Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [21120-21140]

IDΛήμμαΕρμηνεία
20273θαλασσοθεραπείαθα-λασ-σο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): χρήση θαλασσινού νερού και φυκιών για θεραπευτικούς ή αισθητικούς σκοπούς: ~ προσώπου/σώματος. Μασάζ και ~. Πισίνα ~ας. Κέντρο ~ας και ιαματικού τουρισμού (βλ. θαλάσσια λουτρά). Βλ. -θεραπεία, σπα. [< γαλλ. thalassothérapie, αγγλ. thalassotherapy]
20274θαλασσοκαλλιέργειαθα-λασ-σο-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.): ιχθυοκαλλιέργεια σε θαλάσσιο περιβάλλον. Βλ. -καλλιέργεια. [< αγγλ. mariculture, 1909]
20275θαλασσοκόρακαςθα-λασ-σο-κό-ρα-κας ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. υδρόβιο πτηνό (επιστ. ονομασ. Phalacrocorax aristotelis), ενδημικό της Μεσογείου, με μαύρο χρώμα και χαρακτηριστικό τσουλούφι στο κεφάλι, το οποίο τρέφεται με ψάρια. Βλ. κορμοράνος, λαγγόνα, φαλακροκόρακας.
20276θαλασσοκρατίαθα-λασ-σο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): θαλασσοκρατορία: (ΙΣΤ.) μινωική ~. Βλ. -κρατία. [< μτγν. θαλασσοκρατία, γαλλ. thalassocratie, αγγλ. thalassocracy]
20277θαλασσοκράτοραςθα-λασ-σο-κρά-το-ρας επίθ./ουσ. & (λόγ.) θαλασσοκράτωρ (ο), θαλασσοκράτειρα (η): (βασιλιάς, ηγεμόνας, κράτος ή λαός) που κυριαρχεί οικονομικά, πολιτικά ή στρατιωτικά σε μεγάλες θαλάσσιες εκτάσεις, κυρίαρχος των θαλασσών: (ΙΣΤ.) Ο ~ Μίνωας. Η ~α Αγγλία. Ενετοί ~ες. Βλ. -κράτορας. [< αρχ. θαλασσοκράτωρ]
20278θαλασσοκρατορίαθα-λασ-σο-κρα-το-ρί-α ουσ. (θηλ.): οικονομική, πολιτική, στρατιωτική κυριαρχία ηγεμόνα, λαού ή κράτους στις θάλασσες: πανίσχυρη ~. Εδραίωσαν τη ~ τους. ΣΥΝ. θαλασσοκρατία
20279θαλασσόλυκοςθα-λασ-σό-λυ-κος ουσ. (αρσ.): πολύπειρος ναυτικός και γενικότ. άνθρωπος με μακρόχρονη ενασχόληση με τη θάλασσα: γέρος/παλαίμαχος/ψημένος ~. Καραβοκύρης και ~.|| (σπάν. ως επίθ.) ~οι πειρατές. Βλ. θαλασσοπόρος. [< γαλλ. loup de mer]
20280θαλασσομάχος

θα-λασ-σο-μά-χος ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που έχει λάβει μέρος σε ναυμαχίες: θρυλικός ~. Βλ. -μάχος. [< μτγν. θαλασσομάχος]

