Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [21040-21060]

IDΛήμμαΕρμηνεία
20183ήσυχος, η, ο [ἥσυχος] ή-συ-χος επίθ. ΑΝΤ. ανήσυχος 1. που χαρακτηρίζεται από ησυχία: ~ος: ύπνος. ~η: βραδιά/ζωή/μέρα. ~ες: διακοπές. ~α: νερά. Καθόταν ~ (= αμίλητος, σιωπηλός). ΣΥΝ. γαλήνιος, ήρεμος. ΑΝΤ. ταραγμένος.|| ~ος: δρόμος/χώρος (για διάβασμα). ~η: γειτονιά/παραλία (πβ. ερημικός). ~ο: δωμάτιο/μέρος. ΑΝΤ. θορυβώδης, πολύβουος.|| Τα παιδιά ήταν πολύ ~α (= δεν έκαναν φασαρία). ΣΥΝ. φρόνιμος. ΑΝΤ. άτακτος, ζωηρός.|| ~ος: άνθρωπος/χαρακτήρας (= ήπιος, πράος). Βλ. φιλ~. 2. που δεν ανησυχεί για κάτι: Μείνε ~, θα τα φροντίσω όλα εγώ! Πβ. αμέριμνος, απερίσπαστος, ξένοιαστος. ● επίρρ.: ήσυχα & (λόγ.) -ύχως: Διαλυθείτε ~ύχως. ● ΦΡ.: αφήνω/παρατάω κάποιον ήσυχο/στην ησυχία του: δεν τον ενοχλώ: Άσε με/παράτα με ~ (: μη με κουράζεις)!|| Γυρίζει όλη την ώρα μες στα πόδια μου και δεν με αφήνει σε ησυχία (: να ηρεμήσω)., έχω τη συνείδησή μου ήσυχη βλ. συνείδηση, έχω το κεφάλι μου ήσυχο βλ. κεφάλι, κοιμάμαι ήσυχος/ήσυχα βλ. κοιμάμαι [< αρχ. ἥσυχος, γαλλ. tranquille]
20184ήτα[ἦτα] ή-τα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: το έβδομο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Βλ. η1. [< αρχ. ἦτα]
20189ήτοι[ἤτοι] ή-τοι μόρ. (αρχαιοπρ.): δηλαδή. ΣΥΝ. ήγουν, τουτέστιν [< αρχ. ἤτοι]
20191ήττα[ἧττα] ήτ-τα ουσ. (θηλ.): αρνητικό αποτέλεσμα αναμέτρησης, συνήθ. αθλητικής, εκλογικής ή πολεμικής, ή γενικότ. αποτυχία προσπάθειας: αναπάντεχη/βαριά/εθνική/οδυνηρή/οριστική/συντριπτική/ταπεινωτική ~. ~ του κόμματος/της ομάδας. Αξιοπρεπής ~ (= ~ με το κεφάλι ψηλά). Τρεις ~ες σε ισάριθμους αγώνες.|| Διπλωματική/προσωπική ~ (βλ. ατυχία, ΑΝΤ. επιτυχία). ΑΝΤ. νίκη ● ΦΡ.: έφαγα ήττα (νεαν. αργκό): απέτυχα ή ταλαιπωρήθηκα: ~ ~ στις εξετάσεις (του μαθήματος). Πβ. την πάτησα.|| Φάγαμε (μεγάλη) ~ περιμένοντας το λεωφορείο μισή ώρα μέσα στο κρύο! Πβ. έφαγα πακέτο. [< αρχ. ἧττα]
20192ηττημένος, η, ο [ἡττημένος] ητ-τη-μέ-νος επίθ.: που έχει ηττηθεί, νικημένος: ~ος: αντίπαλος. ~η: ομάδα. (ως ουσ.) Οι νικητές και οι ~οι (: χαμένοι) του αγώνα/των εκλογών/του παιχνιδιού/του πολέμου. ΑΝΤ. αήττητος, ανίκητος (1) ● ΦΡ.: ουαί τοις ηττημένοις βλ. ουαί [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. ἡττῶμαι]
20193ηττοπάθεια[ἡττοπάθεια] ητ-το-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): φόβος αποτυχίας ή ήττας, συνήθ. λόγω έλλειψης αυτοπεποίθησης: απογοήτευση και ~. Αίσθημα/πνεύμα ~ας. Προσπαθεί να ανατρέψει το κλίμα ~ας. Βλ. εσωστρέφεια, -πάθεια. [< γαλλ. défaitisme, 1915]
20194ηττοπαθής, ής, ές [ἡττοπαθής] ητ-το-πα-θής επίθ.: που χαρακτηρίζεται από ηττοπάθεια, που είναι πεπεισμένος ότι θα υποστεί ήττα ή ότι θα αποτύχει σε μια προσπάθειά του: ~ής: πολιτικός. (ως ουσ.) Περιθωριοποίησε τους ~είς. Πβ. λούζερ.|| (κατ' επέκτ.) ~ής: αντίληψη/λογική. Πβ. μοιρολατρικός. [< γαλλ. défaitiste, 1915]
