Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [21120-21140]

IDΛήμμαΕρμηνεία
20268θαλασσογράφοςθα-λασ-σο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. ζωγράφος ο οποίος αντλεί τα θέματά του από τη θάλασσα και τον ναυτικό βίο: λαϊκός ~. Βλ. -γράφος. 2. ωκεανολόγος που έχει ως αντικείμενό του τη θαλασσογραφία. [< μεσν. θαλασσογράφος 'που περιγράφει τη θάλασσα' 2: αγγλ. thalassographer]
20269θαλασσοδάνειοθα-λασ-σο-δά-νει-ο ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.-ειρων.) δάνειο που δίνεται με ευνοϊκούς όρους και το οποίο παραμένει ανεξόφλητο: εθνικά/ευρωπαϊκά ~α. ~ σε ημέτερους. Βλ. μίζα, ρουσφέτι. 2. ΟΙΚΟΝ. δάνειο με υψηλό τόκο που δίνεται στον πλοιοκτήτη ή σε αυτόν που ναυλώνει πλοίο και του οποίου η επιστροφή εξαρτάται από την επιτυχή μεταφορά του εμπορεύματος.
20270θαλασσοδαρμένος, η, ο θα-λασ-σο-δαρ-μέ-νος επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): που έχει χτυπηθεί και κατ' επέκτ. ταλαιπωρηθεί από τρικυμίες: ~ος: βράχος. ~η: ακτή/βάρκα. ~ο: καράβι/λιμάνι/νησί.|| (για πρόσ.) ~ος: ναυτικός. ~η: όψη. Βλ. ανεμοδαρμένος. ΣΥΝ. θαλασσόδαρτος
20271θαλασσόδαρτος, η, ο θα-λασ-σό-δαρ-τος επίθ.: (λαϊκό-λογοτ.) θαλασσοδαρμένος: ~α: βράχια.|| ~ος: ψαράς. Βλ. ανεμόδαρτος.
20272θαλασσοδέρνειθα-λασ-σο-δέρ-νει ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {θαλασσοδερν-όταν, θαλασσοδαρ-θεί, -μένος, κυρ. μεσοπαθ.} (λαϊκό-λογοτ.) 1. (για πλεούμενο) κλυδωνίζεται στην τρικυμία: Το καΐκι ~/~εται ακυβέρνητο/στα κύματα. Πβ. παραδέρνει. 2. (για τρικυμισμένη θάλασσα) χτυπά με ορμή. ● Παθ.: θαλασσοδέρνομαι: (για πρόσ.) ταλαιπωρούμαι, κινδυνεύω κυρ. στη θάλασσα: ~εται στα καράβια, για να ζήσει την οικογένειά του. Πβ. θαλασσο-, σκυλο-πνίγομαι.
20273θαλασσοθεραπείαθα-λασ-σο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): χρήση θαλασσινού νερού και φυκιών για θεραπευτικούς ή αισθητικούς σκοπούς: ~ προσώπου/σώματος. Μασάζ και ~. Πισίνα ~ας. Κέντρο ~ας και ιαματικού τουρισμού (βλ. θαλάσσια λουτρά). Βλ. -θεραπεία, σπα. [< γαλλ. thalassothérapie, αγγλ. thalassotherapy]
20274θαλασσοκαλλιέργειαθα-λασ-σο-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.): ιχθυοκαλλιέργεια σε θαλάσσιο περιβάλλον. Βλ. -καλλιέργεια. [< αγγλ. mariculture, 1909]
20275θαλασσοκόρακαςθα-λασ-σο-κό-ρα-κας ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. υδρόβιο πτηνό (επιστ. ονομασ. Phalacrocorax aristotelis), ενδημικό της Μεσογείου, με μαύρο χρώμα και χαρακτηριστικό τσουλούφι στο κεφάλι, το οποίο τρέφεται με ψάρια. Βλ. κορμοράνος, λαγγόνα, φαλακροκόρακας.
20276θαλασσοκρατίαθα-λασ-σο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): θαλασσοκρατορία: (ΙΣΤ.) μινωική ~. Βλ. -κρατία. [< μτγν. θαλασσοκρατία, γαλλ. thalassocratie, αγγλ. thalassocracy]
20277θαλασσοκράτοραςθα-λασ-σο-κρά-το-ρας επίθ./ουσ. & (λόγ.) θαλασσοκράτωρ (ο), θαλασσοκράτειρα (η): (βασιλιάς, ηγεμόνας, κράτος ή λαός) που κυριαρχεί οικονομικά, πολιτικά ή στρατιωτικά σε μεγάλες θαλάσσιες εκτάσεις, κυρίαρχος των θαλασσών: (ΙΣΤ.) Ο ~ Μίνωας. Η ~α Αγγλία. Ενετοί ~ες. Βλ. -κράτορας. [< αρχ. θαλασσοκράτωρ]
20278θαλασσοκρατορίαθα-λασ-σο-κρα-το-ρί-α ουσ. (θηλ.): οικονομική, πολιτική, στρατιωτική κυριαρχία ηγεμόνα, λαού ή κράτους στις θάλασσες: πανίσχυρη ~. Εδραίωσαν τη ~ τους. ΣΥΝ. θαλασσοκρατία
20279θαλασσόλυκοςθα-λασ-σό-λυ-κος ουσ. (αρσ.): πολύπειρος ναυτικός και γενικότ. άνθρωπος με μακρόχρονη ενασχόληση με τη θάλασσα: γέρος/παλαίμαχος/ψημένος ~. Καραβοκύρης και ~.|| (σπάν. ως επίθ.) ~οι πειρατές. Βλ. θαλασσοπόρος. [< γαλλ. loup de mer]
20280θαλασσομάχος

