Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [21000-21020]

IDΛήμμαΕρμηνεία
20134ήπιος, α, ο [ἤπιος] ή-πι-ος επίθ. 1. που δεν χαρακτηρίζεται από ένταση, θυμό ή ξεσπάσματα οργής· ήρεμος: (για πρόσ.) ~ος: άνθρωπος/χαρακτήρας (= πράος).|| ~ος: διάλογος/τόνος (φωνής) (: χαλαρή)/χαρακτηρισμός (ΑΝΤ. βαρύς). ~α: αντίδραση/κριτική/παρέμβαση. Πβ. μειλίχιος. 2. που δεν είναι δριμύς ή έντονος, βαρύς: (για καιρικά φαινόμενα) ~ος: καιρός/χειμώνας. ~α: ζέστη. ~οι: άνεμοι (ΑΝΤ. δυνατοί, σφοδροί).|| ~α: γεύση. ~α: φάρμακα. Πβ. ελαφρύς, μαλακός. 3. (για παθολογικές καταστάσεις) που δεν είναι οξείας ή σοβαρής μορφής: ~ος: πόνος. ~ες: κακώσεις (ΑΝΤ. βαριές). ● επίρρ.: ήπια & (λόγ.) -ίως ● ΣΥΜΠΛ.: ήπιες μορφές/πηγές ενέργειας: ΟΙΚΟΛ. ανανεώσιμες μορφές ενέργειας. [< αγγλ. soft forms of energy] , ήπιο κλίμα 1. κλιματολογικές συνθήκες που χαρακτηρίζονται από σχετικά ζεστούς χειμώνες και δροσερά καλοκαίρια. 2. (μτφ.) κατάσταση χωρίς ένταση και αντιπαραθέσεις: συζήτηση σε ~ ~ (ΑΝΤ. τεταμένο, φορτισμένο)., ήπιος τουρισμός: ΟΙΚΟΛ. μορφή εναλλακτικού τουρισμού που δεν επιβαρύνει το περιβάλλον. Πβ. οικοτουρισμός. [< αγγλ. soft tourism] ● ΦΡ.: χαμηλοί τόνοι βλ. τόνος1 [< αρχ. ἤπιος, γαλλ. doux]
20135ηπιότητα[ἠπιότητα] η-πι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το γνώρισμα του ήπιου: ~ των αντιδράσεων/του κλίματος/του χαρακτήρα. Πβ. μειλιχιότητα, πραότητα. Βλ. -ότητα. [< μτγν. ἠπιότης]
20136ήραβλ. αίρω
20137ήρα[ἦρα] ή-ρα ουσ. (θηλ.): ζιζάνιο που προσβάλλει τα σιτηρά. Κυρ. στη ● ΦΡ.: ξεχωρίζω/χωρίζω την ήρα από το σ(ι)τάρι & ξεχωρίζει/χωρίζει η ήρα από το σ(ι)τάρι (μτφ.): διακρίνω τα άχρηστα από τα χρήσιμα, τα αρνητικά από τα θετικά. ΣΥΝ. χωρίζω/ξεχωρίζω τους αμνούς/τα πρόβατα από τα ερίφια [< μεσν. ήρα < αρχ. αἶρα]
20138ηράκλειος, α, ο [ἡράκλειος] η-ρά-κλει-ος επίθ. 1. (μτφ.) γιγάντιος, υπεράνθρωπος: ~α: δύναμη (πβ. υπερφυσικός). ~ο: έργο (: που απαιτεί τεράστιο κόπο). ~ες: προσπάθειες. Πβ. κυκλώπειος. ΣΥΝ. τιτάνιος 2. ΜΥΘ. που αναφέρεται στον Ηρακλή: ~ος: (κ. μτφ.) άθλος. ● ΣΥΜΠΛ.: Ηράκλειες Στήλες: ΑΡΧ. τα στενά του Γιβραλτάρ. [< αρχ. ἡράκλειος]
20139ηρακλείτειος, α, ο [ἡρακλείτειος] η-ρα-κλεί-τει-ος επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που αναφέρεται στον Ηράκλειτο: ~ο: ρητό (βλ. τα πάντα ρει).|| (ως ουσ.) Οι ~οι (: οι μαθητές και οπαδοί της φιλοσοφίας του). [< αρχ. ἡρακλείτειος]
20140Ηρακλειώτης, Ηρακλειώτισσα[Ἡρακλειώτης] Η-ρα-κλειώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής το Ηράκλειο.
