Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [20940-20960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
20072ημιπληγικός, ή, ό [ἡμιπληγικός] η-μι-πλη-γι-κός επίθ./ουσ.: ΙΑΤΡ. που έχει προσβληθεί από ημιπληγία ή που αναφέρεται σε αυτή: ~ός: ασθενής. ~ό: άνω άκρο. (ως ουσ.) Θεραπεία για ~ούς.|| ~ή: ημικρανία. [< γαλλ. hémiplégique, αγγλ. hemiplegic]
20073ημιπολύτιμος, η, ο [ἡμιπολύτιμος] η-μι-πο-λύ-τι-μος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ημιπολύτιμοι λίθοι/ημιπολύτιμες πέτρες: ΟΡΥΚΤ. που είναι μικρότερης αξίας από τους πολύτιμους λίθους και χρησιμοποιούνται στην κοσμηματοποιία και τη διακόσμηση αντικειμένων. Βλ. ακουαμαρίνα, αμέθυστος, αχάτης, ζαντ, λάπις, αζουρ-, λαζουλ-, μαλαχ-, νεφρ-ίτης, τιρκουάζ, χαλαζίας.[< αγγλ. semiprecious, πβ. γαλλ. semi-précieuse, 1931]
20074ημιποσοτικός, ή, ό [ἡμιποσοτικός] η-μι-πο-σο-τι-κός επίθ. (επιστ.): που βασίζεται σε κατά προσέγγιση ποσά ή τα αποδίδει: ~ός: προσδιορισμός (αμυλάσης)/συλλογισμός (: που εκφράζει ποσοτικές σχέσεις με ποιοτικό τρόπο). ~ή: ανάλυση. [< γαλλ. semi-quantitatif, αγγλ. semiquantitative, 1927]
20075ημίρρευστος, η, ο [ἡμίρρευστος] η-μίρ-ρευ-στος επίθ. & ημίρευστος (λόγ.): που βρίσκεται μεταξύ ρευστής και παχύρρευστης κατάστασης: ~η: ουσία. ~ο: διάλυμα/υλικό. Υγρές ή ~ες ζωοτροφές. Η κρέμα πρέπει να είναι ~η, όχι πολύ πηχτή. Βλ. ημιστερεός, λεπτόρρευστος, πυκνόρρευστος.
20076ημιρυμουλκούμενο[ἡμιρυμουλκούμενο] η-μι-ρυ-μουλ-κού-με-νο ουσ. (ουδ.): φορτηγό που σύρεται από ρυμουλκό όχημα, για τη μεταφορά μεγάλων φορτίων: τριαξονικό ~. Επιβατικά ρυμουλκούμενα-~α ιδιωτικής χρήσης (: τροχόσπιτα). Πβ. νταλίκα, τρέιλερ. ΣΥΝ. επικαθήμενο.|| (κ. ως επίθ.) ~ο βυτίο καυσίμων. [< αγγλ. semitrailer, 1919, γαλλ. semi-remorque, 1951]
20077ημισέληνος[ἡμισέληνος] η-μι-σέ-λη-νος ουσ. (θηλ.) {ημισελήν-ου} (λόγ.) 1. μισοφέγγαρο, κυρ. ως σύμβολο του ισλαμισμού ή έμβλημα της σημαίας πολλών μουσουλμανικών κρατών, ιδ. της Τουρκίας. Βλ. πανσέληνος, σταυρός. 2. (κατ' επέκτ.) το Ισλάμ ή το τουρκικό κράτος· παρωχ. η Οθωμανική Αυτοκρατορία. ● ΣΥΜΠΛ.: Ερυθρά Ημισέληνος: μουσουλμανική ανθρωπιστική οργάνωση αντίστοιχη του Ερυθρού Σταυρού. [< γαλλ. Croissant-Rouge] [< τουρκ. yarιmay, γερμ. Halbmond, πβ. μεσν. επίθ. ημισέληνος 'που αναφέρεται στη μισή σελήνη']
20079ημίσκληρος, η, ο [ἡμίσκληρος] η-μί-σκλη-ρος επίθ. (επίσ.): που δεν είναι τελείως σκληρός: ~η: θήκη. ~ο: τυρί. ~ες: πλάκες. ~α: πετρώματα. ~οι και μαλακοί φακοί επαφής. [< γαλλ. demi-dur]
