| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20139 | ηρακλείτειος | , α, ο [ἡρακλείτειος] η-ρα-κλεί-τει-ος επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που αναφέρεται στον Ηράκλειτο: ~ο: ρητό (βλ. τα πάντα ρει).|| (ως ουσ.) Οι ~οι (: οι μαθητές και οπαδοί της φιλοσοφίας του). [< αρχ. ἡρακλείτειος] | |
| 20140 | Ηρακλειώτης, Ηρακλειώτισσα | [Ἡρακλειώτης] Η-ρα-κλειώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής το Ηράκλειο. | |
| 20141 | ηρακλειώτικος | , η, ο [ἡρακλειώτικος] η-ρα-κλειώ-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με το Ηράκλειο ή/και τους Ηρακλειώτες. | |
| 20142 | Ηρακλής | [Ἡρακλῆς] Η-ρα-κλής ουσ. (αρσ.) {-ή (λόγ.) -έους} 1. ΜΥΘ. ημίθεος ήρωας με υπερφυσικές σωματικές δυνάμεις: οι (δώδεκα) άθλοι του ~ή. 2. (μετωνυμ.) εξαιρετικά δυνατός άνδρας. ● ΣΥΜΠΛ.: Ηρακλείς του στέμματος (αρνητ. συνυποδ.): πρόσωπα που εμφανίζονται ως προστάτες, φύλακες πολιτικού συνήθ. θεσμού ή προσώπου: εσωκομματικοί ~ ~. [< αρχ. Ἡρακλῆς] | |
| 20143 | ηρεμία | [ἠρεμία] η-ρε-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. κατάσταση που χαρακτηρίζεται από έλλειψη έντασης και ταραχής· ησυχία, γαλήνη: αδιατάρακτη/πολιτική/φυσική ~. Αίσθηση/ασκήσεις/ατμόσφαιρα/στιγμές ~ας. Αποκατάσταση της ~ας. Περίπατος μέσα στην ~ της φύσης. Επικρατεί απόλυτη/πλήρης ~ (= αταραξία). Επανήλθε η ~ (στις σχέσεις τους/στη χώρα). (Κάτι) αποτελεί πηγή ~ας (πβ. καταφύγιο, όαση). Περιβάλλον που προσφέρει/χαρίζει ~ (και χαλάρωση). Βρήκε την εσωτερική/την πνευματική/τη χαμένη/την ψυχική του ~. Αναζητώ/έχω ανάγκη από/χρειάζομαι (λίγη) ~. Έλυσαν τις διαφορές τους με ~ (= ήρεμα). (κυριολ. και μτφ.) Η ~ πριν από την καταιγίδα (πβ. νηνεμία).|| (ΙΑΤΡ.) Πίεση/τρόμος (βλ. πάρκινσον) ~ας. Καρδιακή συχνότητα σε κατάσταση ~ας (βλ. βραδυ-, ταχυ-καρδία). 2. ΦΥΣ. ακινησία: σώμα σε ~ ή κίνηση. Θέση ~ας (= ισορροπίας). [< αρχ. ἠρεμία, αγγλ. rest] | |
| 20144 | ηρεμιστικά | [ἠρεμιστικά] η-ρε-μι-στι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. ηρεμιστικό}: ΦΑΡΜΑΚ. φαρμακευτικές ουσίες για την αντιμετώπιση νευρολογικών παθήσεων, του άγχους ή και της αϋπνίας: βαριά/ελαφριά/ενδοφλέβια/ενέσιμα/ήπια/ισχυρά ~. Ελάσσονα (= αγχολυτικά)/μείζονα (= αντιψυχωτικά, νευροληπτικά) ~. ~ του νευρικού συστήματος/κατά του πανικού. Κατάχρηση/λήψη ~ών. Εξάρτηση/παραισθήσεις από ~. Παίρνει ~. Εθίζομαι/καταφεύγω στα ~. Υπό την επήρεια ~ών. Κατοχή ~ών και ναρκωτικών. Το χαμομήλι δρα ως ~ό. Πβ. αντικαταθλιπτ-, βαρβιτουρ-, καταπραϋντ-, σπασμολυτ-, υπνωτ-ικά. ΑΝΤ. διεγερτικά. [< γαλλ. tranquillisants, 1960] | |
| 20145 | ηρεμιστικός | , ή, ό [ἠρεμιστικός] η-ρε-μι-στι-κός επίθ.: που ηρεμεί κάποιον, που προσφέρει ψυχική ηρεμία: ~ή: δράση. ~ό: μασάζ. ~ές: ενέσεις. ~ά: χάπια (= ηρεμιστικά). Άρωμα/φάρμακο με ~ές ιδιότητες.|| ~ή: ατμόσφαιρα/μουσική. Πβ. καταπραϋντ-, χαλαρωτ-ικός. ΑΝΤ. διεγερτικός ● επίρρ.: ηρεμιστικά [< μεσν. ηρεμιστικός, γαλλ. tranquillisant] | |
