Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [21060-21080]

IDΛήμμαΕρμηνεία
20214ηχοαπορροφητικός, ή, ό [ἠχοαπορροφητικός] η-χο-α-πορ-ρο-φη-τι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που απορροφά τον ήχο: ~ή: επένδυση/οροφή. ~ές: επιφάνειες. Ηχομονωτικά-~ά υλικά. [< αγγλ. sound absorptive, 1937]
20215ηχοβολέας[ἠχοβολέας] η-χο-βο-λέ-ας ουσ. (αρσ.) {ηχοβολ-είς, -έων}: ΤΕΧΝΟΛ. αισθητήρας ή συσκευή που μετατρέπει την ηλεκτρική ενέργεια σε υψηλής συχνότητας ηχητικά κύματα και το αντίστροφο: υπερηχογράφημα με χρήση ~α. Βλ. μετατροπέας, υπερηχογράφος.
20216ηχοβολισμός[ἠχοβολισμός] η-χο-βο-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. χρήση ήχων, κυρ. υπερήχων, για την ανίχνευση στόχων: σύστημα ~ού (π.χ. για χαρτογράφηση βυθού). Βλ. ηχοεντοπισμός, -ισμός. [< αγγλ. echo sounding, 1923]
20217ηχοβολιστικό[ἠχοβολιστικό] η-χο-βο-λι-στι-κό ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρονικό σύστημα βυθομετρικής χαρτογράφησης ή εντοπισμού αντικειμένων κάτω από την επιφάνεια του νερού, με εκτόξευση δέσμης ηχητικών κυμάτων, σόναρ: ~ πλευρικής σάρωσης. [< αμερικ. sonar, 1946]
20218ηχοβολιστικός, ή, ό [ἠχοβολιστικός] η-χο-βο-λι-στι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που αναφέρεται στον ηχοβολισμό: ~ό: βυθόμετρο/ραντάρ/σύστημα. ~ή: συσκευή (= ηχοβολιστικό).
20219ηχογράφηση[ἠχογράφηση] η-χο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ηχογραφώ: ανέκδοτη (: που δεν έχει κυκλοφορήσει)/ερασιτεχνική/σπάνια/ψηφιακή ~. ~ εκπομπής/συνομιλίας. Στούντιο/τεχνικές ~ης. Αυθεντικές/θεατρικές/ιστορικές/μουσικές/παλιές ~ήσεις. Ζωντανή ~ της συναυλίας. Βλ. -γράφηση. [< αγγλ. (sound) recording]
20220ηχογραφώ[ἠχογραφῶ] η-χο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {ηχογραφ-είς ..., -ώντας | ηχογράφ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: καταγράφω ήχο σε ειδικό μέσο εγγραφής και αναπαραγωγής του, όπως σε ψηφιακό δίσκο, μαγνητοταινία, δίσκο βινυλίου: ~ησε έργα Ελλήνων συνθετών/τη συνομιλία τους. Πρόκειται να ~ήσει το νέο της άλμπουμ/το πρώτο προσωπικό του σιντί. ~ημένος: διάλογος. ~ημένη: μουσική. ~ημένο: μήνυμα. ~ημένα: βιβλία (= ομιλούντα)/τραγούδια. Δίσκος ζωντανά ~ημένος (κυρ. από συναυλία). Βλ. -γραφώ. [< αγγλ. record, 1927]
20221ηχοεντοπισμός[ἠχοεντοπισμός] η-χο-ε-ντο-πι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. μέθοδος για τον εντοπισμό υποβρύχιων αντικειμένων, η οποία βασίζεται στον υπολογισμό του χρόνου που παρέρχεται από την εκπομπή ενός ηχητικού παλμού, από ειδικό σύστημα, μέχρι τη λήψη της ανάκλασής του. Βλ. ηχοβολισμός. 2. ΒΙΟΛ. τρόπος με τον οποίο προσανατολίζονται ορισμένα ζώα, κυρ. δελφίνια, νυχτερίδες, ή εντοπίζουν τη λεία τους μέσω της ανάκλασης των υπερήχων που εκπέμπουν. Βλ. -ισμός. [< 1: αμερικ. sonar, 1946, 2: αγγλ. echolocation, περ. 1944, γαλλ. écholocation, περ. 1950]
20222ηχοκαρδιογράφημα[ἠχοκαρδιογράφημα] η-χο-καρ-δι-ο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. υπερηχοκαρδιογράφημα. [< αγγλ. echocardiogram, 1967, γαλλ. échocardiogramme, περ. 1980]
20223ηχοκαρδιογραφία[ἠχοκαρδιογραφία] η-χο-καρ-δι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπερηχοκαρδιογραφία. [< αγγλ. echocardiography, 1965]
20224ηχολήπτης[ἠχολήπτης] η-χο-λή-πτης ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. ηχολήπτρια}: τεχνικός ειδικευμένος στην ηχοληψία, υπεύθυνος για την τεχνική και καλλιτεχνική ποιότητα των ηχητικών εγγραφών: βοηθός ~η (πβ. µπούµαν). Οι ~ες του ραδιοσταθμού. Πβ. φωνολήπτης. Βλ. -λήπτης. [< γαλλ. preneur de son]
20225ηχοληπτικός, ή, ό [ἠχοληπτικός] η-χο-λη-πτι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ηχοληψία ή τον ηχολήπτη: ~ός: εξοπλισμός. ~ές: εγκαταστάσεις/συσκευές. ~ή και εικονοληπτική τεχνολογία. ~ές και ηχογραφικές εργασίες. Μίκτες ~ών εφαρμογών (βλ. κονσόλα). Πβ. φωνοληπτικός.
