| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20234 | ηχορύπανση | [ἠχορύπανση] η-χο-ρύ-παν-ση ουσ. (θηλ.) & ηχορρύπανση: ενοχλητικός και δυνητικά επιβλαβής ανθρωπογενής θόρυβος: ~ και ηχοπροστασία. Πηγές ~ης (: κυρ. αυτοκίνητα, μηχανάκια, αεροπλάνα). [< αγγλ. noise pollution, 1966] | |
| 20235 | ήχος | [ἦχος] ή-χος ουσ. (αρσ.) 1. ΦΥΣ. ερέθισμα που μπορεί να γίνει αντιληπτό από τα όργανα της ακοής και διαδίδεται μέσω των κυμάτων που παράγονται από την παλμική κίνηση, δηλ. τη δόνηση, ταλάντωση ενός σώματος: χαρακτηριστικά του ~ου: η ένταση (: ισχυρός ή ασθενής· βλ. ντεσιμπέλ), το ύψος (: βαρύς ή οξύς), το ποιόν (βλ. ηχόχρωμα). Η συχνότητα (βλ. χερτς)/η ταχύτητα του ~ου. Πηγή ~ου. Τα είδη των ~ων: απλοί (βλ. διαπασών), σύνθετοι ~οι. Βλ. ακουστική, υπέρ-, υπό-ηχος. 2. (κατ' επέκτ.) το συγκεκριμένο ακουστικό αίσθημα: ο ~ της καμπάνας/της φωνής (πβ. χροιά). Ακούστηκε ένας ανεπαίσθητος/γλυκός/διαπεραστικός/δυνατός (πβ. θόρυβος)/εκκωφαντικός/ευχάριστος/καθαρός/μελωδικός/πένθιμος/ρυθμικός/υπόκωφος ~. Κάτι βγάζει/κάνει/παράγει έναν περίεργο/χαρακτηριστικό ~ο. Χόρευαν υπό τους ~ους της κιθάρας/του κλαρίνου. Γνώριμοι ~οι της εξοχής (= χαρακτηριστικά ακούσματα). ~οι απ' όλο τον κόσμο (= μουσικές). Βλ. απόηχος. 3. ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. ηχητικό σήμα: αναλογικός/ψηφιακός ~. Εγγραφή ~ου (= ηχογράφηση). Δυναμική/επεξεργασία (βλ. ψηφιοποίηση)/(ανα)παραγωγή ~ου. Υψηλή πιστότητα και ποιότητα ~ου. Μηχανήματα/συσκευές ~ου (π.χ. ηχεία, ενισχυτές, ηχοσυστήματα, ραδιόφωνα, σιντί πλέιερ, μικρόφωνα, ακουστικά, επεξεργαστές, μεγάφωνα, κονσόλες, στερεοφωνικά). Συστήματα ~ου και εικόνας (= πολυμέσα). (ΠΛΗΡΟΦ.) Αρχεία/κάρτα ~ου.|| (σε παραστάσεις) Επιμέλεια ~ου (= ηχοληψία). Μηχανικός/τεχνικός ~ου (= ηχολήπτης). 4. ΤΕΧΝΟΛ. ηχητική ένταση ή/και ποιότητα: ρύθμιση του ~ου. Έχουμε πρόβλημα με τον ~ο. Δυναμώνω/χαμηλώνω τον ~ο. 5. ΜΟΥΣ. (στη βυζαντινή μουσική) τρόπος: ~ πρώτος/δεύτερος/τρίτος/τέταρτος/πλάγιος του πρώτου, του δευτέρου, του τρίτου, του τετάρτου (: οι οκτώ ~οι, τέσσερις αυθεντικοί και τέσσερις πλάγιοι, βλ. οκταηχία). Βλ. γένος, ήθος. ● ΣΥΜΠΛ.: ήχος και φως: είδος νυχτερινού θεάματος, συνήθ. σε ιστορικό χώρο, κυρ. μνημείο, το οποίο συνδυάζει φωτιστικά εφέ με λόγο και μουσική. [< γαλλ. son et lumière, 1957] , το φράγμα του ήχου βλ. φράγμα ● ΦΡ.: σε ήχο πλάγιο (ειρων.) 1. έμμεσα: Μίλησε ~ ~. 2. (αργκό) για έντονη επίπληξη, κατσάδιασμα: Τα άκουσε/τον έψαλε ~ ~. ΣΥΝ. ακούω/ψέλνω σε κάποιον τον εξάψαλμο. [< αρχ. ἦχος, γαλλ. son 3,4: αγγλ. sound, audio] | |