| 20146 | ήρεμος | , η, ο [ἤρεμος] ή-ρε-μος επίθ. 1. ήσυχος, γαλήνιος: ~ος: ύπνος. ~η: ζωή/θάλασσα/φωνή (ΑΝΤ. ταραγμένος, ταραχώδης). ~ο: περιβάλλον/τοπίο.|| ~ος: διάλογος. ~η: ατμόσφαιρα/συζήτηση. ~ο: κλίμα (= ήπιο). ΑΝΤ. τεταμένος, φορτισμένος.|| ~η: μελωδία/μουσική (= απαλή, γλυκιά). 2. (για πρόσ.) πράος, που δεν παρουσιάζει έντονες συναισθηματικές διακυμάνσεις: ~ος: άνθρωπος/χαρακτήρας (= ήπιος, ΑΝΤ. βίαιος). Κατάφερε να παραμείνει ~ (= ψύχραιμος). Πβ. ατάραχος, κουλ, νηφάλιος. ΑΝΤ. ανάστατος (2), ευερέθιστος (1) ● επίρρ.: ήρεμα: (προφ.) Έλα, ~ (= ηρέμησε, μην εκνευρίζεσαι)! ● ΣΥΜΠΛ.: ήρεμη δύναμη βλ. δύναμη [< μτγν. ἤρεμος] | |
| 20147 | ηρεμώ | [ἠρεμῶ] η-ρε-μώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ηρεμ-εί ... | ηρέμ-ησα, -ώντας} 1. είμαι ήρεμος ή περιέρχομαι σε κατάσταση ηρεμίας, ησυχάζω: ~ησαν τα πνεύματα/πράγματα. Έχει ανάγκη να ξεκουραστεί και να ~ήσει. (προστ.) Έλα, ~ησε, πάει, πέρασε. Πβ. κουλάρω. ΣΥΝ. χαλαρώνω. ΑΝΤ. αγχώνομαι, αναστατώνομαι, ταράζομαι. 2. προσφέρω ηρεμία σε κάποιον· ανακουφίζω: Η θάλασσα με ~εί (= γαληνεύει). Προσπάθησε να ~ήσει το μωρό. Πβ. καθησυχάζω, καλμάρω.|| Ο ύπνος/το χαμομήλι ~εί τον οργανισμό. Πβ. καταπραΰνω, κατευνάζω. ΑΝΤ. αναστατώνω (1), ταράζω (1) [< αρχ, ἠρεμῶ] | |
| 20149 | ήρθα | βλ. έρχομαι | |
| 20150 | ήρθη | βλ. αίρω | |
| 20151 | ήρκεσε | βλ. αρκεί | |
| 20152 | ήρξατο | βλ. άρχω | |
| 20153 | ηροδότειος | , α, ο [ἡροδότειος] η-ρο-δό-τει-ος επίθ.: ΦΙΛΟΛ. που σχετίζεται με τον Ηρόδοτο: ~α: ιστοριογραφία. [< μτγν. ἡροδότειος] | |
| 20155 | Ηρόστρατος | [Ἡρόστρατος] Η-ρό-στρα-τος ουσ. (αρσ.) {-oυ (λόγ.) -άτου} (μετωνυμ.): πρόσωπο που δεν διστάζει να προβεί σε καταστροφικές ή αξιοκατάκριτες ενέργειες, προκειμένου να μείνει το όνομά του στην ιστορία. Βλ. Νέρωνας. [< αρχ. Ἡρόστρατος, αυτός που έκαψε τον ναό της Αρτέμιδος στην Έφεσο το 356 π.Χ.] | |
| 20156 | ήρωας | [ἥρωας] ή-ρω-ας ουσ. (αρσ.) {ηρώ-ων} , ηρωίδα (η) 1. πρόσωπο που έχει υπερασπιστεί με ανδρεία, γενναιότητα και συνήθ. αυτοθυσία ένα υψηλό ιδανικό, κυρ. την πατρίδα: αθάνατοι/ανώνυμοι ~ες. Οι εθνικοί ~ες (/οι ~ες του Έθνους). Οι ~ες του αλβανικού μετώπου (/του '40)/της Εθνικής Αντίστασης/(της Επανάστασης) του '21/του Πολυτεχνείου. Οι ηρωίδες του πολέμου. Μνημείο/προτομές ~ων. Το αίμα/τα κατορθώματα/το πάνθεον των ~ων. Τιμούμε τη μνήμη των ~ων. Βλ. εθνοσωτήρας. 2. (γενικότ.) αυτός που προκαλεί τον θαυμασμό εξαιτίας του θάρρους και της γενναιοψυχίας του: ατρόμητος/θρυλικός/λαϊκός/σούπερ (= υπερ~)/χάρτινος (= ψεύτικος) ~. Του επιφύλαξαν υποδοχή ~α. (συνήθ. για παιδιά) Μικροί ~ες. Πβ. θεός, ίνδαλμα, πρότυπο. Βλ. λιοντάρι, παλικάρι. 