Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [21040-21060]

IDΛήμμαΕρμηνεία
20193ηττοπάθεια[ἡττοπάθεια] ητ-το-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): φόβος αποτυχίας ή ήττας, συνήθ. λόγω έλλειψης αυτοπεποίθησης: απογοήτευση και ~. Αίσθημα/πνεύμα ~ας. Προσπαθεί να ανατρέψει το κλίμα ~ας. Βλ. εσωστρέφεια, -πάθεια. [< γαλλ. défaitisme, 1915]
20194ηττοπαθής, ής, ές [ἡττοπαθής] ητ-το-πα-θής επίθ.: που χαρακτηρίζεται από ηττοπάθεια, που είναι πεπεισμένος ότι θα υποστεί ήττα ή ότι θα αποτύχει σε μια προσπάθειά του: ~ής: πολιτικός. (ως ουσ.) Περιθωριοποίησε τους ~είς. Πβ. λούζερ.|| (κατ' επέκτ.) ~ής: αντίληψη/λογική. Πβ. μοιρολατρικός. [< γαλλ. défaitiste, 1915]
20195ηττώμαι[ἡττῶμαι] ητ-τώ-μαι ρ. (αμτβ.) {ηττ-άται ... | ηττή-θηκε, -θεί, -μένος} (απαιτ. λεξιλόγ.): υφίσταμαι ήττα, αποτυγχάνω, νικιέμαι: Τα στρατεύματα ~θηκαν κατά κράτος. Η φιλοξενούμενη ομάδα ~θηκε από τους γηπεδούχους με 4-0. Έχει ~θεί ηθικά/ιδεολογικά/πολιτικά. ΣΥΝ. χάνω (5) ΑΝΤ. κερδίζω (1), νικώ (1) [< αρχ. ἡττῶμαι]
20196ήττων, ων, ον βλ. ήσσων
20198ηφαιστειακός, ή, ό [ἡφαιστειακός] η-φαι-στει-α-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με το ηφαίστειο: ~ός: κρατήρας/κώνος. ~ή: δραστηριότητα/έκρηξη/ζώνη/λάβα/λίμνη. ~ό: κέντρο/νησί. ~ές: δυνάμεις. ~ά: εδάφη/πετρώματα/υλικά. Το ~ό τόξο του Nότιου Aιγαίου (: γεωλογικός και γεωγραφικός σχηματισμός που περιλαμβάνει περιοχές με ηφαίστεια). Πβ. ηφαιστειογενής. ΣΥΝ. ηφαιστειώδης (1) ● ΣΥΜΠΛ.: ηφαιστειακή τέφρα/στάχτη βλ. τέφρα [< γαλλ. volcanique]
20199ηφαίστειο[ἡφαίστειο] η-φαί-στει-ο ουσ. (ουδ.) {ηφαιστεί-ου | -ων} 1. ΓΕΩΛ. γεωλογικός σχηματισμός κυρ. στην επιφάνεια της Γης, από το άνοιγμα του οποίου εκχύνεται μάγμα, τεμάχια πετρωμάτων, αέρια και λάβα: υποθαλάσσιο ~. Δραστηριότητα/έκρηξη/ενεργοποίηση/καλντέρα/κρατήρας/κώνος ~ου. Δράση ~ων. Ξύπνησε το ~ (= ενεργοποιήθηκε). 2. (μτφ.) εκρηκτική κατάσταση, που εγκυμονεί ταραχές ή απρόβλεπτες εξελίξεις· φλογερή ιδιοσυγκρασία: Η χώρα έχει μετατραπεί σε πραγματικό κοινωνικό ~.|| Φαίνεται ήρεμος, αλλά στην πραγματικότητα είναι σκέτο ~. (ως παραθετικό σύνθ.) Γυναίκα-~ (ΑΝΤ. παγόβουνο, παγοκολόνα). ● ΣΥΜΠΛ.: ανενεργό ηφαίστειο: ΓΕΩΛ. που έχει εκραγεί σε γεωλογικές εποχές πολύ παλαιότερες των ιστορικών χρόνων., ενεργό ηφαίστειο: ΓΕΩΛ. που έχει εκραγεί στο πρόσφατο παρελθόν ή στα ιστορικά χρόνια. ● ΦΡ.: ηφαίστειο/καζάνι έτοιμο να εκραγεί (μτφ.): για ιδιαίτερα έκρυθμη κατάσταση: Το κόμμα μοιάζει με ~ ~. [< γαλλ. vοlcan]