20195ηττώμαι[ἡττῶμαι] ητ-τώ-μαι ρ. (αμτβ.) {ηττ-άται ... | ηττή-θηκε, -θεί, -μένος} (απαιτ. λεξιλόγ.): υφίσταμαι ήττα, αποτυγχάνω, νικιέμαι: Τα στρατεύματα ~θηκαν κατά κράτος. Η φιλοξενούμενη ομάδα ~θηκε από τους γηπεδούχους με 4-0. Έχει ~θεί ηθικά/ιδεολογικά/πολιτικά. ΣΥΝ. χάνω (5) ΑΝΤ. κερδίζω (1), νικώ (1) [< αρχ. ἡττῶμαι]
20196ήττων, ων, ον βλ. ήσσων
20198ηφαιστειακός, ή, ό [ἡφαιστειακός] η-φαι-στει-α-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με το ηφαίστειο: ~ός: κρατήρας/κώνος. ~ή: δραστηριότητα/έκρηξη/ζώνη/λάβα/λίμνη. ~ό: κέντρο/νησί. ~ές: δυνάμεις. ~ά: εδάφη/πετρώματα/υλικά. Το ~ό τόξο του Nότιου Aιγαίου (: γεωλογικός και γεωγραφικός σχηματισμός που περιλαμβάνει περιοχές με ηφαίστεια). Πβ. ηφαιστειογενής. ΣΥΝ. ηφαιστειώδης (1) ● ΣΥΜΠΛ.: ηφαιστειακή τέφρα/στάχτη βλ. τέφρα [< γαλλ. volcanique]
20199ηφαίστειο[ἡφαίστειο] η-φαί-στει-ο ουσ. (ουδ.) {ηφαιστεί-ου | -ων} 1. ΓΕΩΛ. γεωλογικός σχηματισμός κυρ. στην επιφάνεια της Γης, από το άνοιγμα του οποίου εκχύνεται μάγμα, τεμάχια πετρωμάτων, αέρια και λάβα: υποθαλάσσιο ~. Δραστηριότητα/έκρηξη/ενεργοποίηση/καλντέρα/κρατήρας/κώνος ~ου. Δράση ~ων. Ξύπνησε το ~ (= ενεργοποιήθηκε). 2. (μτφ.) εκρηκτική κατάσταση, που εγκυμονεί ταραχές ή απρόβλεπτες εξελίξεις· φλογερή ιδιοσυγκρασία: Η χώρα έχει μετατραπεί σε πραγματικό κοινωνικό ~.|| Φαίνεται ήρεμος, αλλά στην πραγματικότητα είναι σκέτο ~. (ως παραθετικό σύνθ.) Γυναίκα-~ (ΑΝΤ. παγόβουνο, παγοκολόνα). ● ΣΥΜΠΛ.: ανενεργό ηφαίστειο: ΓΕΩΛ. που έχει εκραγεί σε γεωλογικές εποχές πολύ παλαιότερες των ιστορικών χρόνων., ενεργό ηφαίστειο: ΓΕΩΛ. που έχει εκραγεί στο πρόσφατο παρελθόν ή στα ιστορικά χρόνια. ● ΦΡ.: ηφαίστειο/καζάνι έτοιμο να εκραγεί (μτφ.): για ιδιαίτερα έκρυθμη κατάσταση: Το κόμμα μοιάζει με ~ ~. [< γαλλ. vοlcan]
20200ηφαιστειογενής, ής, ές [ἡφαιστειογενής] η-φαι-στει-ο-γε-νής επίθ. (λόγ.): ΓΕΩΛ. που δημιουργείται ή προκαλείται από ηφαιστειακή δραστηριότητα: ~ής: σεισμός. ~ής: περιοχή. ~ές: νησί/πέτρωμα. ~είς: σχηματισμοί (βλ. τόφος). ~είς: ζώνες. Πβ. εκρηξιγενής. Βλ. -γενής. [< γαλλ. volcanique]
20201ηφαιστειολογία[ἡφαιστειολογία] η-φαι-στει-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Η): ΓΕΩΦ. κλάδος που μελετά την ηφαιστειότητα: σεισμολογία και ~. [< γαλλ. vοlcanologie]
20202ηφαιστειολογικός, ή, ό [ἡφαιστειολογικός] η-φαι-στει-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΓΕΩΦ. που σχετίζεται με την ηφαιστειολογία ή τον ηφαιστειολόγο: ~ός: χάρτης. [< γαλλ. volcanologique]
20203ηφαιστειολόγος[ἡφαιστειολόγος] η-φαι-στει-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γεωλόγος με ειδίκευση στην ηφαιστειολογία. [< γαλλ. volcanologue]
20204ηφαιστειότητα[ἡφαιστειότητα] η-φαι-στει-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΦ. η ηφαιστειακή δραστηριότητα και τα φαινόμενα που συνδέονται με αυτή: έντονη/υποθαλάσσια ~. Σεισμικότητα-~. Η ~ μιας περιοχής. [< γαλλ. volcanisme]
20205ηφαιστειώδης, ης, ες [ἡφαιστειώδης] η-φαι-στει-ώ-δης επίθ. {ηφαιστειώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών} (λόγ.) 1. ηφαιστειακός. Βλ. -ώδης. 2. (μτφ.) εκρηκτικός: ~ες: ταμπεραμέντο.
