| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20253 | θαλαμοειδής | , ής, ές θα-λα-μο-ει-δής επίθ. (επιστ.): βλ. -ειδής. Μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: θαλαμωτός/θαλαμοειδής τάφος βλ. θαλαμωτός | |
| 20254 | θάλαμος | θά-λα-μος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άμου} 1. κλειστή κατασκευή ή χώρος μικρών σχετικά διαστάσεων με συγκεκριμένη χρήση: ~ καύσης απορριμμάτων (πβ. κλίβανος). ~ δοκιμών. Ψυκτικός ~ συντήρησης. Στεγανός ~ με ρυθμιζόμενη πίεση αέρα. Αεροστεγής ~ μέτρησης. ~οι ψυγείων. (ΦΥΣ. ΠΥΡ.) ~ ασφαλείας χημικών αντιδραστηρίων/φυσαλίδων υδρογόνου. ~ (ΒΟΤ.) επώασης σπόρων/(ΦΥΣ.) κενού. Θερμοκρασία ~άμου. Βλ. θερμο~.|| Τηλεφωνικός ~ (παλαιότ.). ~ επιβατών/πληρώματος. ~ ανελκυστήρα (= καμπίνα)/αυτοκινήτου (πβ. κλωβός)/διακυβέρνησης (= πιλοτήριο, κόκπιτ)/οδήγησης/πλοήγησης/της σάουνας (πβ. κουβούκλιο). ~ ελέγχου αεροσκάφους. ~ αποσυμπίεσης (π.χ. για δύτες, πιλότους, αστροναύτες). Βλ. αερο~, ραδιο~. 2. μεγάλη αίθουσα νοσοκομείου, στρατώνα ή φυλακής, συνήθ. κοιτώνας: (ΙΑΤΡ.) ~ αρνητικής πίεσης (: για αρρώστους με μολυσματικές ασθένειες όπου ο κυκλοφορούμενος αέρας δεν απελευθερώνεται σε άλλους χώρους)/ασθενών/επειγόντων περιστατικών/νεογνών/τοκετού. ~ βραχείας νοσηλείας έξι κλινών. ~ απομόνωσης (στη ΜΕΘ). Βλ. προ~.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ οπλιτών. ~ με πενήντα κρεβάτια. (συνεκδ.) Όλος ο ~ μιλούσε για ...|| Ο ~ Επιχειρήσεων του Λιμενικού. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ. κτιστός υπόγειος τάφος: νεκρικός/ταφικός ~. Βλ. θησαυρός1, νεκρο~. 4. ΑΝΑΤ. κοιλότητα: ο οπίσθιος/πρόσθιος ~ του οφθαλμικού βολβού. Πβ. θαλάμη. ● ΣΥΜΠΛ.: θάλαμος αερίων 1. ΙΣΤ. ειδικός χώρος σε ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, μέσα στον οποίο γίνονταν μαζικές θανατώσεις κρατουμένων με χρήση δηλητηριωδών αερίων: ~οι ~ και κρεματόρια/φούρνοι. Βλ. ολοκαύτωμα. 2. (μτφ.) περιοχή με μολυσμένη και αποπνικτική ατμόσφαιρα εξαιτίας της αυξημένης συγκέντρωσης αέριων ρύπων. [< αγγλ. gas chamber, 1945] , οπτικός θάλαμος & θάλαμος: ΑΝΑΤ. καθένας από τους δύο σχηματισμούς από φαιά ουσία που αναμεταδίδουν αισθητικά ερεθίσματα προς τον εγκεφαλικό φλοιό. [< γαλλ.-αγγλ. thalamus] , σκοτεινός θάλαμος ΦΩΤΟΓΡ. 1. σκοτεινό δωμάτιο με ειδικά εξαρτήματα, λεκάνες με χημικά εμφάνισης, εκτυπωτική μηχανή, και εξαερισμό μέσα στο οποίο γίνεται εμφάνιση και εκτύπωση φιλμ. Πβ. εμφανιστήριο.|| ψηφιακός ~ ~. 2. βασικό τμήμα της παραδοσιακής φωτογραφικής μηχανής με τη μορφή μικρού κουτιού με μαύρα εσωτερικά τοιχώματα, στη μια πλευρά του οποίου υπάρχει άνοιγμα, όπου εφαρμόζεται ο συγκεντρωτικός φακός. Βλ. διάφραγμα, φωτοφράκτης. [< γαλλ. chambre noire] , θάλαμος ιονισμού βλ. ιονισμός [< 1,2,3: αρχ. θάλαμος 1,2,4: γαλλ. chambre, αγγλ. chamber] | |