20200ηφαιστειογενής, ής, ές [ἡφαιστειογενής] η-φαι-στει-ο-γε-νής επίθ. (λόγ.): ΓΕΩΛ. που δημιουργείται ή προκαλείται από ηφαιστειακή δραστηριότητα: ~ής: σεισμός. ~ής: περιοχή. ~ές: νησί/πέτρωμα. ~είς: σχηματισμοί (βλ. τόφος). ~είς: ζώνες. Πβ. εκρηξιγενής. Βλ. -γενής. [< γαλλ. volcanique]
20201ηφαιστειολογία[ἡφαιστειολογία] η-φαι-στει-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Η): ΓΕΩΦ. κλάδος που μελετά την ηφαιστειότητα: σεισμολογία και ~. [< γαλλ. vοlcanologie]
20202ηφαιστειολογικός, ή, ό [ἡφαιστειολογικός] η-φαι-στει-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΓΕΩΦ. που σχετίζεται με την ηφαιστειολογία ή τον ηφαιστειολόγο: ~ός: χάρτης. [< γαλλ. volcanologique]
20203ηφαιστειολόγος[ἡφαιστειολόγος] η-φαι-στει-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γεωλόγος με ειδίκευση στην ηφαιστειολογία. [< γαλλ. volcanologue]
20204ηφαιστειότητα[ἡφαιστειότητα] η-φαι-στει-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΦ. η ηφαιστειακή δραστηριότητα και τα φαινόμενα που συνδέονται με αυτή: έντονη/υποθαλάσσια ~. Σεισμικότητα-~. Η ~ μιας περιοχής. [< γαλλ. volcanisme]
20205ηφαιστειώδης, ης, ες [ἡφαιστειώδης] η-φαι-στει-ώ-δης επίθ. {ηφαιστειώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών} (λόγ.) 1. ηφαιστειακός. Βλ. -ώδης. 2. (μτφ.) εκρηκτικός: ~ες: ταμπεραμέντο.
20206ηχεί[ἠχεῖ] η-χεί ρ. (αμτβ.) {ήχησε, ηχ-ώντας} 1. παράγει ήχο: Ο συναγερµός ~. Γιορτινές μελωδίες/οι σειρήνες ηχούν. Οι καμπάνες ήχησαν πένθιμα/χαρμόσυνα.|| (μτφ.) Έχει αρχίσει να ~ ο κώδωνας του κινδύνου για τις κλιματικές αλλαγές. Πβ. αντ~, σημαίνω, χτυπώ. 2. προκαλεί ορισμένη εντύπωση, έχει συγκεκριμένη απήχηση σε κάποιον: (Κάτι) ~ αρνητικά/παράταιρα/παράφωνα. ~ παράξενο/περίεργο/προκλητικό το γεγονός ότι ... Ακόμα ~ στα αυτιά μου το τραγούδι του. Η φωνή της ηχούσε απειλητική. ΣΥΝ. ακούγεται. [< 1: αρχ. ἠχῶ 2: αγγλ. sound]
20207ηχείο[ἠχεῖο] η-χεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρική διάταξη σε συσκευές μετάδοσης ήχου (ραδιόφωνο, τηλεόραση, τηλέφωνο), η οποία μετατρέπει τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα σε ηχητικά: επαγγελματικά/ηλεκτροστατικά/στερεοφωνικά/φορητά ~α. ~α αυτοκινήτου/δαπέδου/υπολογιστή. Δυνάμωσε τα ~α. Βλ. γούφερ, ενισχυτής, μπάφλα, τουίτερ, χάι-φάι. 2. ΜΟΥΣ. (σε έγχορδα μουσικά όργανα) κοιλότητα στο εσωτερικό της οποίας προκαλείται αντήχηση των ηχητικών κυμάτων, με αποτέλεσμα την ενίσχυση του παραγόμενου ήχου. Πβ. σκάφος. ΣΥΝ. αντηχείο [< μτγν. ἠχεῖον 'τύμπανο', αγγλ. (sound-box) resonator]