20206ηχεί[ἠχεῖ] η-χεί ρ. (αμτβ.) {ήχησε, ηχ-ώντας} 1. παράγει ήχο: Ο συναγερµός ~. Γιορτινές μελωδίες/οι σειρήνες ηχούν. Οι καμπάνες ήχησαν πένθιμα/χαρμόσυνα.|| (μτφ.) Έχει αρχίσει να ~ ο κώδωνας του κινδύνου για τις κλιματικές αλλαγές. Πβ. αντ~, σημαίνω, χτυπώ. 2. προκαλεί ορισμένη εντύπωση, έχει συγκεκριμένη απήχηση σε κάποιον: (Κάτι) ~ αρνητικά/παράταιρα/παράφωνα. ~ παράξενο/περίεργο/προκλητικό το γεγονός ότι ... Ακόμα ~ στα αυτιά μου το τραγούδι του. Η φωνή της ηχούσε απειλητική. ΣΥΝ. ακούγεται. [< 1: αρχ. ἠχῶ 2: αγγλ. sound]
20207ηχείο[ἠχεῖο] η-χεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρική διάταξη σε συσκευές μετάδοσης ήχου (ραδιόφωνο, τηλεόραση, τηλέφωνο), η οποία μετατρέπει τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα σε ηχητικά: επαγγελματικά/ηλεκτροστατικά/στερεοφωνικά/φορητά ~α. ~α αυτοκινήτου/δαπέδου/υπολογιστή. Δυνάμωσε τα ~α. Βλ. γούφερ, ενισχυτής, μπάφλα, τουίτερ, χάι-φάι. 2. ΜΟΥΣ. (σε έγχορδα μουσικά όργανα) κοιλότητα στο εσωτερικό της οποίας προκαλείται αντήχηση των ηχητικών κυμάτων, με αποτέλεσμα την ενίσχυση του παραγόμενου ήχου. Πβ. σκάφος. ΣΥΝ. αντηχείο [< μτγν. ἠχεῖον 'τύμπανο', αγγλ. (sound-box) resonator]
20208ηχηρός, ή, ό [ἠχηρός] η-χη-ρός επίθ. ΣΥΝ. βροντερός 1. (μτφ.) που προκαλεί αίσθηση, εντύπωση: ~ός: τίτλος (εντύπου). ~ή: αντίδραση/απάντηση/αποδοκιμασία/απουσία/διαμαρτυρία/μεταγραφή/νίκη/παρουσία. ~ό: μήνυμα/όνομα/όχι/παρόν/ράπισμα/ψέμα. ~ά: λόγια (= βαρύγδουπα, πομπώδη). ΣΥΝ. τρανταχτός (2) 2. που παράγει έντονο, δυνατό ήχο: ~ός: αναστεναγμός/βήχας/κρότος. ~ό: φιλί/(κυριολ. κ. μτφ.) χαστούκι. Πβ. θορυβώδης. ΑΝΤ. αθόρυβος (1), σιγανός (1) ● ΣΥΜΠΛ.: ηχηρά σύμφωνα & (σπάν.) ηχηροί φθόγγοι: ΓΡΑΜΜ. που παράγονται με παλμική κίνηση των φωνητικών χορδών: Στα ~ ~ ανήκουν τα [b], [d], [g], [v], [δ], [γ], [z], [l], [r], [m], [n] και [tz]. ΑΝΤ. άηχα σύμφωνα ● ΦΡ.: και άλλα ηχηρά παρόμοια (ειρων.): οτιδήποτε λέγεται με σκοπό να εντυπωσιάσει: ... να παταχθεί η φοροδιαφυγή, να υπάρξει αξιοκρατία ~ ~. [< γαλλ. sonore]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.