| 20255 | θαλαμοφύλακας | θα-λα-μο-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. επιτηρητής θαλάμου. Βλ. -φύλακας. [< γαλλ. garde de chambrée] | |
| 20256 | θαλαμοφυλίκι | θα-λα-μο-φυ-λί-κι ουσ. (ουδ.) (στρατ. αργκό): φύλαξη θαλάμου σε στρατώνα. Βλ. -ίκι. | |
| 20257 | θαλαμωτός | , ή, ό θα-λα-μω-τός επίθ.: που αποτελείται από θαλάμους: ~ές: σπηλιές. ● ΣΥΜΠΛ.: θαλαμωτός/θαλαμοειδής τάφος: ΑΡΧΑΙΟΛ. που μοιάζει με θάλαμο: μυκηναϊκός ~ ~. Βλ. θολωτός. [< γαλλ. tombe à chambre] | |
| 20258 | θαλασσ- | βλ. θαλασσο- | |
| 20259 | θάλασσα | θά-λασ-σα ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -άσσης | -ών} 1. υδάτινη μάζα που περιβάλλει την ξηρά και καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της γήινης επιφάνειας: αγριεμένη/απέραντη/αφρισμένη/βαθιά/βρόμικη/γαλάζια/ήρεμη/καθαρή/καταγάλανη/μανιασμένη/ταραγμένη/τρικυμισμένη/φουρτουνιασμένη ~. Τα πλάσματα της ~ας. Στον βυθό/πάτο της ~ας. Είδη/καρέκλα/μάσκα/μπάλα/ξαπλώστρα/ομπρέλα/πετσέτα/στρώμα ~άσσης. Θερμές/πολικές/τροπικές ~ες. Ρύπανση των ~ών. Βουτώ/βυθίζομαι/επιπλέω/κάνω μπάνιο/κολυμπώ/πέφτω/ταξιδεύω/ψαρεύω στη ~. Ήλιος και ~. Σπίτι δίπλα/κοντά/με θέα στη ~. Η περιοχή περιβάλλεται/περιβρέχεται από ~. Η ~ έχει κύμα.|| (ΓΕΩΓΡ.) Αδριατική/Βαλτική/Ερυθρά/Μαύρη/Μεσόγειος ~. Bλ. λίμνη, λιμνο~, πέλαγος, πόντος, ποταμός, ωκεανός.|| Το καΐκι (ξ)ανοίχτηκε/βγήκε στη ~ (= στ' ανοιχτά).|| Κατέβηκε στη ~ (: στην παραλία).|| Χωριό χτισμένο … μέτρα πάνω από τη ~ (βλ. επιφάνεια). Η ~ ανέβηκε (βλ. στάθμη).|| Διακοπές στη ~ (: σε παραθαλάσσιο μέρος). Προτιμάς βουνό ή ~;||(συνεκδ.) Η ~ είναι ζεστή/κρύα (: τα νερά της).|| Οι ψαράδες ζουν από τη ~ (: την αλιεία).|| (μτφ.) Έχει ~ σήμερα (= θαλασσοταραχή). Τον πειράζει η ~ (βλ. ναυτία). Πάλευε με τη ~ (πβ. τα κύματα). Τα ψάρια μυρίζουν ~ (: είναι πολύ φρέσκα). 2. (μτφ.-εμφατ.) (+ γεν./από + αιτ.) πλήθος: ~ πιστών. Βλ. ανθρωπο~, λαο~, κοσμοσυρροή.|| ~ από λουλούδια. ~ από εικόνες (πβ. καταιγισμός)/λέξεις (πβ. χείμαρρος)/φως. ~ από δάκρυα/δακρύων (πβ. βροχή, ποτάμι). (σπανιότ.) ~ τα προβλήματα/τα χρέη του (πβ. βουνό). ● Υποκ.: θαλασσάκι (το), θαλασσίτσα (η), θαλασσούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: άνθρωποι της θάλασσας: κυρ. ναυτικοί και ψαράδες. Πβ. θαλασσινός. Βλ. βουνίσιος., ανοιχτή θάλασσα 1. & ανοιχτό νερό: θαλάσσιο τμήμα που δεν περιβάλλεται από ξηρά ή δεν περνάει από στενά περάσματα: αγώνες/ιστιοπλοΐα/σκάφος/ψάρεμα ~ής ~ας/ανοικτής ~άσσης. Κολύμβηση σε ανοιχτό νερό. Πβ. πόντος2. 