Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [21020-21040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
20161ηρωισμός[ἡρωισμός] η-ρω-ι-σμός ουσ. (αρσ.): εκδήλωση γενναιότητας που ταιριάζει σε ήρωα: ο ~ των αγωνιστών/πυροσβεστών. Πνεύμα/σύμβολο ~ού. Ιστορίες ~ού και αυτοθυσίας. Επέδειξε αξιοθαύμαστο/απαράμιλλο ~ό και αυταπάρνηση. Πβ. ανδρεία, γενναιοψυχία, παλικαριά. ΑΝΤ. δειλία.|| (συνεκδ.) Ανδραγαθήματα και ~οί (= ηρωικές πράξεις). Βλ. -ισμός. [< μτγν. ἡρωισμός 'λατρεία των ηρώων', γαλλ. héroïsme, αγγλ. heroism]
20162ηρώο[ἡρῷο] η-ρώ-ο ουσ. (ουδ.) 1. μνημείο προς τιμή εθνικών ηρώων και γενικότ. όσων αγωνίστηκαν και έπεσαν για την πατρίδα: το ~ της πλατείας/της πόλης. Επιμνημόσυνη δέηση/κατάθεση στεφάνων στο ~ των αγωνιστών του '21/των πεσόντων. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. ταφικό μνημείο ή/και ιερό αφιερωμένο στη λατρεία ήρωα: ελληνιστικό ~. Μαυσωλεία και ~α της ελληνορωμαϊκής εποχής. [< 1: γαλλ. monument 2: αρχ. ἡρῷον]
20163ηρωομάρτυρας[ἡρωομάρτυρας] η-ρω-ο-μάρ-τυ-ρας ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που μαρτύρησε ηρωικά. Βλ. εθνο-, οσιο-μάρτυρας.
20164ηρωοποίηση[ἡρωοποίηση] η-ρω-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ηρωοποιώ: ~ των ολυμπιονικών/των πεσόντων. Μετά θάνατον ~. Τάσεις ~ης και θεοποίησης ή δαιμονοποίησης ενός ηγέτη.|| ~ καταστάσεων. Πβ. εξιδανίκευση, μυθοποίηση. Βλ. -ποίηση. ΑΝΤ. απαξίωση (1), απομυθοποίηση [< γαλλ. héroïsation, αγγλ. heroization]
20165ηρωοποιώ[ἡρωοποιῶ] η-ρω-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ηρωοποι-εί, -ώντας | ηρωοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): αποδίδω σε κάποιον χαρακτηριστικά ήρωα, θεωρώ κάτι ηρωικό: ~ήθηκε με τον θάνατό του. ~ημένη: δράση. Πβ. εξιδανικεύω, μυθοποιώ. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. héroïser, αγγλ. heroize]
20171Ησαΐας[Ἠσαΐας] Η-σα-ΐ-ας ουσ. (αρσ.): μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: ο χορός του Ησαΐα/το Ησαΐα χόρευε: η τριπλή κυκλική περιφορά των νεονύμφων κατά τη διάρκεια της γαμήλιας τελετής, όταν ο ιερέας ψάλλει τον ομώνυμο ψαλμό: Ο γαμπρός και η νύφη χορεύουν το ~ ~ και οι καλεσμένοι ρίχνουν ρύζι.|| (κατ' επέκτ.) Δεν έχει χορέψει ακόμα τον χορό ~ (: δεν έχει παντρευτεί). Επισπεύστηκε ο ~ ~ (= ο γάμος). [< μτγν. Ἠσαΐας]
20172ΗΣΑΠ(ο): Ηλεκτρικοί Σιδηρόδρομοι Αθηνών-Πειραιώς. Βλ. ΟΑΣΑ.
