Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [21060-21080]

IDΛήμμαΕρμηνεία
20209ηχηρότητα[ἠχηρότητα] η-χη-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ηχηρού: η ~ των πνευστών και των κρουστών.|| (μτφ.) Η ~ του ονόματος.|| (ΓΡΑΜΜ.) Η ~ των συμφώνων. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. sonorité]
20210ήχηση[ἤχηση] ή-χη-ση ουσ. (θηλ.): παραγωγή ήχου: δοκιμαστική/συνεχής ~ σειρήνων/συναγερμού. Διαδοχική/ταυτόχρονη ~ φθόγγων (πβ. παρ~). Βλ. αντ~, συν~. [< μτγν. ἤχησις ‘ήχος, θόρυβος’]
20211ηχητικός, ή, ό [ἠχητικός] η-χη-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον ήχο: ~ός: εξοπλισμός/συναγερμός/σωλήνας/τόνος. ~ή: εγγραφή/ειδοποίηση/εικόνα (: η εντύπωση που δημιουργεί ένας ήχος στις αισθήσεις μας)/ενέργεια/κάλυψη (εκδήλωσης)/μόνωση (= ηχομόνωση)/πηγή/ποιότητα/ρύπανση (= ηχορύπανση). ~ό: απόσπασμα (από συνέντευξη)/αποτέλεσμα/μήνυμα/ντοκουμέντο/παιχνίδι/πεδίο/σήμα/σύστημα. ~ές: εγκαταστάσεις/παρεμβολές/συσκευές. ~ά: αρχεία/εφέ/συστήματα. ~οί σηματοδότες για τυφλούς. (ΓΛΩΣΣ.) ~ή μονάδα ομιλίας (= φώνημα). Βλ. αντ~, παρ~, υπερ~. ● επίρρ.: ηχητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ακουστικό/ηχητικό/ομιλούν βιβλίο βλ. βιβλίο, ηχητικά κύματα βλ. κύμα, μουσική επένδυση βλ. επένδυση [< μτγν. ἠχητικός ‘αυτός που αντηχεί, ηχηρός’, γαλλ. sonore, αγγλ. sonic, 1918]
20212ηχο- & ηχό-: α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται στον ήχο: ηχο-απορροφητικός/~καρδιογράφημα. Ηχο-γραφώ. Ηχό-χρωμα.
20213ηχοαπορρόφηση[ἠχοαπορρόφηση] η-χο-α-πορ-ρό-φη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. απορρόφηση της ενέργειας ηχητικών κυμάτων που διέρχονται από συγκεκριμένα υλικά ή προσπίπτουν σε ορισμένες επιφάνειες: υψηλή ~ σε χαμηλές συχνότητες. Μετρήσεις/συστήματα ~ης. Ηχομόνωση-~. Βλ. ηχοπροστασία. [< αγγλ. sound absorption, 1935]
20214ηχοαπορροφητικός, ή, ό [ἠχοαπορροφητικός] η-χο-α-πορ-ρο-φη-τι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που απορροφά τον ήχο: ~ή: επένδυση/οροφή. ~ές: επιφάνειες. Ηχομονωτικά-~ά υλικά. [< αγγλ. sound absorptive, 1937]
20215ηχοβολέας[ἠχοβολέας] η-χο-βο-λέ-ας ουσ. (αρσ.) {ηχοβολ-είς, -έων}: ΤΕΧΝΟΛ. αισθητήρας ή συσκευή που μετατρέπει την ηλεκτρική ενέργεια σε υψηλής συχνότητας ηχητικά κύματα και το αντίστροφο: υπερηχογράφημα με χρήση ~α. Βλ. μετατροπέας, υπερηχογράφος.
20216ηχοβολισμός[ἠχοβολισμός] η-χο-βο-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. χρήση ήχων, κυρ. υπερήχων, για την ανίχνευση στόχων: σύστημα ~ού (π.χ. για χαρτογράφηση βυθού). Βλ. ηχοεντοπισμός, -ισμός. [< αγγλ. echo sounding, 1923]
20217ηχοβολιστικό[ἠχοβολιστικό] η-χο-βο-λι-στι-κό ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρονικό σύστημα βυθομετρικής χαρτογράφησης ή εντοπισμού αντικειμένων κάτω από την επιφάνεια του νερού, με εκτόξευση δέσμης ηχητικών κυμάτων, σόναρ: ~ πλευρικής σάρωσης. [< αμερικ. sonar, 1946]
20218ηχοβολιστικός, ή, ό [ἠχοβολιστικός] η-χο-βο-λι-στι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που αναφέρεται στον ηχοβολισμό: ~ό: βυθόμετρο/ραντάρ/σύστημα. ~ή: συσκευή (= ηχοβολιστικό).
