Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [21020-21040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
20156ήρωας[ἥρωας] ή-ρω-ας ουσ. (αρσ.) {ηρώ-ων} , ηρωίδα (η) 1. πρόσωπο που έχει υπερασπιστεί με ανδρεία, γενναιότητα και συνήθ. αυτοθυσία ένα υψηλό ιδανικό, κυρ. την πατρίδα: αθάνατοι/ανώνυμοι ~ες. Οι εθνικοί ~ες (/οι ~ες του Έθνους). Οι ~ες του αλβανικού μετώπου (/του '40)/της Εθνικής Αντίστασης/(της Επανάστασης) του '21/του Πολυτεχνείου. Οι ηρωίδες του πολέμου. Μνημείο/προτομές ~ων. Το αίμα/τα κατορθώματα/το πάνθεον των ~ων. Τιμούμε τη μνήμη των ~ων. Βλ. εθνοσωτήρας. 2. (γενικότ.) αυτός που προκαλεί τον θαυμασμό εξαιτίας του θάρρους και της γενναιοψυχίας του: ατρόμητος/θρυλικός/λαϊκός/σούπερ (= υπερ~)/χάρτινος (= ψεύτικος) ~. Του επιφύλαξαν υποδοχή ~α. (συνήθ. για παιδιά) Μικροί ~ες. Πβ. θεός, ίνδαλμα, πρότυπο. Βλ. λιοντάρι, παλικάρι. 3. βασικός χαρακτήρας, πρωταγωνιστής έργου: διάσημος/κινηματογραφικός/μασκοφόρος/χολιγουντιανός ~ (πβ. είδωλο). Ο κεντρικός ~ ενός βιβλίου/μιας ιστορίας. Οι ~ες των κόμικς/της μεγάλης οθόνης/των παραμυθιών. Οι τραγικοί ~ες (: των τραγωδιών). Αισθαντικές/μοιραίες/ρομαντικές ηρωίδες του σινεμά. Δραματικές ηρωίδες του θεάτρου. ΑΝΤ. αντιήρωας, κομπάρσος 4. ΑΡΧ. πρόσωπο μυθολογικό ή σπανιότ. ιστορικό, εξαιρετικά γενναίο και ενάρετο, το οποίο με τους άθλους του πρόσφερε ευεργεσία στους συμπολίτες του, με αποτέλεσμα να τιμάται και να λατρεύεται μετά τον θάνατό του: οι ομηρικοί ~ες. Οι ~ες της αρχαιότητας/της μυθολογίας. Θεοί και ~ες. Πβ. ημίθεος. 5. πρωταγωνιστής σε κάτι αρνητικό: ο ~ των επεισοδίων/του σκανδάλου. Πβ. δράστης. ● ΣΥΜΠΛ.: αφανής ήρωας βλ. αφανής, επώνυμος ήρωας βλ. επώνυμος [< 4: αρχ. ἥρως 1,2,3,5: γαλλ. héros, αγγλ. hero]
20157ηρωίδαβλ. ήρωας
20158ηρωικός, ή, ό [ἡρωικός] η-ρω-ι-κός επίθ. 1. που φανερώνει ή έχει επιδείξει ηρωισμό: ~ός: αγώνας/θάνατος. ~ή: άμυνα/αντίσταση/δράση/εξέγερση/έξοδος/μάχη/στάση. ~ές: πράξεις. ~ά: κατορθώματα (= ανδραγαθήματα).|| ~ός: λαός. ~οί: πολεμιστές. ~ές: μορφές. Βλ. αντι~. ΣΥΝ. ανδρείος, γενναίος (1), θαρραλέος 2. ΑΡΧ. που σχετίζεται με τους μυθικούς κυρ. ήρωες της αρχαιότητας: ~ή: καταγωγή. ~οί: μύθοι/χρόνοι. ● επίρρ.: ηρωικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ηρωική εποχή/ηρωικά χρόνια: περίοδος κατά την οποία συντελέστηκαν πολύ σημαντικά γεγονότα, που ανέδειξαν τη γενναιότητα και την αυτοθυσία ορισμένων ανθρώπων: η ~ ~/τα ~ ~ των εθνικών αγώνων.