Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [2080-2100]

IDΛήμμαΕρμηνεία
1098αεροφόρος, ος/α, ο [ἀεροφόρος] α-ε-ρο-φό-ρος επίθ. (επιστ.) 1. που είναι γεμάτος αέρα: ~ος: ιστός. ~ος: κοιλότητα/κύστη. ~ο: κέλυφος/οστό. 2. μέσα από τον οποίο μεταφέρεται αέρας: ~ος: αγωγός. Βλ. -φόρος. ● ΣΥΜΠΛ.: αεροφόροι σάκοι: ΟΡΝΙΘ. θύλακας του αναπνευστικού συστήματος των πτηνών., αεροφόρος οδός: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. το σύνολο των οργάνων που μεταφέρουν τον αέρα της αναπνοής: άνω και κάτω ~ ~. Απόφραξη/στένωση ~ων ~ών. Βλ. αεραγωγός. [< γαλλ. conduit aérifère] [< μτγν. ἀεροφόρος, γαλλ. aérifère, αγγλ. aeriferous]
1099αεροφράκτης[ἀεροφράκτης] α-ε-ρο-φρά-κτης ουσ. (αρσ.) & αεροφράχτης: ΤΕΧΝΟΛ. οτιδήποτε (διάφραγμα, βαλβίδα, αυτοκόλλητη ταινία) εμποδίζει ή ρυθμίζει την είσοδο, εξαγωγή ή δύναμη του αέρα: ~ δαπέδου/πόρτας (= αεροστόπ). ~ες αυτοκινήτου. [< γαλλ. sas d'air]
1100αερόφρενα[ἀερόφρενα] α-ε-ρό-φρε-να ουσ. (ουδ.) (τα) ΤΕΧΝΟΛ. 1. οι αεροδυναμικές επιφάνειες που ελαττώνουν την ταχύτητα πτήσης του αεροσκάφους και γενικότ. κάθε διάταξη που επιβραδύνει την κίνηση σώματος στον αέρα: Κατά την προσγείωση αεροπλάνου ενεργοποιούνται τα ~.|| Ταχύτατο τρένο εξοπλισμένο με ~. 2. σύστημα φρένων που λειτουργεί με πεπιεσμένο αέρα: ~ αυτοκινήτων. [< αγγλ. air brakes, 1914, γαλλ. aérofreins, περ. 1950]
1101αεροφυλάκιο[ἀεροφυλάκιο} α-ε-ρο-φυ-λά-κι-ο ουσ. (ουδ.): δοχείο ή άλλο μέσο συγκέντρωσης ή αποθήκευσης αέρα: αεροσυμπιεστής με ~. Πβ. αεροθάλαμος. Βλ. αεριοφυλάκιο, δεξαμενή, -φυλάκιο. [< αγγλ. air chamber]
1102αερόφωνο[ἀερόφωνο] α-ε-ρό-φω-νο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. όργανο που παράγει ήχο με εκπνεόμενο ή πεπιεσμένο αέρα: λαϊκά/ξύλινα ~α (= πνευστά).|| (ως επίθ.) ~ο: όργανο. Βλ. ιδιό-, μεμβρανό-, χορδό-φωνο. [< αγγλ. aerophone, 1937]
1103αεροφωτογραφία[ἀεροφωτογραφία] α-ε-ρο-φω-το-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. φωτογραφία που έχει ληφθεί συνήθ. από αεροπλάνο ή ελικόπτερο: ~ αρχαιολογικού χώρου/δασικών εκτάσεων. ~ες και δορυφορικές εικόνες. Βλ. μωσαϊκό. [< αγγλ. aerial photograph, air ~, 1919, γαλλ. photographie aérienne]
1104αεροφωτογραφικός, ή, ό [ἀεροφωτογραφικός] α-ε-ρο-φω-το-γρα-φι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με την αεροφωτογραφία ή την αεροφωτογράφιση: ~ός: χάρτης ~ή: κάλυψη/λήψη. ~ό: αεροπλάνο/υλικό.