20226ηχοληψία[ἠχοληψία] η-χο-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.): σύνολο τεχνικών για την εγγραφή, ενίσχυση και μείξη του ήχου σε ραδιοτηλεοπτικές, κινηματογραφικές ή άλλες παραγωγές: ~ συναυλιών. Στούντιο ~ας. Πβ. φωνοληψία. Βλ. -ληψία. [< γερμ. Tonaufnahme, γαλλ. prise de son]
20227ηχόμετρο[ἠχόμετρο] η-χό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο για τη μέτρηση της έντασης των ήχων σε ντεσιμπέλ. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. sonomètre]
20228ηχομιμητικός, ή, ό [ἠχομιμητικός] η-χο-μι-μη-τι-κός επίθ.: που αποτελεί προϊόν της φωνητικής μίμησης χαρακτηριστικών ήχων: (ΓΛΩΣΣ.) ~ές: εκφράσεις/λέξεις (: γαβ, κρα, νιάου). Η λέξη γουργουρίζω είναι ~ή (< γουρ-γουρ-ίζω). Πβ. ονοματοποιημένος.|| ~ή συσκευή προσέλκυσης ορτυκιών. ● Ουσ.: ηχομιμητική (η): ΓΛΩΣΣ. ονοματοποιία. [< γερμ. lautnachahmend]
20229ηχομόνωση[ἠχομόνωση] η-χο-μό-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μείωση της έντασης των ήχων με χρήση ειδικών υλικών και διατάξεων, ικανότητα κατασκευής να μην επιτρέπει τη μετάδοση του ήχου από έναν χώρο σε γειτονικούς· συνεκδ. τα ίδια τα υλικά ή οι αντίστοιχες κατασκευές: ~ δαπέδων/κτιρίων.|| Παράθυρα με ~. Προϊόντα για ~ώσεις. Βλ. ηχοπροστασία, θερμομόνωση. [< γερμ. Schallisolation]
20230ηχομονωτικός, ή, ό [ἠχομονωτικός] η-χο-μο-νω-τι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με την ηχομόνωση: ~ή: επένδυση (τοίχου)/προστασία. ~ές: πόρτες/ταινίες. ~ά: προϊόντα. Διπλά ~ά τζάμια. Ηχοαπορροφητικά-~ά υλικά (οικοδομικής και βιομηχανικής χρήσης). Βλ. θερμομονωτικός.
20231ηχοπαγίδα[ἠχοπαγίδα] η-χο-πα-γί-δα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που μειώνει τη μετάδοση του θορύβου: ~ες αεραγωγών/ανεμιστήρων/βιομηχανικών εγκαταστάσεων/κλιματισμού. [< αγγλ. sound trap]
20232ηχοπέτασμα[ἠχοπέτασμα] η-χο-πέ-τα-σμα ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: κάθε μέσο το οποίο μειώνει κυρ. τη διάδοση του θορύβου: ~ από διαφανές πλεξιγκλάς. ~ατα με ηχοαπορροφητικό υλικό. [< αγγλ. noise barrier]
20233ηχοπροστασία[ἠχοπροστασία] η-χο-προ-στα-σί-α ουσ. (θηλ.): προστασία και προφύλαξη από κάθε μορφής θορύβους: ~ εργαζομένων/κτιρίων. Υλικά και συστήματα ηχομόνωσης και ~ας. Βλ. ηχο-απορρόφηση, -ρύπανση, ηλιο-, θερμο-προστασία. [< αγγλ. sound-protection]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.