| 20236 | ηχοστάθμη | [ἠχοστάθμη] η-χο-στάθ-μη ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. η στάθμη της ηχητικής πίεσης σε ντεσιμπέλ: ανώτατη/μέγιστη επιτρεπτή ~. Μέτρηση/όριο ~ης. Τιμές αποδεκτής ~ης οχημάτων. [< αγγλ. sound level, 1931] | |
| 20237 | ηχοσύστημα | [ἠχοσύστημα] η-χο-σύ-στη-μα ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρονικό σύστημα ενίσχυσης ή αναπαραγωγής ήχου: ασύρματο/οικιακό/στερεοφωνικό/φορητό ~. ~ αυτοκινήτου. [< αγγλ. sound system] | |
| 20238 | ηχόχρωμα | [ἠχόχρωμα] η-χό-χρω-μα ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. ιδιαίτερη χροιά ήχου: το ~ των εγχόρδων/του πιάνου/μιας φωνής (= χρώμα). Μουσικά/ζεστά/πλούσια ~ατα από πνευστά και κρουστά. [< γερμ. Klangfarbe] | |
| 20239 | ηχώ | [ἠχώ] η-χώ ουσ. (θηλ.) {ηχούς} 1. ΦΥΣ. επιστροφή του ήχου ύστερα από ανάκλαση των ηχητικών κυμάτων σε κάποιο εμπόδιο: η ~ της φωνής. Πβ. αντήχηση.|| (μτφ.) Η ~ του παρελθόντος (πβ. απόηχος). ΣΥΝ. αντίλαλος (1) 2. (σπάν.-μτφ.) φερέφωνο: Είναι η ~ των λόγων του πατέρα του. [< αρχ. ἠχώ, γαλλ. écho, αγγλ. echo] | |
| 20240 | Ηώκαινο | [Ἠώκαινο] Η-ώ-και-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -αίνου}: ΓΕΩΛ. εποχή της κατώτερης τριτογενούς περιόδου, μετά το Παλαιόκαινο και πριν από το Ολιγόκαινο: ανώτερο/μέσο ~. [< γαλλ. éocène, αγγλ. eocene] | |
| 20241 | ηωσίνη | [ἠωσίνη] η-ω-σί-νη ουσ. (θηλ.) & εωσίνη: ΧΗΜ. ερυθρή υδατοδιαλυτή χρωστική ουσία (σύμβ. C20H8Br4O5). Βλ. -ίνη. [< γαλλ. éosine, αγγλ. eosin < ἕως ‘αυγή’] | |
| 20242 | ηωσινόφιλα | [ἠωσινόφιλα] η-ω-σι-νό-φι-λα ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (λόγ.) -ίλων | σπανιότ. στον εν. ηωσινόφιλο} & (σπάν.) εωσινόφιλα: ΙΑΤΡ. κατηγορία λευκών αιμοσφαιρίων (κοκκιοκυττάρων), που χρωματίζονται με την ηωσίνη και ο αριθμός τους αυξάνεται σημαντικά κατά τη διάρκεια ορισμένων αλλεργικών ή παρασιτικών νοσημάτων. [< γαλλ. éosinophile, αγγλ. eosinophil] | |
| 20243 | ηωσινοφιλία | [ἠωσινοφιλία] η-ω-σι-νο-φι-λί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. σχηματισμός και συγκέντρωση ασυνήθιστα μεγάλου αριθμού ηωσινόφιλων στο αίμα: ασυμπτωματική/κληρονομική/περιφερική ~. 2. η ιδιότητα των ηωσινόφιλων να χρωματίζονται με την ηωσίνη. Βλ. -φιλία. [< γαλλ. éosinophilie 1903, αγγλ. eosinophilia 1900] | |
| 58763 | ηωσινοφιλικός | , ή, ό [ἠωσινοφιλικός] η-ω-σι-νο-φι-λι-κός επίθ. & ηωσινόφιλος, η, ο: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στα ηωσινόφιλα ή στην ηωσινοφιλία: ~ή: γαστρεντερίτιδα/οισοφαγίτιδα/φλεγμονή. [< αγγλ. eosinophilic, 1900, γαλλ. éosinophile] | |