3. βασικός χαρακτήρας, πρωταγωνιστής έργου: διάσημος/κινηματογραφικός/μασκοφόρος/χολιγουντιανός ~ (πβ. είδωλο). Ο κεντρικός ~ ενός βιβλίου/μιας ιστορίας. Οι ~ες των κόμικς/της μεγάλης οθόνης/των παραμυθιών. Οι τραγικοί ~ες (: των τραγωδιών). Αισθαντικές/μοιραίες/ρομαντικές ηρωίδες του σινεμά. Δραματικές ηρωίδες του θεάτρου. ΑΝΤ. αντιήρωας, κομπάρσος 4. ΑΡΧ. πρόσωπο μυθολογικό ή σπανιότ. ιστορικό, εξαιρετικά γενναίο και ενάρετο, το οποίο με τους άθλους του πρόσφερε ευεργεσία στους συμπολίτες του, με αποτέλεσμα να τιμάται και να λατρεύεται μετά τον θάνατό του: οι ομηρικοί ~ες. Οι ~ες της αρχαιότητας/της μυθολογίας. Θεοί και ~ες. Πβ. ημίθεος. 5. πρωταγωνιστής σε κάτι αρνητικό: ο ~ των επεισοδίων/του σκανδάλου. Πβ. δράστης. ● ΣΥΜΠΛ.: αφανής ήρωας βλ. αφανής, επώνυμος ήρωας βλ. επώνυμος [< 4: αρχ. ἥρως 1,2,3,5: γαλλ. héros, αγγλ. hero] | |
| 20157 | ηρωίδα | βλ. ήρωας | |
| 20158 | ηρωικός | , ή, ό [ἡρωικός] η-ρω-ι-κός επίθ. 1. που φανερώνει ή έχει επιδείξει ηρωισμό: ~ός: αγώνας/θάνατος. ~ή: άμυνα/αντίσταση/δράση/εξέγερση/έξοδος/μάχη/στάση. ~ές: πράξεις. ~ά: κατορθώματα (= ανδραγαθήματα).|| ~ός: λαός. ~οί: πολεμιστές. ~ές: μορφές. Βλ. αντι~. ΣΥΝ. ανδρείος, γενναίος (1), θαρραλέος 2. ΑΡΧ. που σχετίζεται με τους μυθικούς κυρ. ήρωες της αρχαιότητας: ~ή: καταγωγή. ~οί: μύθοι/χρόνοι. ● επίρρ.: ηρωικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ηρωική εποχή/ηρωικά χρόνια: περίοδος κατά την οποία συντελέστηκαν πολύ σημαντικά γεγονότα, που ανέδειξαν τη γενναιότητα και την αυτοθυσία ορισμένων ανθρώπων: η ~ ~/τα ~ ~ των εθνικών αγώνων.|| (μτφ., χρονικό διάστημα πειραματισμών και επίπονων προσπαθειών που τελεσφόρησαν:) η ~ ~/τα ~ ~ της αρχαιολογίας/του κινηματογράφου/του μοντερνισμού., ηρωική ποίηση: ΦΙΛΟΛ. που εξυμνεί τον βίο και τα κατορθώματα ηρώων· ειδικότ. η επική ποίηση., ηρωικός στίχος/ηρωικό μέτρο: ΜΕΤΡ. το δακτυλικό εξάμετρο. [< αρχ. ἡρωικός, γαλλ. héroïque, αγγλ. heroic] | |
| 20159 | ηρωίνη | [ἡρωίνη] η-ρω-ί-νη ουσ. (θηλ.): ναρκωτικό (σύμβ. C21H23NO5)που προέρχεται από την επεξεργασία της μορφίνης και προκαλεί ισχυρό εθισμό: καθαρή/νοθευμένη ~. Διακίνηση/μεγάλη δόση/χρήστες ~ης. Άτομα εξαρτημένα από την ~. Παίρνει ~. Βλ. οπιούχος, σκληρά ναρκωτικά, ψυχοτρόπες ουσίες, -ίνη. ΣΥΝ. άσπρη, λευκός θάνατος, παραμύθα (2), πρέζα (2) [< πβ. μτγν. ἡρωΐνη 'ηρωίδα', γερμ. Heroin, αγγλ. heroin, 1898, γαλλ. héroine, 1903] | |
| 20160 | ηρωινομανής | [ἡρωινομανής] η-ρω-ι-νο-μα-νής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {ηρωινομαν-ούς | -είς, -ών}: πρόσωπο εθισμένο στην ηρωίνη: Μονάδα χορήγησης μεθαδόνης σε ~είς.|| (ως επίθ.) ~ νεαρός. Βλ. ναρκο-, τοξικο-μανής. [< γαλλ. héroïnomane, 1906] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