Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [20980-21000]

IDΛήμμαΕρμηνεία
20119ηπατοκυτταρικός, ή, ό [ἡπατοκυτταρικός] η-πα-το-κυτ-τα-ρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα ηπατοκύτταρα: ~ή: ανεπάρκεια/βλάβη/νέκρωση. ~ό: αδένωµα/καρκίνωμα (= κακόηθες ηπάτωμα). [< αγγλ. hepatocellular, 1940, γαλλ. hépatocellulaire]
20120ηπατοκύτταρο[ἡπατοκύτταρο] η-πα-το-κύτ-τα-ρο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. κύτταρο του ήπατος, που είναι υπεύθυνο για τη σύνθεση, την αποσύνθεση και αποθήκευση ποικίλων ουσιών. [< αγγλ. hepatocyte, 1965, γαλλ. hépatocyte, 1973]
20121ηπατολογία[ἡπατολογία] η-πα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος που μελετά το ήπαρ και τις ασθένειές του: κλινική ~. Γαστρεντερολογία και ~. Βλ. -λογία. [< γαλλ. hépatologie, αγγλ. hepatology]
20122ηπατολογικός, ή, ό [ἡπατολογικός] η-πα-το-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ηπατολογία: ~ές: εξετάσεις/επιπλοκές. [< γαλλ. hépatologique, αγγλ. hepatological]
20123ηπατολόγος[ἡπατολόγος] η-πα-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός με ειδίκευση στην ηπατολογία: γαστρεντερολόγος-~. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. hépatologue, αγγλ. hepatologist]
20124ηπατομεγαλία[ἡπατομεγαλία] η-πα-το-με-γα-λί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική αύξηση του μεγέθους του ήπατος. Βλ. καρδιο-, σπληνο-μεγαλία. [< γαλλ. hépatomégalie, 1907, αγγλ. hepatomegaly, περ. 1901]
20125ηπατοπάθεια[ἡπατοπάθεια] η-πα-το-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. προσβολή του ήπατος: αλκοολική/οξεία/χρόνια ~. Βλ. -πάθεια. [< γαλλ. hépatopathie, αγγλ. hepatopathy]
20126ηπατοτοξικός, ή, ό [ἡπατοτοξικός] η-πα-το-το-ξι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που είναι τοξικός για το ήπαρ: ~ή: δράση (ουσιών). Καρκινογόνο και ~ό φάρμακο. Βλ. νευρο-, νεφρο-τοξικός. [< αγγλ. hepatotoxic, 1926, γαλλ. hépatotoxique]
20127ηπατοτοξικότητα[ἡπατοτοξικότητα] η-πα-το-το-ξι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική κατάσταση κατά την οποία προκαλούνται ανεπιθύμητες παρενέργειες στο ήπαρ, κυρ. από φαρμακευτική ουσία. Βλ. νευρο-, νεφρο-τοξικότητα. [< αγγλ. hepatotoxicity, 1952, γαλλ. hépatotoxicité]
20128ηπάτωμα[ἡπάτωμα] η-πά-τω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. κακοήθης συνήθ. όγκος του ήπατος. Πβ. ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα. [< γαλλ. hépatome, αγγλ. hepatoma, 1905]
20129ήπειρος[ἤπειρος] ή-πει-ρος ουσ. (θηλ.) {ηπείρ-ου | -ων}: ΓΕΩΓΡ. καθεμία από τις μεγάλες εκτάσεις ξηράς στην επιφάνεια της Γης που περιβάλλεται πλήρως ή μερικώς από ωκεανό: οι έξι ~οι: Ευρώπη, Ασία, Αφρική, Αμερική, Ωκεανία, Ανταρκτική. ● ΣΥΜΠΛ.: η γηραιά ήπειρος (επίσ.): η Ευρώπη., η μαύρη ήπειρος: η Αφρική. [< αρχ. ἤπειρος, αγγλ.-γαλλ. continent]
20130Ηπειρώτης, Ηπειρώτισσα[Ἠπειρώτης] Η-πει-ρώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Ήπειρο. [< αρχ. Ἠπειρώτης]