20141ηρακλειώτικος, η, ο [ἡρακλειώτικος] η-ρα-κλειώ-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με το Ηράκλειο ή/και τους Ηρακλειώτες.
20142Ηρακλής[Ἡρακλῆς] Η-ρα-κλής ουσ. (αρσ.) {-ή (λόγ.) -έους} 1. ΜΥΘ. ημίθεος ήρωας με υπερφυσικές σωματικές δυνάμεις: οι (δώδεκα) άθλοι του ~ή. 2. (μετωνυμ.) εξαιρετικά δυνατός άνδρας. ● ΣΥΜΠΛ.: Ηρακλείς του στέμματος (αρνητ. συνυποδ.): πρόσωπα που εμφανίζονται ως προστάτες, φύλακες πολιτικού συνήθ. θεσμού ή προσώπου: εσωκομματικοί ~ ~. [< αρχ. Ἡρακλῆς]
20143ηρεμία[ἠρεμία] η-ρε-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. κατάσταση που χαρακτηρίζεται από έλλειψη έντασης και ταραχής· ησυχία, γαλήνη: αδιατάρακτη/πολιτική/φυσική ~. Αίσθηση/ασκήσεις/ατμόσφαιρα/στιγμές ~ας. Αποκατάσταση της ~ας. Περίπατος μέσα στην ~ της φύσης. Επικρατεί απόλυτη/πλήρης ~ (= αταραξία). Επανήλθε η ~ (στις σχέσεις τους/στη χώρα). (Κάτι) αποτελεί πηγή ~ας (πβ. καταφύγιο, όαση). Περιβάλλον που προσφέρει/χαρίζει ~ (και χαλάρωση). Βρήκε την εσωτερική/την πνευματική/τη χαμένη/την ψυχική του ~. Αναζητώ/έχω ανάγκη από/χρειάζομαι (λίγη) ~. Έλυσαν τις διαφορές τους με ~ (= ήρεμα). (κυριολ. και μτφ.) Η ~ πριν από την καταιγίδα (πβ. νηνεμία).|| (ΙΑΤΡ.) Πίεση/τρόμος (βλ. πάρκινσον) ~ας. Καρδιακή συχνότητα σε κατάσταση ~ας (βλ. βραδυ-, ταχυ-καρδία). 2. ΦΥΣ. ακινησία: σώμα σε ~ ή κίνηση. Θέση ~ας (= ισορροπίας). [< αρχ. ἠρεμία, αγγλ. rest]
20144ηρεμιστικά[ἠρεμιστικά] η-ρε-μι-στι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. ηρεμιστικό}: ΦΑΡΜΑΚ. φαρμακευτικές ουσίες για την αντιμετώπιση νευρολογικών παθήσεων, του άγχους ή και της αϋπνίας: βαριά/ελαφριά/ενδοφλέβια/ενέσιμα/ήπια/ισχυρά ~. Ελάσσονα (= αγχολυτικά)/μείζονα (= αντιψυχωτικά, νευροληπτικά) ~. ~ του νευρικού συστήματος/κατά του πανικού. Κατάχρηση/λήψη ~ών. Εξάρτηση/παραισθήσεις από ~. Παίρνει ~. Εθίζομαι/καταφεύγω στα ~. Υπό την επήρεια ~ών. Κατοχή ~ών και ναρκωτικών. Το χαμομήλι δρα ως ~ό. Πβ. αντικαταθλιπτ-, βαρβιτουρ-, καταπραϋντ-, σπασμολυτ-, υπνωτ-ικά. ΑΝΤ. διεγερτικά. [< γαλλ. tranquillisants, 1960]
