| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20098 | ημιχόριο | [ἡμιχόριο] η-μι-χό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {ημιχορί-ου} 1. ΦΙΛΟΛ. καθεμία από τις δύο ομάδες που απαρτίζουν τον χορό του αρχαίου δράματος. 2. ΕΚΚΛΗΣ. καθένα από τα δύο τμήματα συνόλου προσώπων, κυρ. των Αποστόλων, οι οποίοι εικονίζονται δεξιά και αριστερά του Χριστού σε αγιογραφικά θέματα. [< μτγν. ἡμιχόριον] | |
| 20099 | ημίχρονο | [ἡμίχρονο] η-μί-χρο-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -όνου} & ημιχρόνιο 1. ΑΘΛ. (σε ομαδικά παιχνίδια) το καθένα από τα δύο ίσης διάρκειας μέρη ενός αγώνα: πρώτο/δεύτερο ~. Έναρξη/λήξη ~όνου.|| (κατ' επέκτ.) Το τρίτο ~ (: δηλώσεις παικτών και προπονητών μετά τη λήξη ενός αγώνα συνήθ. στα αποδυτήρια). 2. (συνεκδ.) το διάλειμμα ανάμεσα στα δύο ημίχρονα. [< αγγλ. half-time] | |
| 20100 | ημίψηλο | [ἡμίψηλο] η-μί-ψη-λο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): επίσημο ανδρικό καπέλο, ψηλό και κυλινδρικό: φράκο και ~. [< γαλλ. haut-de-forme] | |
| 20101 | ημίωρος | , η, ο [ἡμίωρος] η-μί-ω-ρος επίθ. (λόγ.): που διαρκεί μισή ώρα: ~ος: αγώνας. ~η: διακοπή/εκπομπή/παράταση. ~ο: πρόγραμμα. Βλ. -ωρος. ● Ουσ.: ημίωρο (το): μισάωρο. [< πβ. μτγν. ἡμιώριον] [< μτγν. ἡμίωρος] | |
| 20102 | ημιώροφος | [ἡμιώροφος] η-μι-ώ-ρο-φος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -όφου} & ημιόροφος (λόγ.): όροφος ανάμεσα στο ισόγειο και τον πρώτο. Βλ. -ώροφος. ΣΥΝ. μεσοπάτωμα, μεσώροφος (1) [< γερμ. Halbgeschoß] | |
| 20104 | ήμουν | βλ. είμαι | |
| 20105 | ημών | [ἡμῶν] η-μών προσ. αντων. (αρχαιοπρ.): γεν. πληθ. της αντων. εγώ: εκτός ~ (: εκτός από εμάς). Μεταξύ ~ και υμών (: ανάμεσα σε εμάς και εσάς). ● βλ. ημείς [< αρχ. ἡμῶν] | |
| 20106 | ηνία | [ἡνία] η-νί-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. ηνίο} (λόγ.) 1. (μτφ.) διοίκηση, άσκηση εξουσίας: τα ~ του κόμματος/της ομάδας/της χώρας. Διατηρώ/παραδίδω τα ~. Ανέλαβε/πήρε τα ~ της εταιρείας. Πβ. διεύθυνση, κουμάντο, πηδάλιο, τιμόνι. 2. χαλινάρια, γκέμια. ● ΦΡ.: κρατά/κατέχει τα σκήπτρα/τα ηνία βλ. σκήπτρο [< 2: αρχ. πληθ. τά ἡνία] | |
| 20107 | ηνίοχος | [ἡνίοχος] η-νί-ο-χος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -όχου} 1. ΑΡΧ. οδηγός άρματος που κατηύθυνε τα άλογα, κρατώντας τα ηνία: ο ~ των Δελφών (: χάλκινο άγαλμα του 5ου αι. π.Χ., αριστούργημα του αυστηρού ρυθμού). ΣΥΝ. αρματηλάτης 2. ΑΣΤΡΟΝ. (με κεφαλ. Η) λαμπερός αστερισμός του Βόρειου Ημισφαιρίου. [< αρχ. ἡνίοχος] | |
| 20108 | ήντα | [ἤντα] ή-ντα ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} (χιουμορ.): ηλικία ανάμεσα στα πενήντα και εβδομήντα εννέα έτη: μετά τα ~. Έχει πατήσει/περάσει προ πολλού τα πρώτα ~. Τα δεύτερα/τρίτα ~. Είναι/μπήκε στα ~. Κοντεύει τα ~. Aπό τα άντα στα ~. Βλ. μεσήλικος, ηλικιωμένος. [< κατάλ. αριθμητ. -ήντα] | |