20131ηπειρώτικος, η, ο [ἠπειρώτικος] η-πει-ρώ-τι-κος επίθ. & (επίσ.) ηπειρωτικός, ή, ό: που σχετίζεται με την Ήπειρο ή/και τους Ηπειρώτες. [< αρχ. Ἠπειρωτικός]
20132ηπειρωτικός, ή, ό [ἠπειρωτικός] η-πει-ρω-τι-κός επίθ. (επίσ.): που σχετίζεται με την ξηρά: ~ή: Ελλάδα (σε αντιδιαστολή προς τη νησιωτική)/περιοχή/χώρα. Τα ~ά τμήματα της επικράτειας. (ως ουσ.) Τοπικές νεφώσεις θα αναπτυχθούν στα ~ά (πβ. ενδοχώρα, εσωτερικό, μεσόγεια, ΑΝΤ. παράλια). Πβ. στεριανός, χερσαίος. Βλ. παν~. ΑΝΤ. θαλάσσιος.|| (ΓΕΩΛ.) ~ή: κρηπίδα. ~ό: ανάγλυφο. ~ές και ωκεάνιες λεκάνες. ● ΣΥΜΠΛ.: ηπειρωτικό κλίμα: αυτό που επικρατεί στο εσωτερικό των ηπείρων και χαρακτηρίζεται από ψυχρότερους χειμώνες και θερμότερα καλοκαίρια σε σχέση με το κλίμα παράκτιων περιοχών του ίδιου γεωγραφικού πλάτους. [< γαλλ. climat continental] , ηπειρωτική κατωφέρεια βλ. κατωφέρεια, ηπειρωτικό περιθώριο βλ. περιθώριο [< αρχ. ἠπειρωτικός, γαλλ.-αγγλ. continental]
20133ήπια1(πρόφ. ή-πια) βλ. πίνω
20134ήπιος, α, ο [ἤπιος] ή-πι-ος επίθ. 1. που δεν χαρακτηρίζεται από ένταση, θυμό ή ξεσπάσματα οργής· ήρεμος: (για πρόσ.) ~ος: άνθρωπος/χαρακτήρας (= πράος).|| ~ος: διάλογος/τόνος (φωνής) (: χαλαρή)/χαρακτηρισμός (ΑΝΤ. βαρύς). ~α: αντίδραση/κριτική/παρέμβαση. Πβ. μειλίχιος. 2. που δεν είναι δριμύς ή έντονος, βαρύς: (για καιρικά φαινόμενα) ~ος: καιρός/χειμώνας. ~α: ζέστη. ~οι: άνεμοι (ΑΝΤ. δυνατοί, σφοδροί).|| ~α: γεύση. ~α: φάρμακα. Πβ. ελαφρύς, μαλακός. 3. (για παθολογικές καταστάσεις) που δεν είναι οξείας ή σοβαρής μορφής: ~ος: πόνος. ~ες: κακώσεις (ΑΝΤ. βαριές). ● επίρρ.: ήπια & (λόγ.) -ίως ● ΣΥΜΠΛ.: ήπιες μορφές/πηγές ενέργειας: ΟΙΚΟΛ. ανανεώσιμες μορφές ενέργειας. [< αγγλ. soft forms of energy] , ήπιο κλίμα 1. κλιματολογικές συνθήκες που χαρακτηρίζονται από σχετικά ζεστούς χειμώνες και δροσερά καλοκαίρια. 2. (μτφ.) κατάσταση χωρίς ένταση και αντιπαραθέσεις: συζήτηση σε ~ ~ (ΑΝΤ. τεταμένο, φορτισμένο)., ήπιος τουρισμός: ΟΙΚΟΛ. μορφή εναλλακτικού τουρισμού που δεν επιβαρύνει το περιβάλλον. Πβ. οικοτουρισμός. [< αγγλ. soft tourism] ● ΦΡ.: χαμηλοί τόνοι βλ. τόνος1 [< αρχ. ἤπιος, γαλλ. doux]
20135ηπιότητα[ἠπιότητα] η-πι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το γνώρισμα του ήπιου: ~ των αντιδράσεων/του κλίματος/του χαρακτήρα. Πβ. μειλιχιότητα, πραότητα. Βλ. -ότητα. [< μτγν. ἠπιότης]
20136ήραβλ. αίρω
20137ήρα[ἦρα] ή-ρα ουσ. (θηλ.): ζιζάνιο που προσβάλλει τα σιτηρά. Κυρ. στη ● ΦΡ.: ξεχωρίζω/χωρίζω την ήρα από το σ(ι)τάρι & ξεχωρίζει/χωρίζει η ήρα από το σ(ι)τάρι (μτφ.): διακρίνω τα άχρηστα από τα χρήσιμα, τα αρνητικά από τα θετικά. ΣΥΝ. χωρίζω/ξεχωρίζω τους αμνούς/τα πρόβατα από τα ερίφια [< μεσν. ήρα < αρχ. αἶρα]
20138ηράκλειος, α, ο [ἡράκλειος] η-ρά-κλει-ος επίθ. 1. (μτφ.) γιγάντιος, υπεράνθρωπος: ~α: δύναμη (πβ. υπερφυσικός). ~ο: έργο (: που απαιτεί τεράστιο κόπο). ~ες: προσπάθειες. Πβ. κυκλώπειος. ΣΥΝ. τιτάνιος 2. ΜΥΘ. που αναφέρεται στον Ηρακλή: ~ος: (κ. μτφ.) άθλος. ● ΣΥΜΠΛ.: Ηράκλειες Στήλες: ΑΡΧ. τα στενά του Γιβραλτάρ. [< αρχ. ἡράκλειος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.