20208ηχηρός, ή, ό [ἠχηρός] η-χη-ρός επίθ. ΣΥΝ. βροντερός 1. (μτφ.) που προκαλεί αίσθηση, εντύπωση: ~ός: τίτλος (εντύπου). ~ή: αντίδραση/απάντηση/αποδοκιμασία/απουσία/διαμαρτυρία/μεταγραφή/νίκη/παρουσία. ~ό: μήνυμα/όνομα/όχι/παρόν/ράπισμα/ψέμα. ~ά: λόγια (= βαρύγδουπα, πομπώδη). ΣΥΝ. τρανταχτός (2) 2. που παράγει έντονο, δυνατό ήχο: ~ός: αναστεναγμός/βήχας/κρότος. ~ό: φιλί/(κυριολ. κ. μτφ.) χαστούκι. Πβ. θορυβώδης. ΑΝΤ. αθόρυβος (1), σιγανός (1) ● ΣΥΜΠΛ.: ηχηρά σύμφωνα & (σπάν.) ηχηροί φθόγγοι: ΓΡΑΜΜ. που παράγονται με παλμική κίνηση των φωνητικών χορδών: Στα ~ ~ ανήκουν τα [b], [d], [g], [v], [δ], [γ], [z], [l], [r], [m], [n] και [tz]. ΑΝΤ. άηχα σύμφωνα ● ΦΡ.: και άλλα ηχηρά παρόμοια (ειρων.): οτιδήποτε λέγεται με σκοπό να εντυπωσιάσει: ... να παταχθεί η φοροδιαφυγή, να υπάρξει αξιοκρατία ~ ~. [< γαλλ. sonore]
20209ηχηρότητα[ἠχηρότητα] η-χη-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ηχηρού: η ~ των πνευστών και των κρουστών.|| (μτφ.) Η ~ του ονόματος.|| (ΓΡΑΜΜ.) Η ~ των συμφώνων. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. sonorité]
20210ήχηση[ἤχηση] ή-χη-ση ουσ. (θηλ.): παραγωγή ήχου: δοκιμαστική/συνεχής ~ σειρήνων/συναγερμού. Διαδοχική/ταυτόχρονη ~ φθόγγων (πβ. παρ~). Βλ. αντ~, συν~. [< μτγν. ἤχησις ‘ήχος, θόρυβος’]
20211ηχητικός, ή, ό [ἠχητικός] η-χη-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον ήχο: ~ός: εξοπλισμός/συναγερμός/σωλήνας/τόνος. ~ή: εγγραφή/ειδοποίηση/εικόνα (: η εντύπωση που δημιουργεί ένας ήχος στις αισθήσεις μας)/ενέργεια/κάλυψη (εκδήλωσης)/μόνωση (= ηχομόνωση)/πηγή/ποιότητα/ρύπανση (= ηχορύπανση). ~ό: απόσπασμα (από συνέντευξη)/αποτέλεσμα/μήνυμα/ντοκουμέντο/παιχνίδι/πεδίο/σήμα/σύστημα. ~ές: εγκαταστάσεις/παρεμβολές/συσκευές. ~ά: αρχεία/εφέ/συστήματα. ~οί σηματοδότες για τυφλούς. (ΓΛΩΣΣ.) ~ή μονάδα ομιλίας (= φώνημα). Βλ. αντ~, παρ~, υπερ~. ● επίρρ.: ηχητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ακουστικό/ηχητικό/ομιλούν βιβλίο βλ. βιβλίο, ηχητικά κύματα βλ. κύμα, μουσική επένδυση βλ. επένδυση [< μτγν. ἠχητικός ‘αυτός που αντηχεί, ηχηρός’, γαλλ. sonore, αγγλ. sonic, 1918]
20212ηχο- & ηχό-: α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται στον ήχο: ηχο-απορροφητικός/~καρδιογράφημα. Ηχο-γραφώ. Ηχό-χρωμα.
20213ηχοαπορρόφηση[ἠχοαπορρόφηση] η-χο-α-πορ-ρό-φη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. απορρόφηση της ενέργειας ηχητικών κυμάτων που διέρχονται από συγκεκριμένα υλικά ή προσπίπτουν σε ορισμένες επιφάνειες: υψηλή ~ σε χαμηλές συχνότητες. Μετρήσεις/συστήματα ~ης. Ηχομόνωση-~. Βλ. ηχοπροστασία. [< αγγλ. sound absorption, 1935]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.