|| (μτφ., χρονικό διάστημα πειραματισμών και επίπονων προσπαθειών που τελεσφόρησαν:) η ~ ~/τα ~ ~ της αρχαιολογίας/του κινηματογράφου/του μοντερνισμού., ηρωική ποίηση: ΦΙΛΟΛ. που εξυμνεί τον βίο και τα κατορθώματα ηρώων· ειδικότ. η επική ποίηση., ηρωικός στίχος/ηρωικό μέτρο: ΜΕΤΡ. το δακτυλικό εξάμετρο. [< αρχ. ἡρωικός, γαλλ. héroïque, αγγλ. heroic]
20159ηρωίνη[ἡρωίνη] η-ρω-ί-νη ουσ. (θηλ.): ναρκωτικό (σύμβ. C21H23NO5)που προέρχεται από την επεξεργασία της μορφίνης και προκαλεί ισχυρό εθισμό: καθαρή/νοθευμένη ~. Διακίνηση/μεγάλη δόση/χρήστες ~ης. Άτομα εξαρτημένα από την ~. Παίρνει ~. Βλ. οπιούχος, σκληρά ναρκωτικά, ψυχοτρόπες ουσίες, -ίνη. ΣΥΝ. άσπρη, λευκός θάνατος, παραμύθα (2), πρέζα (2) [< πβ. μτγν. ἡρωΐνη 'ηρωίδα', γερμ. Heroin, αγγλ. heroin, 1898, γαλλ. héroine, 1903]
20160ηρωινομανής[ἡρωινομανής] η-ρω-ι-νο-μα-νής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {ηρωινομαν-ούς | -είς, -ών}: πρόσωπο εθισμένο στην ηρωίνη: Μονάδα χορήγησης μεθαδόνης σε ~είς.|| (ως επίθ.) ~ νεαρός. Βλ. ναρκο-, τοξικο-μανής. [< γαλλ. héroïnomane, 1906]
20161ηρωισμός[ἡρωισμός] η-ρω-ι-σμός ουσ. (αρσ.): εκδήλωση γενναιότητας που ταιριάζει σε ήρωα: ο ~ των αγωνιστών/πυροσβεστών. Πνεύμα/σύμβολο ~ού. Ιστορίες ~ού και αυτοθυσίας. Επέδειξε αξιοθαύμαστο/απαράμιλλο ~ό και αυταπάρνηση. Πβ. ανδρεία, γενναιοψυχία, παλικαριά. ΑΝΤ. δειλία.|| (συνεκδ.) Ανδραγαθήματα και ~οί (= ηρωικές πράξεις). Βλ. -ισμός. [< μτγν. ἡρωισμός 'λατρεία των ηρώων', γαλλ. héroïsme, αγγλ. heroism]
20162ηρώο[ἡρῷο] η-ρώ-ο ουσ. (ουδ.) 1. μνημείο προς τιμή εθνικών ηρώων και γενικότ. όσων αγωνίστηκαν και έπεσαν για την πατρίδα: το ~ της πλατείας/της πόλης. Επιμνημόσυνη δέηση/κατάθεση στεφάνων στο ~ των αγωνιστών του '21/των πεσόντων. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. ταφικό μνημείο ή/και ιερό αφιερωμένο στη λατρεία ήρωα: ελληνιστικό ~. Μαυσωλεία και ~α της ελληνορωμαϊκής εποχής. [< 1: γαλλ. monument 2: αρχ. ἡρῷον]
20163ηρωομάρτυρας[ἡρωομάρτυρας] η-ρω-ο-μάρ-τυ-ρας ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που μαρτύρησε ηρωικά. Βλ. εθνο-, οσιο-μάρτυρας.