| 20244 | θ | (πρόφ. θήτα) 1. το όγδοο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει τον συμφωνικό φθόγγο [θ]: ~ κεφαλαίο (Θ). ~ μικρό (θ). Πβ. θήτα. Βλ. σύμφωνο. 2. ένατος σε μια σειρά χρονική, ιεραρχική ή αξιολογική: (συνήθ. με τόνο θ΄/Θ΄) Διάγραμμα/πίνακας ~. ~ μαθητιάδα. ~ κεφάλαιο. 3. (σε αρίθμηση, με τόνο κάτω αριστερά: ,Θ ή ,θ:) εννιά χιλιάδες. [< αρχ. Θ, μεσν. θ] | |
| 20245 | θα | μόρ. 1. για τον σχηματισμό μελλοντικών χρόνων (εξακολουθητικού, στιγμιαίου και τετελεσμένου μέλλοντα): ~ γράφω/γράψω/έχω γράψει. ~ σε θυμάμαι. Τι ~ γίνει τελικά; ~ δω. ~ έρθω αύριο. ~ αποφασίσω/κοιτάξω και ~ σου πω. Πότε ~ ξέρουμε σίγουρα; ~ έχουμε φύγει, μέχρι να φτάσεις. Πβ. θε να. 2. για τον σχηματισμό δυνητικών εγκλίσεων, κυρ. προς δήλωση του μη πραγματικού: ~ έφευγα νωρίτερα, αν δεν με καθυστερούσε. ~ ερχόμουν, αλλά αρρώστησα.|| (σε φράσεις ευγενικής παράκλησης) ~ είχατε την καλοσύνη να .../μπορούσατε να ...; Τι ~ θέλατε; 3. (+ οριστική όλων των χρόνων) για τη δήλωση του πιθανού: ~ ήμουν μικρός, όταν ... ~ σου φανεί περίεργο, αλλά ... Κάτι ~ (= πρέπει να) συνέβη, για να μην πάρει τηλέφωνο. ~ έχεις ακούσει τι έπαθα. ΣΥΝ. ίσως ● Ουσ.: θα (το): ψεύτικες υποσχέσεις: Είναι όλο ~ και ~. [< μεσν. θα] | |
| 20246 | θάβω | θά-βω ρ. (μτβ.) {έθα-ψα, θά-ψει, -φτηκε (λόγ. τάφηκε κ. ετάφη, μτχ. τα-φείς, -φείσα, -φέν), θα-φτεί (λόγ.) ταφεί, θαμμένος, θάβ-οντας} & (λόγ.) θάπτω & (λαϊκό) θάφτω 1. τοποθετώ σώμα νεκρού μέσα στη γη, σε τάφο, ενταφιάζω: Έχει ταφεί στο Α’ Νεκροταφείο. Θάφτηκε/ετάφη (= κηδεύτηκε) με τιμές ήρωα.|| Έσκαψε έναν λάκκο και ~ψε το πεθαμένο γατάκι. ΑΝΤ. ξεθάβω (1) 2. κρύβω βαθιά στη γη· κατ' επέκτ. εξαφανίζω: ~ κάτι στην άμμο/στο έδαφος. Tο σκυλί ~ψε το κόκαλο στο χώμα. Τόνοι σκουπιδιών ~ονται σε χωματερές. Θαμμένος: θησαυρός. ΑΝΤ. ξεθάβω.|| (μτφ.-προφ.) Πού τα έχεις θάψει τα χαρτιά και δεν τα βρίσκω; Πβ. καταχωνιάζω, (παρα)χώνω.|| (μτφ.) Θάφτηκε κάθε ελπίδα (= εξανεμίστηκε, έσβησε, πέθανε, χάθηκε). 3. {συνήθ. μεσοπαθ.} (μτφ.) καταπλακώνω: Χιλιάδες άνθρωποι θάφτηκαν ζωντανοί κάτω από τα ερείπια/τόνους λάσπης/τα χαλάσματα. Πβ. εγκλωβίζω, παγιδεύω. ΑΝΤ. ανασύρω, απεγκλωβίζω.|| Το σπίτι θάφτηκε κάτω από το χιόνι. Θαμμένος οικισμός. Πβ. καλύπτω, σκεπάζω. 4. (προφ.) αποκρύπτω, αποσιωπώ: Το κανάλι ~ψε την είδηση. Το πόρισμα θάφτηκε στα συρτάρια του Υπουργείου. Το θέμα θάφτηκε (= κουκουλώθηκε, σκεπάστηκε, συγκαλύφθηκε) από τα διεθνή ΜΜΕ. Θαμμένα μυστικά. ΑΝΤ. αποκαλύπτω (1), δημοσιοποιώ, ξεθάβω (2), ξεσκεπάζω (2) 5. (αργκό) κάνω σχόλια σε βάρος κάποιου σε τρίτα πρόσωπα, εκφράζομαι αρνητικά γι' αυτόν, τον δυσφημώ: Τη ~ει κανονικά πίσω από την πλάτη της. Πβ. κακολογώ, κουτσομπολεύω, ρίχνω/πετάω λάσπη, συκοφαντώ, υπονομεύω, φτυαρίζω.