2. ΝΟΜ. που δεν ανήκει στα χωρικά ή εσωτερικά ύδατα ενός κράτους και χρησιμοποιείται από όλους, σύμφωνα με την αρχή της ελευθερίας των θαλασσών: αλιεία/ναυσιπλοΐα/στρατιωτικές ασκήσεις στην ~ ~. ΣΥΝ. διεθνή ύδατα [< αγγλ. open sea] , από θαλάσσης (λόγ.): από τη θάλασσα: επίθεση/πρόκληση ~ ~ (: από εχθρικά πλοία). Βλ. από αέρος., εσωτερική θάλασσα: που επικοινωνεί με μια ανοιχτή θάλασσα μέσω άλλης., κλειστή θάλασσα & (σπάν.) ημίκλειστη: ΝΟΜ. (για κόλπο, πέλαγος, λεκάνη) που περιβάλλεται από περισσότερα του ενός κράτη ή γεωγραφικά τμήματα και συνδέεται με θάλασσα ή ωκεανό με στενό πέρασμα: αλιεία ~ής ~ας. Μεσόγειος: μια ~ ~. Η κλειστή ~ του Κορινθιακού., νεκρή θάλασσα: στην οποία δεν μπορεί να επιβιώσει κανένας ζωντανός οργανισμός εξαιτίας της ύπαρξης μεγάλων ποσοτήτων ανόργανων στερεών ουσιών, π.χ. αλατιού, ή λόγω της μόλυνσης., αγγούρι της θάλασσας βλ. αγγούρι, αλογάκι της θάλασσας βλ. αλογάκι, αυτί της θάλασσας βλ. αυτί, επτά θάλασσες βλ. επτά, θαλάσσια ανεμώνη βλ. ανεμώνη, θαλάσσιο ποδήλατο βλ. ποδήλατο, θαλάσσιο σκι βλ. σκι, θαλάσσιο ταξί βλ. ταξί, φρούτα της θάλασσας βλ. φρούτο, χωρικά ύδατα βλ. χωρικός2 ● ΦΡ.: διά θαλάσσης & μέσω θαλάσσης (λόγ.): με πλοίο: ~ ~ συγκοινωνία. Εμπόριο/επικοινωνία/μεταφορά εμπορευμάτων/πρόσβαση ~ ~. Ταξιδεύω ~ ~. Βλ. διά ξηράς, οδικώς., έγινε άγρια θάλασσα (μτφ.): θύμωσε πάρα πολύ: Μόλις την είδε, ~ ~! Πβ. έξω φρενών, πυρ και μανία., έχω φάει/έφαγα τη θάλασσα με το κουτάλι (προφ.): έχω περάσει μεγάλο χρονικό διάστημα, ταξιδεύοντας στη θάλασσα. Βλ. θαλασσόλυκος., η θάλασσα είναι λάδι: είναι πολύ ήρεμη., τα κάνω θάλασσα/σαλάτα/μαντάρα/μούσκεμα/σκατά/ρόιδο {συνήθ. στον αόρ.} (προφ.): κάνω πολλά λάθη και γενικότ. αποτυγχάνω: Από το άγχος της τα έκανε ~ στις εξετάσεις. ΣΥΝ. τα θαλασσώνω, τα κάνει μούτι, τα σκατώνω/τα σκάτωσε, όποιος χέζει/κατουράει στη θάλασσα, το βρίσκει στ' αλάτι βλ. χέζω, πυρ, γυνή και θάλασσα βλ. γυνή, σαν την άμμο της θάλασσας βλ. άμμος [< αρχ. θάλασσα, γαλλ. mer, αγγλ. sea] | |
| 20260 | θαλασσαετός | θα-λασ-σα-ε-τός ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. μεγάλος αετός συγγενικός με το γεράκι (επιστ. ονομασ. Haliaeetus albicilla) με καστανόχρωμο φτέρωμα και λευκή ουρά, ο οποίος ζει σε παράκτιες περιοχές και υγρότοπους. | |