| 20109 | ηνωμένος | , η, ο [ἡνωμένος] η-νω-μέ-νος επίθ. (λόγ.): ενωμένος, συνήθ. σε ονομασίες κρατών ή οργανισμών. ● ΣΥΜΠΛ.: Ηνωμένες Πολιτείες (της Αμερικής) (ακρ. ΗΠΑ) & (σπάν.) Ενωμένες Πολιτείες: ομοσπονδιακό κράτος της Β. Αμερικής., Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ)/Ηνωμένα Έθνη (ΗΕ, UN) & (σπάν.) Eνωμένα Έθνη: διεθνής οργανισμός που ιδρύθηκε το 1945 -συνασπισμός μεταξύ των κρατών του κόσμου- με σκοπό την περιφρούρηση της παγκόσμιας ειρήνης και ασφάλειας, την εξασφάλιση καλύτερων συνθηκών ζωής και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Βλ. Κοινωνία των Εθνών., Ενωμένη Ευρώπη βλ. Ευρώπη ● βλ. ενώνω [< μτγν. ἡνωμένος, αγγλ. united] | |
| 20110 | ήξεις αφήξεις | [ἥξεις ἀφήξεις] (λόγ. ΦΡ.): για κάτι αμφιλεγόμενο, αόριστο, ασαφές: ~ πόρισμα. Είπε τη γνώμη του ξεκάθαρα, χωρίς ~. [< αρχ. ἥξεις, ἀφήξεις, μέλλ. των ρ. ἥκω ‘έχω φτάσει’, ἀφήκω ‘φτάνω’] | |
| 20111 | ήξερα | βλ. ξέρω | |
| 20112 | ΗΠΑ | (οι): Ηνωμένες Πολιτείες (της) Αμερικής. Πβ. USA. [< αμερικ. United States of America] | |
| 20113 | ήπαρ | [ἧπαρ] ή-παρ ουσ. (ουδ.) {ήπ-ατος}: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. συκώτι: λιπώδες ~ (: εναπόθεση λίπους στα ηπατικά κύτταρα, ηπατική στεάτωση). Καρκίνος του/κίρρωση του/μεταμόσχευση ~ατος. ● ΦΡ.: μου κόπηκαν τα ήπατα (μτφ.-προφ.): φοβήθηκα, τρόμαξα πολύ, λαχτάρησα. Πβ. μου κόπηκαν τα πόδια, πάγωσε το αίμα (στις φλέβες) μου. [< αρχ. ἧπαρ, αγγλ. hepar, γερμ. Hepar] | |
| 20114 | ηπαρίνη | [ἡπαρίνη] η-πα-ρί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. όξινος πολυσακχαρίτης με αντιπηκτικές ιδιότητες που υπάρχει στους ιστούς, κυρ. του ήπατος και των πνευμόνων. Βλ. -ίνη. [< γαλλ. héparine, 1923, αγγλ. heparin, 1918] | |
| 20115 | ηπατεκτομή | [ἡπατεκτομή] η-πα-τε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική αφαίρεση τμήματος του ήπατος: αριστερή/δεξιά/μερική ~. Βλ. -εκτομή. [< αγγλ. hepatectomy, γαλλ. hépatectomie] | |
| 20116 | ηπατικός | , ή, ό [ἡπατικός] η-πα-τι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το ήπαρ: ~ή: ανεπάρκεια/αρτηρία/εγκεφαλοπάθεια/ίνωση/λειτουργία. ~ό: κώμα/μόσχευμα/παρέγχυμα. Βλ. ενδο~, εξω~. ● ΣΥΜΠΛ.: ηπατική στεάτωση βλ. στεάτωση [< μτγν. ἡπατικός, γαλλ. hépatique, αγγλ. hepatic] | |
| 20117 | ηπατίτιδα | [ἡπατίτιδα] η-πα-τί-τι-δα ουσ. (θηλ.) : ΙΑΤΡ. φλεγμονή του ήπατος: οξεία/χρόνια ~. ~ Α, Β, C. Βλ. HAB, HBV, HCN. Ήπια ιογενής ~ χωρίς ίκτερο. Βλ. τρανσαμινάση. [< αρχ. ἡπατῖτις, γαλλ. hépatite, αγγλ. hepatitis] | |
| 20118 | ηπατο- & ηπατ- | : α' συνθετικό όρων της Ανατομίας και της Ιατρικής που αναφέρονται στο ήπαρ: ηπατο-κυτταρικός/~μεγαλία/~πάθεια. Ηπατ-εκτομή. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