20174ησιόδειος, α, ο [ἡσιόδειος] η-σι-ό-δει-ος επίθ.: ΦΙΛΟΛ. που σχετίζεται με τον Ησίοδο: ~ο: άροτρο. Οµηρικά και ~α έπη. [< αρχ. ἡσιόδειος]
20176ήσσων & ήττων, ων, ον [ἥσσων] ήσ-σων επίθ. {ήσσ-ονος, -ονα | -ονες (ουδ. -ονα)} (λόγ.): μικρότερος, ελάσσων. Κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: η αρχή/η λογική/ο νόμος της ήσσονος προσπάθειας: επιδίωξη κάποιου στόχου με όσο το δυνατό μικρότερο κόπο. [< γαλλ. la lois du moindre effort], ήσσονος/δευτερεύουσας σημασίας & (λογιότ.) δευτερευούσης σημασίας: για κάτι που δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικό: Υπάρχουν κάποια λάθη στο κείμενο, αλλά είναι ~ ~. [< γερμ. von sekundärer Bedeutung] ● ΦΡ.: ουχ ήττον (αρχαιοπρ.): όμως, παρ' όλα αυτά: Οι πιθανότητες για νίκη δεν είναι πολλές· ~ ~, εμείς θα συνεχίσουμε τον αγώνα μας. Πβ. εντούτοις., κατά το μάλλον ή ήττον βλ. μάλλον [< αρχ. ἥσσων, συγκρ. του επιρρ. ἧκα ‘ελαφρά, λίγο’]
20177ησυχάζω[ἡσυχάζω] η-συ-χά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ησύχα-ζα, -σα, ησυχά-σει, ησυχάζ-οντας} 1. βρίσκω την ηρεμία μου: Δεν ~ει ποτέ/στιγμή (= είναι αεικίνητος ή πάντα ανήσυχος). Δεν θα ~ζα, αν δεν το έβρισκα (πβ. ξενοιάζω, ΑΝΤ. ανησυχώ). Πότε θα ~σουμε από τη βαβούρα του; Τα 'πα και ~σα! Έφυγε και ~σαμε/~σε το κεφάλι μας. Δεν με αφήνουν να ~σω. Ξάπλωσε να ~σεις (= ξεκουραστείς)! Δεν λέει/δεν μπορεί/πού να ~σει! Πήγε διακοπές να ~σει (= χαλαρώσει). Κατάφερε να τον ~σει (: καθησυχάσει) με τα λόγια της. (προστ.) Καλά, ~σε τώρα! ~σε, όλα θα πάνε καλά! Βλ. εφ~.|| Πέθανε και ~σε η ψυχή της (πβ. αναπαύομαι). ΣΥΝ. ηρεμώ (1) 2. σταματώ να κάνω θόρυβο: Το μωρό ~σε (= έπαψε να κλαίει). ~άστε, επιτέλους/παρακαλώ (= κάντε ησυχία, πάψτε)!|| (μτφ.) Η πόλη/φύση ~ει (= κοιμάται). Πβ. σωπαίνω.ησυχάζει (μτφ.): μειώνεται η έντασή του: ~σε ο άνεμος (= κόπασε)/η βουή. ~σαν τα κύματα. Όταν, επιτέλους, ~σαν τα πνεύματα ... Πόθος που ποτέ δεν ~. Πβ. γαληνεύω, καταλαγιάζω. [< αρχ. ἡσυχάζω]
20178ησυχασμός[ἡσυχασμός] η-συ-χα-σμός ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. Η): ΘΕΟΛ. ρεύμα της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας που επιδίωκε την επαφή με τον Θεό μέσω του ασκητισμού και της προσευχής, το οποίο αναπτύχθηκε κυρ. στο Άγιο Όρος και ήκμασε τον 14ο αι. [< γερμ. Hesychasmus, γαλλ. hésychasme, αγγλ. hesychasm]
20179ησυχαστήριο[ἡσυχαστήριο] η-συ-χα-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): αναχωρητήριο, ερημητήριο: (ΕΚΚΛΗΣ.) ιερό ~. ΣΥΝ. ασκητήριο, σκήτη.|| (μτφ.) Κατέφυγε στο ~ό του. Βλ. -τήριο. [< μεσν. ησυχαστήριον]
20180ησυχαστής[ἡσυχαστής] η-συ-χα-στής ουσ. (αρσ.): ΘΕΟΛ. οπαδός του ησυχασμού: οι ~ές του Αγίου Όρους.|| (ως επίθ.) ~ές: μοναχοί. [< μτγν. ησυχαστής 'ερημίτης']
20181ησυχαστικός, ή, ό [ἡσυχαστικός] η-συ-χα-στι-κός επίθ.: ΘΕΟΛ. που σχετίζεται με τον ησυχασμό ή τον ησυχαστή. [< μεσν. ησυχαστικός]