20080ημιστερεός, ή/(λόγ.) ά, ό [ἡμιστερεός] η-μι-στε-ρε-ός επίθ.: ΦΥΣ. (για φυσικό σώμα) που έχει ενδιάμεση σύσταση και ιδιότητες μεταξύ στερεού και υγρού: ~ά: μορφή. Βλ. ημίρρευστος. [< γαλλ. semi-solide]
20081ημιστίχιο[ἡμιστίχιο] η-μι-στί-χι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΜΕΤΡ. καθένα από τα δύο μέρη ενός μετρικού στίχου: πρώτο/δεύτερο ~. [< μτγν. ἡμιστίχιον, γαλλ. hémistiche]
20082ημισυνθετικός, ή, ό [ἡμισυνθετικός] η-μι-συν-θε-τι-κός επίθ. (επιστ.): που έχει παραχθεί με χημική επεξεργασία ουσιών φυσικής προέλευσης: ~ό: λιπαντικό. ~ά: φάρμακα. ~ά και συνθετικά ναρκωτικά. [< αγγλ. semisynthetic, 1937, γαλλ. semi-synthétique]
20083ήμισυς, εια, υ [ἥμισυς] ή-μι-συς επίθ. {ημίσ-εος (θηλ. -είας) | -εις (ουδ. -εα κ. ημίση), -εων} (αρχαιοπρ.): μισός: επί μία και ~εια ώρα. Προ ενός και ~εος έτους. ● Ουσ.: ήμισυ (το) (λόγ.): το μισό, το ένα δεύτερο: το πρώτο ~ του εικοστού αιώνα. Το ~ του κόστους/του πληθυσμού/ενός συνόλου. ● ΣΥΜΠΛ.: ημίσεια ζωή: ημιζωή., το έτερον ήμισυ: ο/η σύζυγος ή ο/η ερωτικός/ερωτική σύντροφος. ● ΦΡ.: εξ ημισείας (λόγ.): σε δύο ίσα μέρη, μισό μισό, από μισό (ενν. μερίδιο) ο καθένας: Το χρηματικό έπαθλο απονεμήθηκε ~ ~ στους δύο νικητές. Βλ. εξ ολοκλήρου., κατά το ήμισυ (λόγ.): κατά το μισό: Το έδαφος της περιοχής είναι ~ ~ πεδινό και ~ ~ ορεινό. Έχεις ~ ~ δίκιο., η αρχή είναι το ήμισυ του παντός βλ. αρχή [< αρχ. ἥμισυς]
20084ημισφαιρικός, ή, ό [ἡμισφαιρικός] η-μι-σφαι-ρι-κός επίθ. (επιστ.): σε σχήμα ημισφαιρίου: ~ός: θόλος/τρούλος. ~ή: οθόνη/οροφή. ~ό: αγγείο/σκεύος. [< μεσν. ημισφαιρικός, γαλλ. hémisphérique, αγγλ. hemispherical]
20085ημισφαίριο[ἡμισφαίριο] η-μι-σφαί-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. ΓΕΩΓΡ. -ΑΣΤΡΟΝ. καθένα από τα δύο ίσα τμήματα στα οποία διαιρεί τη γήινη σφαίρα ο ισημερινός (βόρειο και νότιο) και ο πρώτος μεσημβρινός (ανατολικό και δυτικό). || (γενικότ. για άλλους πλανήτες:) Το Βόρειο/Νότιο ~ του Άρη/της Αφροδίτης. 2. (κατ' επέκτ.) το μισό σφαιροειδούς σχήματος ή οργάνου: Ο θόλος του ναού είναι ένα τεράστιο ~, το οποίο στηρίζεται σε μεγάλους πεσσούς.|| (ΑΝΑΤ.) Αριστερό/δεξί (εγκεφαλικό) ~ (: καθένα από τα δύο συμμετρικά τμήματα του εγκεφάλου). [< αρχ. ἡμισφαίριον, γαλλ. hémisphère, αγγλ. hemisphere]
20086ημιτελής, ής, ές [ἡμιτελής] η-μι-τε-λής επίθ. {-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): μισοτελειωμένος, ανολοκλήρωτος: ~ής: κατοικία/προσπάθεια. ~είς: εργασίες/κατασκευές/σπουδές. ~ή και έτοιμα προϊόντα. Το μυθιστόρημα έμεινε ~ές. Κτίσματα αποπερατωμένα ή ~ή. Πβ. ατελείωτος. ΑΝΤ. ολοκληρωμένος (1), τελειωμένος (1) [< αρχ. ἡμιτελής]