20219ηχογράφηση[ἠχογράφηση] η-χο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ηχογραφώ: ανέκδοτη (: που δεν έχει κυκλοφορήσει)/ερασιτεχνική/σπάνια/ψηφιακή ~. ~ εκπομπής/συνομιλίας. Στούντιο/τεχνικές ~ης. Αυθεντικές/θεατρικές/ιστορικές/μουσικές/παλιές ~ήσεις. Ζωντανή ~ της συναυλίας. Βλ. -γράφηση. [< αγγλ. (sound) recording]
20220ηχογραφώ[ἠχογραφῶ] η-χο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {ηχογραφ-είς ..., -ώντας | ηχογράφ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: καταγράφω ήχο σε ειδικό μέσο εγγραφής και αναπαραγωγής του, όπως σε ψηφιακό δίσκο, μαγνητοταινία, δίσκο βινυλίου: ~ησε έργα Ελλήνων συνθετών/τη συνομιλία τους. Πρόκειται να ~ήσει το νέο της άλμπουμ/το πρώτο προσωπικό του σιντί. ~ημένος: διάλογος. ~ημένη: μουσική. ~ημένο: μήνυμα. ~ημένα: βιβλία (= ομιλούντα)/τραγούδια. Δίσκος ζωντανά ~ημένος (κυρ. από συναυλία). Βλ. -γραφώ. [< αγγλ. record, 1927]
20221ηχοεντοπισμός[ἠχοεντοπισμός] η-χο-ε-ντο-πι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. μέθοδος για τον εντοπισμό υποβρύχιων αντικειμένων, η οποία βασίζεται στον υπολογισμό του χρόνου που παρέρχεται από την εκπομπή ενός ηχητικού παλμού, από ειδικό σύστημα, μέχρι τη λήψη της ανάκλασής του. Βλ. ηχοβολισμός. 2. ΒΙΟΛ. τρόπος με τον οποίο προσανατολίζονται ορισμένα ζώα, κυρ. δελφίνια, νυχτερίδες, ή εντοπίζουν τη λεία τους μέσω της ανάκλασης των υπερήχων που εκπέμπουν. Βλ. -ισμός. [< 1: αμερικ. sonar, 1946, 2: αγγλ. echolocation, περ. 1944, γαλλ. écholocation, περ. 1950]
20222ηχοκαρδιογράφημα[ἠχοκαρδιογράφημα] η-χο-καρ-δι-ο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. υπερηχοκαρδιογράφημα. [< αγγλ. echocardiogram, 1967, γαλλ. échocardiogramme, περ. 1980]
20223ηχοκαρδιογραφία[ἠχοκαρδιογραφία] η-χο-καρ-δι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπερηχοκαρδιογραφία. [< αγγλ. echocardiography, 1965]
20224ηχολήπτης[ἠχολήπτης] η-χο-λή-πτης ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. ηχολήπτρια}: τεχνικός ειδικευμένος στην ηχοληψία, υπεύθυνος για την τεχνική και καλλιτεχνική ποιότητα των ηχητικών εγγραφών: βοηθός ~η (πβ. µπούµαν). Οι ~ες του ραδιοσταθμού. Πβ. φωνολήπτης. Βλ. -λήπτης. [< γαλλ. preneur de son]
20225ηχοληπτικός, ή, ό [ἠχοληπτικός] η-χο-λη-πτι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ηχοληψία ή τον ηχολήπτη: ~ός: εξοπλισμός. ~ές: εγκαταστάσεις/συσκευές. ~ή και εικονοληπτική τεχνολογία. ~ές και ηχογραφικές εργασίες. Μίκτες ~ών εφαρμογών (βλ. κονσόλα). Πβ. φωνοληπτικός.
20226ηχοληψία[ἠχοληψία] η-χο-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.): σύνολο τεχνικών για την εγγραφή, ενίσχυση και μείξη του ήχου σε ραδιοτηλεοπτικές, κινηματογραφικές ή άλλες παραγωγές: ~ συναυλιών. Στούντιο ~ας. Πβ. φωνοληψία. Βλ. -ληψία. [< γερμ. Tonaufnahme, γαλλ. prise de son]
20227ηχόμετρο[ἠχόμετρο] η-χό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο για τη μέτρηση της έντασης των ήχων σε ντεσιμπέλ. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. sonomètre]
20228ηχομιμητικός, ή, ό [ἠχομιμητικός] η-χο-μι-μη-τι-κός επίθ.: που αποτελεί προϊόν της φωνητικής μίμησης χαρακτηριστικών ήχων: (ΓΛΩΣΣ.) ~ές: εκφράσεις/λέξεις (: γαβ, κρα, νιάου). Η λέξη γουργουρίζω είναι ~ή (< γουρ-γουρ-ίζω). Πβ. ονοματοποιημένος.|| ~ή συσκευή προσέλκυσης ορτυκιών. ● Ουσ.: ηχομιμητική (η): ΓΛΩΣΣ. ονοματοποιία. [< γερμ. lautnachahmend]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.