20281θαλασσόνεροθα-λασ-σό-νε-ρο ουσ. (ουδ.): το νερό της θάλασσας: μηχανή αφαλάτωσης ~ου. Βλ. -νερο.
20282θαλασσοπλοΐαθα-λασ-σο-πλο-ΐ-α ουσ. (θηλ.): διάπλους της θάλασσας με πλωτό μέσο: υπερπόντια ~. ~ και αεροπλοΐα. Βλ. -πλοΐα. [< γαλλ. navigation maritime, γερμ. Seefahrt]
20283θαλασσοπνίγομαιθα-λασ-σο-πνί-γο-μαι ρ. {θαλασσοπνίγ-εται ... | θαλασσοπνί-γηκε κ. -χτηκε, -γμένος}: κινδυνεύω να πνιγώ σε τρικυμία· κατ' επέκτ. ταλαιπωρούμαι, διατρέχω κίνδυνο κυρ. στη θάλασσα: ~ονταν δυο μερόνυχτα. Έφτασαν ~γμένοι στην ακτή.|| (συνήθ. για ναυτικούς) ~εται στα καράβια/για ένα κομμάτι ψωμί. Πβ. θαλασσοδέρνομαι, σκυλοπνίγομαι.θαλασσοπνίγω (σπάν.-προφ.): θέτω κάποιον σε κίνδυνο πνιγμού στη θάλασσα: ~ουν τον κοσμάκη σε σαπιοκάραβα.
20284θαλασσοπόροςθα-λασ-σο-πό-ρος ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): αυτός που κάνει μακρινά θαλασσινά ταξίδια, για να ανακαλύψει και να εξερευνήσει άγνωστους τόπους: οι μεγάλοι ~οι.|| (ως επίθ.) ~α: πλοία. Πβ. ποντοπόρος. [< μτγν. θαλασσοπόρος]
20285θαλασσοπούλιθα-λασ-σο-πού-λι ουσ. (ουδ.): κοινή ονομασία πουλιών που ζουν κοντά στη θάλασσα: βιότοπος για ~ια (= θαλάσσια πτηνά). Βλ. γλάρος, θαλασσοκόρακας, -πούλι.
20286θαλασσοσπηλιάθα-λασ-σο-σπη-λιά ουσ. (θηλ.): θαλάσσια σπηλιά: ~ με σταλακτίτες. Απρόσιτες/σκοτεινές ~ιές.
20287θαλασσοταραχήθα-λασ-σο-τα-ρα-χή ουσ. (θηλ.): φουρτούνα: Η ~ κόπασε. Το πλοίο βυθίστηκε/ναυάγησε λόγω σφοδρής ~ής. Πβ. αντάρα, τρικυμία. ΑΝΤ. γαλήνη, κάλμα, μπουνάτσα.
20288θαλασσοχελώναθα-λασ-σο-χε-λώ-να ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. κάθε θαλάσσια χελώνα που ανήκει στις οικογένειες Cheloniidae και Dermochelyidae, ζει κυρ. σε τροπικές και υποτροπικές θάλασσες και το βάρος της μπορεί να φτάνει τα διακόσια κιλά: μαύρη/πράσινη ~ (= μύδας). Βλ. καρέτα καρέτα.
20289θαλασσόχορτοθα-λασ-σό-χορ-το ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. κοινή ονομασία φυτών που φυτρώνουν κοντά σε ακτές ή στις όχθες λιμνών και ποταμών· αρμυρήθρα.
20290θαλασσώνωθα-λασ-σώ-νω ρ. (μτβ.) {θαλάσσωσα}: μόνο στη ● ΦΡ.: τα θαλασσώνω (προφ.): αποτυγχάνω παταγωδώς ή κάνω σοβαρά λάθη, λόγω αδεξιότητας, απερισκεψίας, ταραχής: ~ ~ουν σε κάθε δυσκολία. ~ ~σε στις εξετάσεις. Πβ. τα κάνω θάλασσα, τα μούσκεψε. [< μεσν. θαλασσώνω 'πλημμυρίζω']
20291θαλερός, ή, ό θα-λε-ρός επίθ. (λόγ.) 1. (για φυτό) που είναι σε κατάσταση άνθισης ή βλάστησης: ~ό: κλαδί/κλωνάρι. Δέντρο ~ό και καρποφόρο. ~ά: δάση (πβ. καταπράσινος). Πβ. ανθηρός, χλωρός. ΑΝΤ. μαραμένος, ξερός. Βλ. -ερός. 2. (μτφ. για ηλικιωμένο) που χαρακτηρίζεται από ζωντάνια, δραστηριότητα, που διατηρεί τον δυναμισμό και την ενεργητικότητά του: ~ός: γέροντας. ~ και κοτσονάτος. Παρά τα ογδόντα της χρόνια παραμένει ~ή και αεικίνητη/δημιουργική. Πβ. ακαταπόνητος, ακούραστος, δραστήριος, ζωντανός. ΑΝΤ. αδύναμος, ασθενικός, καταβεβλημένος.|| ~ά: γεράματα. Άνθρωπος με ~ό (πβ. ζωηρό), ανήσυχο πνεύμα.|| (κατ' επέκτ.) ~ή: οικονομία. ΣΥΝ. ακμαίος. [< αρχ. θαλερός]
20292θαλερότηταθα-λε-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του θαλερού: η ~ της βλάστησης/του φυτού.|| (μτφ.) Η ~ του πνεύματος. Πβ. ακμαιότητα, ευεξία, ζωηρότητα, ζωντάνια, φρεσκάδα. Βλ. -ότητα. [< μεσν. θαλερότης]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.