20164ηρωοποίηση[ἡρωοποίηση] η-ρω-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ηρωοποιώ: ~ των ολυμπιονικών/των πεσόντων. Μετά θάνατον ~. Τάσεις ~ης και θεοποίησης ή δαιμονοποίησης ενός ηγέτη.|| ~ καταστάσεων. Πβ. εξιδανίκευση, μυθοποίηση. Βλ. -ποίηση. ΑΝΤ. απαξίωση (1), απομυθοποίηση [< γαλλ. héroïsation, αγγλ. heroization]
20165ηρωοποιώ[ἡρωοποιῶ] η-ρω-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ηρωοποι-εί, -ώντας | ηρωοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): αποδίδω σε κάποιον χαρακτηριστικά ήρωα, θεωρώ κάτι ηρωικό: ~ήθηκε με τον θάνατό του. ~ημένη: δράση. Πβ. εξιδανικεύω, μυθοποιώ. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. héroïser, αγγλ. heroize]
20171Ησαΐας[Ἠσαΐας] Η-σα-ΐ-ας ουσ. (αρσ.): μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: ο χορός του Ησαΐα/το Ησαΐα χόρευε: η τριπλή κυκλική περιφορά των νεονύμφων κατά τη διάρκεια της γαμήλιας τελετής, όταν ο ιερέας ψάλλει τον ομώνυμο ψαλμό: Ο γαμπρός και η νύφη χορεύουν το ~ ~ και οι καλεσμένοι ρίχνουν ρύζι.|| (κατ' επέκτ.) Δεν έχει χορέψει ακόμα τον χορό ~ (: δεν έχει παντρευτεί). Επισπεύστηκε ο ~ ~ (= ο γάμος). [< μτγν. Ἠσαΐας]
20172ΗΣΑΠ(ο): Ηλεκτρικοί Σιδηρόδρομοι Αθηνών-Πειραιώς. Βλ. ΟΑΣΑ.
20174ησιόδειος, α, ο [ἡσιόδειος] η-σι-ό-δει-ος επίθ.: ΦΙΛΟΛ. που σχετίζεται με τον Ησίοδο: ~ο: άροτρο. Οµηρικά και ~α έπη. [< αρχ. ἡσιόδειος]
20176ήσσων & ήττων, ων, ον [ἥσσων] ήσ-σων επίθ. {ήσσ-ονος, -ονα | -ονες (ουδ. -ονα)} (λόγ.): μικρότερος, ελάσσων. Κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: η αρχή/η λογική/ο νόμος της ήσσονος προσπάθειας: επιδίωξη κάποιου στόχου με όσο το δυνατό μικρότερο κόπο. [< γαλλ. la lois du moindre effort], ήσσονος/δευτερεύουσας σημασίας & (λογιότ.) δευτερευούσης σημασίας: για κάτι που δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικό: Υπάρχουν κάποια λάθη στο κείμενο, αλλά είναι ~ ~. [< γερμ. von sekundärer Bedeutung] ● ΦΡ.: ουχ ήττον (αρχαιοπρ.): όμως, παρ' όλα αυτά: Οι πιθανότητες για νίκη δεν είναι πολλές· ~ ~, εμείς θα συνεχίσουμε τον αγώνα μας. Πβ. εντούτοις., κατά το μάλλον ή ήττον βλ. μάλλον [< αρχ. ἥσσων, συγκρ. του επιρρ. ἧκα ‘ελαφρά, λίγο’]
20177ησυχάζω[ἡσυχάζω] η-συ-χά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ησύχα-ζα, -σα, ησυχά-σει, ησυχάζ-οντας} 1. βρίσκω την ηρεμία μου: Δεν ~ει ποτέ/στιγμή (= είναι αεικίνητος ή πάντα ανήσυχος). Δεν θα ~ζα, αν δεν το έβρισκα (πβ. ξενοιάζω, ΑΝΤ. ανησυχώ). Πότε θα ~σουμε από τη βαβούρα του; Τα 'πα και ~σα! Έφυγε και ~σαμε/~σε το κεφάλι μας. Δεν με αφήνουν να ~σω. Ξάπλωσε να ~σεις (= ξεκουραστείς)! Δεν λέει/δεν μπορεί/πού να ~σει! Πήγε διακοπές να ~σει (= χαλαρώσει). Κατάφερε να τον ~σει (: καθησυχάσει) με τα λόγια της. (προστ.) Καλά, ~σε τώρα! ~σε, όλα θα πάνε καλά! Βλ. εφ~.|| Πέθανε και ~σε η ψυχή της (πβ. αναπαύομαι). ΣΥΝ. ηρεμώ (1) 2. σταματώ να κάνω θόρυβο: Το μωρό ~σε (= έπαψε να κλαίει). ~άστε, επιτέλους/παρακαλώ (= κάντε ησυχία, πάψτε)!|| (μτφ.) Η πόλη/φύση ~ει (= κοιμάται). Πβ. σωπαίνω.ησυχάζει (μτφ.): μειώνεται η έντασή του: ~σε ο άνεμος (= κόπασε)/η βουή. ~σαν τα κύματα. Όταν, επιτέλους, ~σαν τα πνεύματα ... Πόθος που ποτέ δεν ~. Πβ. γαληνεύω, καταλαγιάζω. [< αρχ. ἡσυχάζω]