20087ημιτελικός, ή, ό [ἡμιτελικός] η-μι-τε-λι-κός επίθ.: (κυρ. στον αθλητισμό) που διεξάγεται πριν από τον τελικό: ~ός: γύρος. ~ή: αναμέτρηση/φάση. Βλ. προ~, προκριματικός. ● Ουσ.: ημιτελικός (ο): αγώνας, διαγωνισμός, του οποίου ο νικητής παίρνει μέρος στον τελικό: (ΑΘΛ.) πρώτος/δεύτερος/επαναληπτικός ~ κυπέλλου. Οι ~οί μιας διοργάνωσης. (κ. ως ουδ.) Η εθνική ομάδα πήρε το εισιτήριο για τα ~ά/πέρασε/προκρίθηκε στα ~ά.|| Ο ~ του φεστιβάλ τραγουδιού. [< γαλλ. demi-final, αγγλ. semifinal]
20088ημιτονικός, ή, ό [ἡμιτονικός] η-μι-το-νι-κός επίθ. (επιστ.): ημιτονοειδής.
20089ημιτόνιο[ἡμιτόνιο] η-μι-τό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνηθέστ. λόγ.) -ίου}: ΜΟΥΣ. μισός τόνος, το μικρότερο διάστημα ανάμεσα σε δύο συνεχόμενους μουσικούς φθόγγους στην ευρωπαϊκή μουσική: διατονικά/χρωματικά ~α. Τόνος, ~, τριημιτόνιο. Ανέβασμα της τονικότητας ενός φθόγγου κατά ένα ~ (βλ. δίεση). Βλ. τεταρτημόριο. [< αρχ. ἡμιτόνιον]
20090ημίτονο[ἡμίτονο] η-μί-το-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνηθέστ. λόγ.) -όνου}: ΜΑΘ. περιοδική τριγωνομετρική συνάρτηση (σύμβ. ημχ, sinx) με σύνολο τιμών από -1 έως 1. Βλ. (συν)εφαπτομένη, συν~. ● ΣΥΜΠΛ.: ημίτονο γωνίας & ημίτονο: ΓΕΩΜ. (σε ορθογώνιο τρίγωνο) ο λόγος της κάθετης πλευράς, που βρίσκεται απέναντι από αυτή, προς την υποτείνουσα. [< γαλλ. sinus]
20091ημιτονοειδής, ής, ές [ἡμιτονοειδής] η-μι-το-νο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με το ημίτονο ή την ημιτονοειδή καμπύλη: ~ής: παλμός. ~ής: διέγερση/πηγή τάσης/συνάρτηση/ταλάντωση. ~ές: ρεύμα/σήμα. ~ές κύμα (: απλή ταλάντωση της οποίας η περιοδική κίνηση περιγράφεται από τη γραφική παράσταση της συνάρτησης του ημιτόνου). Βλ. -ειδής. ΣΥΝ. ημιτονικός ● ΣΥΜΠΛ.: ημιτονοειδής καμπύλη: ΜΑΘ. που η μορφή της δίνεται από τη σχέση ψ=ημχ. [< γαλλ. sinusoïdal]
20092ημιυπαίθριος, α, ο [ἡμιυπαίθριος] η-μι-υ-παί-θρι-ος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ημιυπαίθριος (χώρος) {συνηθέστ. στον πληθ.} (επίσ.): στεγασμένος χώρος, οι τρεις πλευρές του οποίου είναι κλειστές με τοιχοποιία ή υποστυλώματα και η άλλη είναι ανοιχτή και βλέπει σε ακάλυπτο ή κοινόχρηστο χώρο οικοπέδου: νομιμοποίηση/τακτοποίηση ~ων. Διατάξεις του ΓΟΚ για τους ~ους ~ους. Διαμέρισμα με δύο ~ους.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.