| 20261 | θαλασσαιμία | θα-λασ-σαι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μεσογειακή αναιμία: ελάσσων (= ετερόζυγη)/μείζων (= ομόζυγη) ~. Α-~. Β-~. Βλ. -αιμία, αιμολυτική αναιμία. [< αγγλ. thalassemia 1932, beta-thalassemia, 1962 (πβ. Cooleys anemia, 1934), γαλλ. thalassémie, 1959] | |
| 20262 | θαλασσαιμικός | , ή, ό θα-λασ-σαι-μι-κός επίθ./ουσ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη μεσογειακή αναιμία ή πάσχει από αυτή. [< γαλλ. thalassémique] | |
| 20263 | θαλασσής | , -ιά, -ί θα-λασ-σής επίθ.: που έχει γαλάζιο χρώμα: ~ιά: απόχρωση/χάντρα. ~ί: πουκάμισο. ● Ουσ.: θαλασσί (το): το αντίστοιχο χρώμα: Το ~ των κυμάτων.|| (στον πληθ.) Είναι ντυμένη στα ~ιά (ενν. ρούχα). | |
| 20264 | θαλασσινός | , ή, ό θα-λασ-σι-νός επίθ.: που αναφέρεται, υπάρχει ή γίνεται στη θάλασσα: ~ός: αέρας. ~ή: αλμύρα/αύρα/ζωή/ιστορία/κουζίνα/περιπέτεια. ~ό: αλάτι (βλ. επιτραπέζιος)/ενυδρείο/μπάνιο/τοπίο. ~ές: γεύσεις/εικόνες/σπηλιές. ~ά: πουλιά (= θαλασσοπούλια)/ταξίδια/ψάρια (βλ. του γλυκού νερού). Λαός με ~ή παράδοση. Πισίνα με ~ό νερό. Έκθεση με ~ό θέμα.|| (ΜΥΘ.) ~ή: θεότητα. Πβ. θαλάσσιος. ● Ουσ.: θαλασσινά (τα): φαγώσιμα οστρακοειδή και μαλάκια: φρέσκα ~. Μακαρονάδα/ρύζι με ~. Βλ. φρούτα της θάλασσας., θαλασσινός (ο) 1. αυτός που κατάγεται από παραθαλάσσιο μέρος ή νησί ή ζει μόνιμα σε αυτό. Πβ. νησιώτης. ΑΝΤ. στεριανός, στεριανή 2. ναυτικός: Έχουν μάθει να παλεύουν με τα κύματα οι ~οί (πβ. άνθρωποι της θάλασσας). [< μεσν. θαλασσινός] | |
| 20265 | θαλάσσιος | , α, ο θα-λάσ-σι-ος επίθ. (λόγ.) {κ. θηλ. λογιότ. θαλασσία}: που προέρχεται από τη θάλασσα, συμβαίνει ή βρίσκεται σε αυτή: ~ος: βυθός/κόσμος/λιμένας/οργανισμός/πλούτος/πυθμένας/τουρισμός/χώρος. ~α: ακτή/αλιεία/αύρα/βιολογία/γεωλογία/διάσωση/δίοδος/έρευνα/ζωή/ζώνη/ναυσιπλοΐα/οδός/ρύπανση/τάφρος/υδατοκαλλιέργεια/χελώνα (= θαλασσοχελώνα). ~ο: εμπόριο/οικοσύστημα/πέρασμα/περιβάλλον/σαλιγκάρι/σκάφος/στενό. ~οι: άνεμοι/δρόμοι (βλ. υδάτινος)/ναύλοι/πόροι. ~ες: αρτηρίες/διαδρομές/δραστηριότητες/μεταφορές/περιοχές/συγκοινωνίες. ~α: ατυχήματα/είδη/ζώα/ιζήματα/λουτρά/μέσα (μεταφοράς)/μπάνια/παιχνίδια/πτηνά/ρεύματα/σεισμικά κύματα (πβ. τσουνάμι)/σύνορα/ύδατα. (για χώρα) ~α δύναμη (= ναυτική). Πβ. θαλασσινός. Βλ. παρα~, υπο~. ΑΝΤ. ηπειρωτικός, χερσαίος ● ΣΥΜΠΛ.: θαλάσσιο πάρκο: εκτεταμένη υδάτινη περιοχή στην οποία διατηρείται ποικιλία αξιόλογων βιολογικών, οικολογικών, γεωμορφολογικών και αισθητικών στοιχείων: εθνικό ~ ~. ~ ~ με προστατευόμενα είδη. [< αγγλ. marine park] , θαλάσσια ανεμώνη βλ. ανεμώνη, θαλάσσια λιβάδια βλ. λιβάδι, θαλάσσια σπορ/αθλήματα βλ. σπορ, θαλάσσια/επιθαλάσσια αρωγή βλ. αρωγή, θαλάσσιο λιοντάρι βλ. λιοντάρι, θαλάσσιο ποδήλατο βλ. ποδήλατο, θαλάσσιο σκι βλ. σκι, θαλάσσιο ταξί βλ. ταξί, θαλάσσιο/παραλιακό μέτωπο βλ. μέτωπο, θαλάσσιος ελέφαντας βλ. ελέφαντας [< αρχ. θαλάσσιος] | |