20178ησυχασμός[ἡσυχασμός] η-συ-χα-σμός ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. Η): ΘΕΟΛ. ρεύμα της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας που επιδίωκε την επαφή με τον Θεό μέσω του ασκητισμού και της προσευχής, το οποίο αναπτύχθηκε κυρ. στο Άγιο Όρος και ήκμασε τον 14ο αι. [< γερμ. Hesychasmus, γαλλ. hésychasme, αγγλ. hesychasm]
20179ησυχαστήριο[ἡσυχαστήριο] η-συ-χα-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): αναχωρητήριο, ερημητήριο: (ΕΚΚΛΗΣ.) ιερό ~. ΣΥΝ. ασκητήριο, σκήτη.|| (μτφ.) Κατέφυγε στο ~ό του. Βλ. -τήριο. [< μεσν. ησυχαστήριον]
20180ησυχαστής[ἡσυχαστής] η-συ-χα-στής ουσ. (αρσ.): ΘΕΟΛ. οπαδός του ησυχασμού: οι ~ές του Αγίου Όρους.|| (ως επίθ.) ~ές: μοναχοί. [< μτγν. ησυχαστής 'ερημίτης']
20181ησυχαστικός, ή, ό [ἡσυχαστικός] η-συ-χα-στι-κός επίθ.: ΘΕΟΛ. που σχετίζεται με τον ησυχασμό ή τον ησυχαστή. [< μεσν. ησυχαστικός]
20182ησυχία[ἡσυχία] η-συ-χί-α ουσ. (θηλ.): απουσία θορύβου, έντασης, ταραχής ή/και κίνησης: μες στην ~ του δάσους/της νύχτας. Βασιλεύει/έγινε/επικρατεί (άκρα/απόλυτη/νεκρική) ~ (πβ. σιγή). Τάραξαν/χάλασαν την ~ του. Πότε θα βρω την ~ μου, επιτέλους; Δεν έχει ~ (= δεν κάθεται ήσυχος). -Συνέβη κάτι όσο έλειπα; -Μπα, ~ (: τίποτα σημαντικό)! Πβ. αταραξία, γαλήνη, ηρεμία.|| (ως προτροπή ή προσταγή:) ~ (= σουτ, τσιμουδιά)! Κάνε ~ (= μη μιλάς, μην κάνεις φασαρία)!|| (επίσ.) Τήρηση ~ας (= σιωπής).|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Νήψη, ~ και προσευχή. Βλ. αν~. ● ΣΥΜΠΛ.: σεισμική ησυχία: ΓΕΩΦ. σημαντική ελάττωση της σεισμικής δραστηριότητας για μεγάλο χρονικό διάστημα, μήνες ή χρόνια, πριν από έναν ισχυρό σεισμό. Βλ. σεισμικότητα. [< αγγλ. seismic quietness] ● ΦΡ.: ησυχία, τάξη και ασφάλεια (ειρων.): για κατάσταση πλήρους ηρεμίας, αταραξίας ή/και αδράνειας., με την ησυχία του (προφ.): χωρίς βιασύνη, πίεση ή εξωτερική ενόχληση: Ήρθε ~ ~ (= με το πάσο του). Μη βιάζεσαι, ~ ~ σου!|| Θα διαβάσω ~ ~ μου το βράδυ, όταν θα κοιμούνται όλοι., ώρες κοινής ησυχίας (επίσ.): κατά τις οποίες απαγορεύεται η πρόκληση θορύβου που διαταράσσει την ανάπαυση των κατοίκων μιας περιοχής, για τη χειμερινή περίοδο περ. 15:30-17:30 και 22:00-07:30, και για τη θερινή 15.00-17.30 και 23.00-07.00: Σέβομαι/τηρώ τις ~ ~. Βλ. ηχορύπανση., αφήνω/παρατάω κάποιον ήσυχο/στην ησυχία του βλ. ήσυχος, διατάραξη (της) κοινής ησυχίας βλ. διατάραξη [< αρχ. ἡσυχία]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.