Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [20980-21000]

IDΛήμμαΕρμηνεία
20114ηπαρίνη[ἡπαρίνη] η-πα-ρί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. όξινος πολυσακχαρίτης με αντιπηκτικές ιδιότητες που υπάρχει στους ιστούς, κυρ. του ήπατος και των πνευμόνων. Βλ. -ίνη. [< γαλλ. héparine, 1923, αγγλ. heparin, 1918]
20115ηπατεκτομή[ἡπατεκτομή] η-πα-τε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική αφαίρεση τμήματος του ήπατος: αριστερή/δεξιά/μερική ~. Βλ. -εκτομή. [< αγγλ. hepatectomy, γαλλ. hépatectomie]
20116ηπατικός, ή, ό [ἡπατικός] η-πα-τι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το ήπαρ: ~ή: ανεπάρκεια/αρτηρία/εγκεφαλοπάθεια/ίνωση/λειτουργία. ~ό: κώμα/μόσχευμα/παρέγχυμα. Βλ. ενδο~, εξω~. ● ΣΥΜΠΛ.: ηπατική στεάτωση βλ. στεάτωση [< μτγν. ἡπατικός, γαλλ. hépatique, αγγλ. hepatic]
20117ηπατίτιδα[ἡπατίτιδα] η-πα-τί-τι-δα ουσ. (θηλ.) : ΙΑΤΡ. φλεγμονή του ήπατος: οξεία/χρόνια ~. ~ Α, Β, C. Βλ. HAB, HBV, HCN. Ήπια ιογενής ~ χωρίς ίκτερο. Βλ. τρανσαμινάση. [< αρχ. ἡπατῖτις, γαλλ. hépatite, αγγλ. hepatitis]
20118ηπατο- & ηπατ-: α' συνθετικό όρων της Ανατομίας και της Ιατρικής που αναφέρονται στο ήπαρ: ηπατο-κυτταρικός/~μεγαλία/~πάθεια. Ηπατ-εκτομή.
20119ηπατοκυτταρικός, ή, ό [ἡπατοκυτταρικός] η-πα-το-κυτ-τα-ρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα ηπατοκύτταρα: ~ή: ανεπάρκεια/βλάβη/νέκρωση. ~ό: αδένωµα/καρκίνωμα (= κακόηθες ηπάτωμα). [< αγγλ. hepatocellular, 1940, γαλλ. hépatocellulaire]
20120ηπατοκύτταρο[ἡπατοκύτταρο] η-πα-το-κύτ-τα-ρο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. κύτταρο του ήπατος, που είναι υπεύθυνο για τη σύνθεση, την αποσύνθεση και αποθήκευση ποικίλων ουσιών. [< αγγλ. hepatocyte, 1965, γαλλ. hépatocyte, 1973]
20121ηπατολογία[ἡπατολογία] η-πα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος που μελετά το ήπαρ και τις ασθένειές του: κλινική ~. Γαστρεντερολογία και ~. Βλ. -λογία. [< γαλλ. hépatologie, αγγλ. hepatology]
20122ηπατολογικός, ή, ό [ἡπατολογικός] η-πα-το-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ηπατολογία: ~ές: εξετάσεις/επιπλοκές. [< γαλλ. hépatologique, αγγλ. hepatological]
20123ηπατολόγος[ἡπατολόγος] η-πα-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός με ειδίκευση στην ηπατολογία: γαστρεντερολόγος-~. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. hépatologue, αγγλ. hepatologist]
20124ηπατομεγαλία[ἡπατομεγαλία] η-πα-το-με-γα-λί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική αύξηση του μεγέθους του ήπατος. Βλ. καρδιο-, σπληνο-μεγαλία. [< γαλλ. hépatomégalie, 1907, αγγλ. hepatomegaly, περ. 1901]