20182ησυχία[ἡσυχία] η-συ-χί-α ουσ. (θηλ.): απουσία θορύβου, έντασης, ταραχής ή/και κίνησης: μες στην ~ του δάσους/της νύχτας. Βασιλεύει/έγινε/επικρατεί (άκρα/απόλυτη/νεκρική) ~ (πβ. σιγή). Τάραξαν/χάλασαν την ~ του. Πότε θα βρω την ~ μου, επιτέλους; Δεν έχει ~ (= δεν κάθεται ήσυχος). -Συνέβη κάτι όσο έλειπα; -Μπα, ~ (: τίποτα σημαντικό)! Πβ. αταραξία, γαλήνη, ηρεμία.|| (ως προτροπή ή προσταγή:) ~ (= σουτ, τσιμουδιά)! Κάνε ~ (= μη μιλάς, μην κάνεις φασαρία)!|| (επίσ.) Τήρηση ~ας (= σιωπής).|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Νήψη, ~ και προσευχή. Βλ. αν~. ● ΣΥΜΠΛ.: σεισμική ησυχία: ΓΕΩΦ. σημαντική ελάττωση της σεισμικής δραστηριότητας για μεγάλο χρονικό διάστημα, μήνες ή χρόνια, πριν από έναν ισχυρό σεισμό. Βλ. σεισμικότητα. [< αγγλ. seismic quietness] ● ΦΡ.: ησυχία, τάξη και ασφάλεια (ειρων.): για κατάσταση πλήρους ηρεμίας, αταραξίας ή/και αδράνειας., με την ησυχία του (προφ.): χωρίς βιασύνη, πίεση ή εξωτερική ενόχληση: Ήρθε ~ ~ (= με το πάσο του). Μη βιάζεσαι, ~ ~ σου!|| Θα διαβάσω ~ ~ μου το βράδυ, όταν θα κοιμούνται όλοι., ώρες κοινής ησυχίας (επίσ.): κατά τις οποίες απαγορεύεται η πρόκληση θορύβου που διαταράσσει την ανάπαυση των κατοίκων μιας περιοχής, για τη χειμερινή περίοδο περ. 15:30-17:30 και 22:00-07:30, και για τη θερινή 15.00-17.30 και 23.00-07.00: Σέβομαι/τηρώ τις ~ ~. Βλ. ηχορύπανση., αφήνω/παρατάω κάποιον ήσυχο/στην ησυχία του βλ. ήσυχος, διατάραξη (της) κοινής ησυχίας βλ. διατάραξη [< αρχ. ἡσυχία]
20183ήσυχος, η, ο [ἥσυχος] ή-συ-χος επίθ. ΑΝΤ. ανήσυχος 1. που χαρακτηρίζεται από ησυχία: ~ος: ύπνος. ~η: βραδιά/ζωή/μέρα. ~ες: διακοπές. ~α: νερά. Καθόταν ~ (= αμίλητος, σιωπηλός). ΣΥΝ. γαλήνιος, ήρεμος. ΑΝΤ. ταραγμένος.|| ~ος: δρόμος/χώρος (για διάβασμα). ~η: γειτονιά/παραλία (πβ. ερημικός). ~ο: δωμάτιο/μέρος. ΑΝΤ. θορυβώδης, πολύβουος.|| Τα παιδιά ήταν πολύ ~α (= δεν έκαναν φασαρία). ΣΥΝ. φρόνιμος. ΑΝΤ. άτακτος, ζωηρός.|| ~ος: άνθρωπος/χαρακτήρας (= ήπιος, πράος). Βλ. φιλ~. 2. που δεν ανησυχεί για κάτι: Μείνε ~, θα τα φροντίσω όλα εγώ! Πβ. αμέριμνος, απερίσπαστος, ξένοιαστος. ● επίρρ.: ήσυχα & (λόγ.) -ύχως: Διαλυθείτε ~ύχως. ● ΦΡ.: αφήνω/παρατάω κάποιον ήσυχο/στην ησυχία του: δεν τον ενοχλώ: Άσε με/παράτα με ~ (: μη με κουράζεις)!|| Γυρίζει όλη την ώρα μες στα πόδια μου και δεν με αφήνει σε ησυχία (: να ηρεμήσω)., έχω τη συνείδησή μου ήσυχη βλ. συνείδηση, έχω το κεφάλι μου ήσυχο βλ. κεφάλι, κοιμάμαι ήσυχος/ήσυχα βλ. κοιμάμαι [< αρχ. ἥσυχος, γαλλ. tranquille]
20184ήτα[ἦτα] ή-τα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: το έβδομο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Βλ. η1. [< αρχ. ἦτα]
20189ήτοι[ἤτοι] ή-τοι μόρ. (αρχαιοπρ.): δηλαδή. ΣΥΝ. ήγουν, τουτέστιν [< αρχ. ἤτοι]
20191ήττα[ἧττα] ήτ-τα ουσ. (θηλ.): αρνητικό αποτέλεσμα αναμέτρησης, συνήθ. αθλητικής, εκλογικής ή πολεμικής, ή γενικότ. αποτυχία προσπάθειας: αναπάντεχη/βαριά/εθνική/οδυνηρή/οριστική/συντριπτική/ταπεινωτική ~. ~ του κόμματος/της ομάδας. Αξιοπρεπής ~ (= ~ με το κεφάλι ψηλά). Τρεις ~ες σε ισάριθμους αγώνες.|| Διπλωματική/προσωπική ~ (βλ. ατυχία, ΑΝΤ. επιτυχία). ΑΝΤ. νίκη ● ΦΡ.: έφαγα ήττα (νεαν. αργκό): απέτυχα ή ταλαιπωρήθηκα: ~ ~ στις εξετάσεις (του μαθήματος). Πβ. την πάτησα.|| Φάγαμε (μεγάλη) ~ περιμένοντας το λεωφορείο μισή ώρα μέσα στο κρύο! Πβ. έφαγα πακέτο. [< αρχ. ἧττα]
20192ηττημένος, η, ο [ἡττημένος] ητ-τη-μέ-νος επίθ.: που έχει ηττηθεί, νικημένος: ~ος: αντίπαλος. ~η: ομάδα. (ως ουσ.) Οι νικητές και οι ~οι (: χαμένοι) του αγώνα/των εκλογών/του παιχνιδιού/του πολέμου. ΑΝΤ. αήττητος, ανίκητος (1) ● ΦΡ.: ουαί τοις ηττημένοις βλ. ουαί [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. ἡττῶμαι]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.