θα-λασ-σο-μά-χος ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που έχει λάβει μέρος σε ναυμαχίες: θρυλικός ~. Βλ. -μάχος. [< μτγν. θαλασσομάχος]

20281θαλασσόνεροθα-λασ-σό-νε-ρο ουσ. (ουδ.): το νερό της θάλασσας: μηχανή αφαλάτωσης ~ου. Βλ. -νερο.
20282θαλασσοπλοΐαθα-λασ-σο-πλο-ΐ-α ουσ. (θηλ.): διάπλους της θάλασσας με πλωτό μέσο: υπερπόντια ~. ~ και αεροπλοΐα. Βλ. -πλοΐα. [< γαλλ. navigation maritime, γερμ. Seefahrt]
20283θαλασσοπνίγομαιθα-λασ-σο-πνί-γο-μαι ρ. {θαλασσοπνίγ-εται ... | θαλασσοπνί-γηκε κ. -χτηκε, -γμένος}: κινδυνεύω να πνιγώ σε τρικυμία· κατ' επέκτ. ταλαιπωρούμαι, διατρέχω κίνδυνο κυρ. στη θάλασσα: ~ονταν δυο μερόνυχτα. Έφτασαν ~γμένοι στην ακτή.|| (συνήθ. για ναυτικούς) ~εται στα καράβια/για ένα κομμάτι ψωμί. Πβ. θαλασσοδέρνομαι, σκυλοπνίγομαι.θαλασσοπνίγω (σπάν.-προφ.): θέτω κάποιον σε κίνδυνο πνιγμού στη θάλασσα: ~ουν τον κοσμάκη σε σαπιοκάραβα.
20284θαλασσοπόροςθα-λασ-σο-πό-ρος ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): αυτός που κάνει μακρινά θαλασσινά ταξίδια, για να ανακαλύψει και να εξερευνήσει άγνωστους τόπους: οι μεγάλοι ~οι.|| (ως επίθ.) ~α: πλοία. Πβ. ποντοπόρος. [< μτγν. θαλασσοπόρος]
20285θαλασσοπούλιθα-λασ-σο-πού-λι ουσ. (ουδ.): κοινή ονομασία πουλιών που ζουν κοντά στη θάλασσα: βιότοπος για ~ια (= θαλάσσια πτηνά). Βλ. γλάρος, θαλασσοκόρακας, -πούλι.
20286θαλασσοσπηλιάθα-λασ-σο-σπη-λιά ουσ. (θηλ.): θαλάσσια σπηλιά: ~ με σταλακτίτες. Απρόσιτες/σκοτεινές ~ιές.
20287θαλασσοταραχήθα-λασ-σο-τα-ρα-χή ουσ. (θηλ.): φουρτούνα: Η ~ κόπασε. Το πλοίο βυθίστηκε/ναυάγησε λόγω σφοδρής ~ής. Πβ. αντάρα, τρικυμία. ΑΝΤ. γαλήνη, κάλμα, μπουνάτσα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.