημιπεριφέρεια[ἡμιπεριφέρεια] η-μι-πε-ρι-φέ-ρει-α ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΜ. καθένα από τα δύο ίσα τόξα στα οποία μια διάμετρος χωρίζει την περιφέρεια κύκλου. Πβ. ημικύκλιο. 2. (επίσ.) κράτος ή ευρύτερη γεωγραφική ζώνη που βρίσκεται μεταξύ του κέντρου των κοινωνικών, οικονομικών, πολιτικών εξελίξεων και της περιφέρειας. [< 1: γαλλ. demi-circonférence, αγγλ. semi-periphery]
20071ημιπληγία[ἡμιπληγία] η-μι-πλη-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παράλυση της μιας πλευράς του σώματος ύστερα από εγκεφαλικό επεισόδιο: αριστερή/δεξιά/σπαστική/χαλαρή ~. Διπλή ~ (: προσβολή κυρ. των άνω, αλλά και των κάτω άκρων). Βλ. μονο-, παρα-, τετρα-πληγία. [< μτγν. ἡμιπληγία, γαλλ. hémiplégie, αγγλ. hemiplegia]
20072ημιπληγικός, ή, ό [ἡμιπληγικός] η-μι-πλη-γι-κός επίθ./ουσ.: ΙΑΤΡ. που έχει προσβληθεί από ημιπληγία ή που αναφέρεται σε αυτή: ~ός: ασθενής. ~ό: άνω άκρο. (ως ουσ.) Θεραπεία για ~ούς.|| ~ή: ημικρανία. [< γαλλ. hémiplégique, αγγλ. hemiplegic]
20073ημιπολύτιμος, η, ο [ἡμιπολύτιμος] η-μι-πο-λύ-τι-μος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ημιπολύτιμοι λίθοι/ημιπολύτιμες πέτρες: ΟΡΥΚΤ. που είναι μικρότερης αξίας από τους πολύτιμους λίθους και χρησιμοποιούνται στην κοσμηματοποιία και τη διακόσμηση αντικειμένων. Βλ. ακουαμαρίνα, αμέθυστος, αχάτης, ζαντ, λάπις, αζουρ-, λαζουλ-, μαλαχ-, νεφρ-ίτης, τιρκουάζ, χαλαζίας.[< αγγλ. semiprecious, πβ. γαλλ. semi-précieuse, 1931]
20074ημιποσοτικός, ή, ό [ἡμιποσοτικός] η-μι-πο-σο-τι-κός επίθ. (επιστ.): που βασίζεται σε κατά προσέγγιση ποσά ή τα αποδίδει: ~ός: προσδιορισμός (αμυλάσης)/συλλογισμός (: που εκφράζει ποσοτικές σχέσεις με ποιοτικό τρόπο). ~ή: ανάλυση. [< γαλλ. semi-quantitatif, αγγλ. semiquantitative, 1927]
20075ημίρρευστος, η, ο [ἡμίρρευστος] η-μίρ-ρευ-στος επίθ. & ημίρευστος (λόγ.): που βρίσκεται μεταξύ ρευστής και παχύρρευστης κατάστασης: ~η: ουσία. ~ο: διάλυμα/υλικό. Υγρές ή ~ες ζωοτροφές. Η κρέμα πρέπει να είναι ~η, όχι πολύ πηχτή. Βλ. ημιστερεός, λεπτόρρευστος, πυκνόρρευστος.
20076ημιρυμουλκούμενο[ἡμιρυμουλκούμενο] η-μι-ρυ-μουλ-κού-με-νο ουσ. (ουδ.): φορτηγό που σύρεται από ρυμουλκό όχημα, για τη μεταφορά μεγάλων φορτίων: τριαξονικό ~. Επιβατικά ρυμουλκούμενα-~α ιδιωτικής χρήσης (: τροχόσπιτα). Πβ. νταλίκα, τρέιλερ. ΣΥΝ. επικαθήμενο.|| (κ. ως επίθ.) ~ο βυτίο καυσίμων. [< αγγλ. semitrailer, 1919, γαλλ. semi-remorque, 1951]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.