| 20266 | θαλασσο- & θαλασσό- & θαλασσ- | : α' συνθετικό λέξεων με αναφορά στη θάλασσα: ~γραφία/~ταραχή. Θαλασσό-λυκος. Θαλασσ-αετός. | |
| 20267 | θαλασσογραφία | θα-λασ-σο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. πίνακας και κατ' επέκτ. είδος ζωγραφικής με θέματα από τη θάλασσα και το(ν) ναυτικό βίο. Βλ. -γραφία. 2. ΩΚΕΑΝ. επιστήμη που μελετά τα γεωλογικά χαρακτηριστικά των θαλασσών, του θαλάσσιου οικοσυστήματος και των χημικών ή φυσικών ιδιοτήτων του θαλασσινού νερού. [< 1: γαλλ. marine 2: αγγλ. thalassography] | |
| 20268 | θαλασσογράφος | θα-λασ-σο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. ζωγράφος ο οποίος αντλεί τα θέματά του από τη θάλασσα και τον ναυτικό βίο: λαϊκός ~. Βλ. -γράφος. 2. ωκεανολόγος που έχει ως αντικείμενό του τη θαλασσογραφία. [< μεσν. θαλασσογράφος 'που περιγράφει τη θάλασσα' 2: αγγλ. thalassographer] | |
| 20269 | θαλασσοδάνειο | θα-λασ-σο-δά-νει-ο ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.-ειρων.) δάνειο που δίνεται με ευνοϊκούς όρους και το οποίο παραμένει ανεξόφλητο: εθνικά/ευρωπαϊκά ~α. ~ σε ημέτερους. Βλ. μίζα, ρουσφέτι. 2. ΟΙΚΟΝ. δάνειο με υψηλό τόκο που δίνεται στον πλοιοκτήτη ή σε αυτόν που ναυλώνει πλοίο και του οποίου η επιστροφή εξαρτάται από την επιτυχή μεταφορά του εμπορεύματος. | |
| 20270 | θαλασσοδαρμένος | , η, ο θα-λασ-σο-δαρ-μέ-νος επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): που έχει χτυπηθεί και κατ' επέκτ. ταλαιπωρηθεί από τρικυμίες: ~ος: βράχος. ~η: ακτή/βάρκα. ~ο: καράβι/λιμάνι/νησί.|| (για πρόσ.) ~ος: ναυτικός. ~η: όψη. Βλ. ανεμοδαρμένος. ΣΥΝ. θαλασσόδαρτος | |
| 20271 | θαλασσόδαρτος | , η, ο θα-λασ-σό-δαρ-τος επίθ.: (λαϊκό-λογοτ.) θαλασσοδαρμένος: ~α: βράχια.|| ~ος: ψαράς. Βλ. ανεμόδαρτος. | |
| 20272 | θαλασσοδέρνει | θα-λασ-σο-δέρ-νει ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {θαλασσοδερν-όταν, θαλασσοδαρ-θεί, -μένος, κυρ. μεσοπαθ.} (λαϊκό-λογοτ.) 1. (για πλεούμενο) κλυδωνίζεται στην τρικυμία: Το καΐκι ~/~εται ακυβέρνητο/στα κύματα. Πβ. παραδέρνει. 2. (για τρικυμισμένη θάλασσα) χτυπά με ορμή. ● Παθ.: θαλασσοδέρνομαι: (για πρόσ.) ταλαιπωρούμαι, κινδυνεύω κυρ. στη θάλασσα: ~εται στα καράβια, για να ζήσει την οικογένειά του. Πβ. θαλασσο-, σκυλο-πνίγομαι. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