1105αεροφωτογράφιση[ἀεροφωτογράφιση] α-ε-ρο-φω-το-γρά-φι-ση ουσ. (θηλ.) & αεροφωτογράφηση: ΤΕΧΝΟΛ. λήψη αεροφωτογραφιών. [< αγγλ. aerial photography, air ~, 1919]
1106αεροχείμαρρος[ἀεροχείμαρρος] α-ε-ρο-χεί-μαρ-ρος ουσ. (αρσ.): ΜΕΤΕΩΡ. ελικοειδές, δυνατό και στενό ρεύμα ανέμου στην ανώτερη τροπόσφαιρα κοντά στην τροπόπαυση: πολικός/υποτροπικός ~. [< αγγλ. jet stream, 1947]
1107αερόχρονος[ἀερόχρονος] α-ε-ρό-χρο-νος ουσ. (αρσ.): ΤΗΛΕΠ. χρόνος ομιλίας από κινητό τηλέφωνο: προπληρωμένος ~. [< αγγλ. airtime]
1108αεροψεκασμός[ἀεροψεκασμός] α-ε-ρο-ψε-κα-σμός ουσ. (αρσ.): εκτόξευση χημικών ουσιών από ειδικό αεροπλάνο κυρ. σε καλλιέργειες: ~ βάμβακος/ελαιώνων για την καταπολέμηση του δάκου. Κατάργηση των ~ών. [< γαλλ. pulverisation aérienne, αγγλ. aerial/crop spraying, 1956]
1109αερόψυκτος, η, ο [ἀερόψυκτος] α-ε-ρό-ψυ-κτος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που ψύχεται με ρεύμα αέρα: ~ος: κινητήρας. ~η: αντλία. ~οι: συμπυκνωτές. Βλ. υδρόψυκτος. ΑΝΤ. αερόθερμος [< αγγλ. air-cooled]
1110αερόψυξη[ἀερόψυξη] α-ε-ρό-ψυ-ξη ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός μείωσης της θερμοκρασίας με αέρα και η αντίστοιχη διαδικασία: σύστημα ~ης. [< αγγλ. air cooling]
1111αερώδης, ης, ες [ἀερώδης] α-ε-ρώ-δης επίθ. {αερώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών} (επιστ.) 1. που περιέχει αέρα: ~ης: κύστη.|| (ΙΑΤΡ.) ~ης: εμβολή (: που προκαλείται από φυσαλίδα αέρος). 2. που έχει τις ιδιότητες του αέρα: ~ης: μορφή. ~ες: διάλυμα/μείγμα. Πβ. αέριος. Βλ. αεριώδης, -ώδης. [< μτγν. ἀερώδης]
1112αετίνα[ἀετίνα] α-ε-τί-να ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): το θηλυκό του αετού.
1113αετίσιος, ια, ιο [ἀετίσιος] α-ε-τί-σιος επίθ. & αετήσιος 1. (μτφ.) που μοιάζει με αετό, που έχει τα χαρακτηριστικά του: ~ια: μύτη (= γαμψή)/όραση (= πολύ καλή). ~ια: μάτια. 2. που ανήκει σε αετό: ~ια: φωλιά (= αετοφωλιά). ~ιο: πέταγμα/ράμφος. ~ια: νύχια/φτερά. Βλ. -ίσιος. ● ΣΥΜΠΛ.: αετίσιο βλέμμα βλ. βλέμμα
1114αετο- & αετό-& (σπάν.) αϊτο-: α' συνθετικό ουσιαστικών και επιθέτων που δηλώνει ότι κάτι ανήκει στον αετό ή έχει τα χαρακτηριστικά του: αετο-φωλιά.|| Αετο-μάτης.
1115αετομάτης, α, ικο [ἀετομάτης] α-ε-το-μά-της επίθ./ουσ. (λαϊκό) 1. που έχει οξύτατη, άριστη όραση. Βλ. -μάτης. 2. (μτφ.) ανοιχτομάτης: ~ επιχειρηματίας.
1116αετομάχος[ἀετομάχος] α-ε-το-μά-χος ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. ωδικό μεταναστευτικό πουλί (επιστ. ονομασ. Lanius collurio) µε συµπεριφορά αρπακτικού. Βλ. -μάχος.
1117αετονύχης, ισσα, ικο [ἀετονύχης] α-ε-το-νύ-χης επίθ./ουσ. {αετονύχ-ηδες} & (λαϊκό) αϊτονύχης: πρόσωπο ιδιαίτερα επιτήδειο και εξαιρετικά πονηρό που εξαπατά τους άλλους και γενικότ. εκμεταλλεύεται τις περιστάσεις προς όφελός του: Οι ~ηδες της αγοράς/του χρηματιστηρίου. Έπεσε θύμα αδίστακτων ~ηδων. Βλ. ατσίδας, καπάτσος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.