20145ηρεμιστικός, ή, ό [ἠρεμιστικός] η-ρε-μι-στι-κός επίθ.: που ηρεμεί κάποιον, που προσφέρει ψυχική ηρεμία: ~ή: δράση. ~ό: μασάζ. ~ές: ενέσεις. ~ά: χάπια (= ηρεμιστικά). Άρωμα/φάρμακο με ~ές ιδιότητες.|| ~ή: ατμόσφαιρα/μουσική. Πβ. καταπραϋντ-, χαλαρωτ-ικός. ΑΝΤ. διεγερτικός ● επίρρ.: ηρεμιστικά [< μεσν. ηρεμιστικός, γαλλ. tranquillisant]
20146ήρεμος, η, ο [ἤρεμος] ή-ρε-μος επίθ. 1. ήσυχος, γαλήνιος: ~ος: ύπνος. ~η: ζωή/θάλασσα/φωνή (ΑΝΤ. ταραγμένος, ταραχώδης). ~ο: περιβάλλον/τοπίο.|| ~ος: διάλογος. ~η: ατμόσφαιρα/συζήτηση. ~ο: κλίμα (= ήπιο). ΑΝΤ. τεταμένος, φορτισμένος.|| ~η: μελωδία/μουσική (= απαλή, γλυκιά). 2. (για πρόσ.) πράος, που δεν παρουσιάζει έντονες συναισθηματικές διακυμάνσεις: ~ος: άνθρωπος/χαρακτήρας (= ήπιος, ΑΝΤ. βίαιος). Κατάφερε να παραμείνει ~ (= ψύχραιμος). Πβ. ατάραχος, κουλ, νηφάλιος. ΑΝΤ. ανάστατος (2), ευερέθιστος (1) ● επίρρ.: ήρεμα: (προφ.) Έλα, ~ (= ηρέμησε, μην εκνευρίζεσαι)! ● ΣΥΜΠΛ.: ήρεμη δύναμη βλ. δύναμη [< μτγν. ἤρεμος]
20147ηρεμώ[ἠρεμῶ] η-ρε-μώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ηρεμ-εί ... | ηρέμ-ησα, -ώντας} 1. είμαι ήρεμος ή περιέρχομαι σε κατάσταση ηρεμίας, ησυχάζω: ~ησαν τα πνεύματα/πράγματα. Έχει ανάγκη να ξεκουραστεί και να ~ήσει. (προστ.) Έλα, ~ησε, πάει, πέρασε. Πβ. κουλάρω. ΣΥΝ. χαλαρώνω. ΑΝΤ. αγχώνομαι, αναστατώνομαι, ταράζομαι. 2. προσφέρω ηρεμία σε κάποιον· ανακουφίζω: Η θάλασσα με ~εί (= γαληνεύει). Προσπάθησε να ~ήσει το μωρό. Πβ. καθησυχάζω, καλμάρω.|| Ο ύπνος/το χαμομήλι ~εί τον οργανισμό. Πβ. καταπραΰνω, κατευνάζω. ΑΝΤ. αναστατώνω (1), ταράζω (1) [< αρχ, ἠρεμῶ]
20149ήρθαβλ. έρχομαι
20150ήρθηβλ. αίρω
20151ήρκεσεβλ. αρκεί
20152ήρξατοβλ. άρχω
20153ηροδότειος, α, ο [ἡροδότειος] η-ρο-δό-τει-ος επίθ.: ΦΙΛΟΛ. που σχετίζεται με τον Ηρόδοτο: ~α: ιστοριογραφία. [< μτγν. ἡροδότειος]
20155Ηρόστρατος[Ἡρόστρατος] Η-ρό-στρα-τος ουσ. (αρσ.) {-oυ (λόγ.) -άτου} (μετωνυμ.): πρόσωπο που δεν διστάζει να προβεί σε καταστροφικές ή αξιοκατάκριτες ενέργειες, προκειμένου να μείνει το όνομά του στην ιστορία. Βλ. Νέρωνας. [< αρχ. Ἡρόστρατος, αυτός που έκαψε τον ναό της Αρτέμιδος στην Έφεσο το 356 π.Χ.]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.