|| Η ταινία θάφτηκε από τους κριτικούς. ΑΝΤ. εγκωμιάζω, εκθειάζω, επαινώ 6. (μτφ.-εμφατ.) ζημιώνω, βλάπτω: Η απόφαση τον ~ψε. Νομοσχέδιο που ~ει τους εργαζόμενους (πβ. θίγω). Τους ~ψε με τα λάθη του. ΣΥΝ. καταστρέφω (2), χαντακώνω ΑΝΤ. βοηθώ (1), ωφελώ 7. (μτφ.) προσπαθώ να ξεχάσω, απωθώ από τη μνήμη μου: Αναμνήσεις/όνειρα/συναισθήματα που έχουν θαφτεί βαθιά στο μυαλό/στην ψυχή. Βλ. καταπνίγω. ● Παθ.: θάβομαι (μτφ.): μένω σε τόπο ή σε θέση που δεν μου παρέχει δυνατότητες επαγγελματικής και κοινωνικής ανέλιξης: Θάφτηκε/έχει θαφτεί σε ένα μικρό χωριό. ● ΦΡ.: θα μας θάψει όλους (μτφ.-ειρων.): για ηλικιωμένο που φαίνεται ότι θα ζήσει πολλά χρόνια ακόμα: Είναι σκληρό καρύδι/έχει γερή κράση, να δεις που ~ ~!, τώρα που βρήκαμε παπά, ας/να θάψουμε πεντέξι βλ. παπάς [< μεσν. θάβω] | |
| 20247 | θαλαμάρχης | θα-λα-μάρ-χης ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. υπεύθυνος, συνήθ. έφεδρος υπαξιωματικός, για την τάξη και τη σωστή λειτουργία θαλάμου. Βλ. -άρχης. [< γαλλ. chef de chambrée] | |
| 20248 | θαλάμη | θα-λά-μη ουσ. (θηλ.) 1. το τμήμα της κάννης όπλου στο οποίο τοποθετείται η σφαίρα: ~ περιστρόφου. Γεμιστήρας και ~. Φυσίγγια στη ~. 2. θαλάμι. 3. ΑΝΑΤ. (σπάν.) κοίλωμα, κοιλότητα: ρινικές ~ες (= ρουθούνια). Πβ. θάλαμος. [< 1: γαλλ. chambre 2,3: αρχ. θαλάμη] | |
| 20249 | θαλαμηγός | θα-λα-μη-γός ουσ. (θηλ.): πολυτελές σκάφος αναψυχής: ιδιωτική/μηχανοκίνητη ~. Ενοικιάζεται ~ με πλήρωμα. Κρουαζιέρα με ~ό.|| (σπάν. ως επίθ.) ~ό: πλοίο. Πβ. γιοτ, κότερο. [< μτγν. θαλαμηγός ‘πλοίο με καμπίνες’, αγγλ. yacht] | |
| 20250 | θαλαμηπόλος | θα-λα-μη-πό-λος ουσ. (αρσ. + θηλ.): υπεύθυνος για την τακτοποίηση δωματίων, συνήθ. χώρων ενδιαίτησης πλοίων: ~ επιβατηγού. Βοηθός ~ου. Πβ. καμαριέρα. Βλ. αρχι~.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ στο Πολεμικό Ναυτικό. Πβ. καμαρότος. [< αρχ. θαλαμηπόλος] | |
| 20251 | θαλάμι | θα-λά-μι ουσ. (ουδ.) (κοινό): φωλιά υδρόβιων ζώων σε κοιλότητες βράχων ή στην άμμο: Το ~ του κάβουρα/του ροφού/του χταποδιού. ΣΥΝ. θαλάμη (2) [< αρχ. θαλάμη] | |
| 20252 | θαλαμίσκος | θα-λα-μί-σκος ουσ. (αρσ.) (υποκ.): μικρός, κλειστός χώρος με στενό άνοιγμα: ~ αεροπλάνου/ανελκυστήρα. Βλ. καμπίνα, κουβούκλιο. ● ΣΥΜΠΛ.: διαστημικός θαλαμίσκος: τμήμα διαστημόπλοιου, όπου διαμένει το πλήρωμα. Πβ. κάψουλα. [< αγγλ. space capsule, 1959] [< μτγν. θαλαμίσκος 'μικρός κοιτώνας'] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