20125ηπατοπάθεια[ἡπατοπάθεια] η-πα-το-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. προσβολή του ήπατος: αλκοολική/οξεία/χρόνια ~. Βλ. -πάθεια. [< γαλλ. hépatopathie, αγγλ. hepatopathy]
20126ηπατοτοξικός, ή, ό [ἡπατοτοξικός] η-πα-το-το-ξι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που είναι τοξικός για το ήπαρ: ~ή: δράση (ουσιών). Καρκινογόνο και ~ό φάρμακο. Βλ. νευρο-, νεφρο-τοξικός. [< αγγλ. hepatotoxic, 1926, γαλλ. hépatotoxique]
20127ηπατοτοξικότητα[ἡπατοτοξικότητα] η-πα-το-το-ξι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική κατάσταση κατά την οποία προκαλούνται ανεπιθύμητες παρενέργειες στο ήπαρ, κυρ. από φαρμακευτική ουσία. Βλ. νευρο-, νεφρο-τοξικότητα. [< αγγλ. hepatotoxicity, 1952, γαλλ. hépatotoxicité]
20128ηπάτωμα[ἡπάτωμα] η-πά-τω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. κακοήθης συνήθ. όγκος του ήπατος. Πβ. ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα. [< γαλλ. hépatome, αγγλ. hepatoma, 1905]
20129ήπειρος[ἤπειρος] ή-πει-ρος ουσ. (θηλ.) {ηπείρ-ου | -ων}: ΓΕΩΓΡ. καθεμία από τις μεγάλες εκτάσεις ξηράς στην επιφάνεια της Γης που περιβάλλεται πλήρως ή μερικώς από ωκεανό: οι έξι ~οι: Ευρώπη, Ασία, Αφρική, Αμερική, Ωκεανία, Ανταρκτική. ● ΣΥΜΠΛ.: η γηραιά ήπειρος (επίσ.): η Ευρώπη., η μαύρη ήπειρος: η Αφρική. [< αρχ. ἤπειρος, αγγλ.-γαλλ. continent]
20130Ηπειρώτης, Ηπειρώτισσα[Ἠπειρώτης] Η-πει-ρώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Ήπειρο. [< αρχ. Ἠπειρώτης]
20131ηπειρώτικος, η, ο [ἠπειρώτικος] η-πει-ρώ-τι-κος επίθ. & (επίσ.) ηπειρωτικός, ή, ό: που σχετίζεται με την Ήπειρο ή/και τους Ηπειρώτες. [< αρχ. Ἠπειρωτικός]
20132ηπειρωτικός, ή, ό [ἠπειρωτικός] η-πει-ρω-τι-κός επίθ. (επίσ.): που σχετίζεται με την ξηρά: ~ή: Ελλάδα (σε αντιδιαστολή προς τη νησιωτική)/περιοχή/χώρα. Τα ~ά τμήματα της επικράτειας. (ως ουσ.) Τοπικές νεφώσεις θα αναπτυχθούν στα ~ά (πβ. ενδοχώρα, εσωτερικό, μεσόγεια, ΑΝΤ. παράλια). Πβ. στεριανός, χερσαίος. Βλ. παν~. ΑΝΤ. θαλάσσιος.|| (ΓΕΩΛ.) ~ή: κρηπίδα. ~ό: ανάγλυφο. ~ές και ωκεάνιες λεκάνες. ● ΣΥΜΠΛ.: ηπειρωτικό κλίμα: αυτό που επικρατεί στο εσωτερικό των ηπείρων και χαρακτηρίζεται από ψυχρότερους χειμώνες και θερμότερα καλοκαίρια σε σχέση με το κλίμα παράκτιων περιοχών του ίδιου γεωγραφικού πλάτους. [< γαλλ. climat continental] , ηπειρωτική κατωφέρεια βλ. κατωφέρεια, ηπειρωτικό περιθώριο βλ. περιθώριο [< αρχ. ἠπειρωτικός, γαλλ.-αγγλ. continental]
20133ήπια1(πρόφ. ή-πια) βλ. πίνω

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.