| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20273 | θαλασσοθεραπεία | θα-λασ-σο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): χρήση θαλασσινού νερού και φυκιών για θεραπευτικούς ή αισθητικούς σκοπούς: ~ προσώπου/σώματος. Μασάζ και ~. Πισίνα ~ας. Κέντρο ~ας και ιαματικού τουρισμού (βλ. θαλάσσια λουτρά). Βλ. -θεραπεία, σπα. [< γαλλ. thalassothérapie, αγγλ. thalassotherapy] | |
| 20274 | θαλασσοκαλλιέργεια | θα-λασ-σο-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.): ιχθυοκαλλιέργεια σε θαλάσσιο περιβάλλον. Βλ. -καλλιέργεια. [< αγγλ. mariculture, 1909] | |
| 20275 | θαλασσοκόρακας | θα-λασ-σο-κό-ρα-κας ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. υδρόβιο πτηνό (επιστ. ονομασ. Phalacrocorax aristotelis), ενδημικό της Μεσογείου, με μαύρο χρώμα και χαρακτηριστικό τσουλούφι στο κεφάλι, το οποίο τρέφεται με ψάρια. Βλ. κορμοράνος, λαγγόνα, φαλακροκόρακας. | |
| 20276 | θαλασσοκρατία | θα-λασ-σο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): θαλασσοκρατορία: (ΙΣΤ.) μινωική ~. Βλ. -κρατία. [< μτγν. θαλασσοκρατία, γαλλ. thalassocratie, αγγλ. thalassocracy] | |
| 20277 | θαλασσοκράτορας | θα-λασ-σο-κρά-το-ρας επίθ./ουσ. & (λόγ.) θαλασσοκράτωρ (ο), θαλασσοκράτειρα (η): (βασιλιάς, ηγεμόνας, κράτος ή λαός) που κυριαρχεί οικονομικά, πολιτικά ή στρατιωτικά σε μεγάλες θαλάσσιες εκτάσεις, κυρίαρχος των θαλασσών: (ΙΣΤ.) Ο ~ Μίνωας. Η ~α Αγγλία. Ενετοί ~ες. Βλ. -κράτορας. [< αρχ. θαλασσοκράτωρ] | |
| 20278 | θαλασσοκρατορία | θα-λασ-σο-κρα-το-ρί-α ουσ. (θηλ.): οικονομική, πολιτική, στρατιωτική κυριαρχία ηγεμόνα, λαού ή κράτους στις θάλασσες: πανίσχυρη ~. Εδραίωσαν τη ~ τους. ΣΥΝ. θαλασσοκρατία | |
| 20279 | θαλασσόλυκος | θα-λασ-σό-λυ-κος ουσ. (αρσ.): πολύπειρος ναυτικός και γενικότ. άνθρωπος με μακρόχρονη ενασχόληση με τη θάλασσα: γέρος/παλαίμαχος/ψημένος ~. Καραβοκύρης και ~.|| (σπάν. ως επίθ.) ~οι πειρατές. Βλ. θαλασσοπόρος. [< γαλλ. loup de mer] | |
| 20280 | θαλασσομάχος | θα-λασ-σο-μά-χος ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που έχει λάβει μέρος σε ναυμαχίες: θρυλικός ~. Βλ. -μάχος. [< μτγν. θαλασσομάχος] | |
| 20281 | θαλασσόνερο | θα-λασ-σό-νε-ρο ουσ. (ουδ.): το νερό της θάλασσας: μηχανή αφαλάτωσης ~ου. Βλ. -νερο. | |
| 20282 | θαλασσοπλοΐα | θα-λασ-σο-πλο-ΐ-α ουσ. (θηλ.): διάπλους της θάλασσας με πλωτό μέσο: υπερπόντια ~. ~ και αεροπλοΐα. Βλ. -πλοΐα. [< γαλλ. navigation maritime, γερμ. Seefahrt] | |
| 20283 | θαλασσοπνίγομαι | θα-λασ-σο-πνί-γο-μαι ρ. {θαλασσοπνίγ-εται ... | θαλασσοπνί-γηκε κ. -χτηκε, -γμένος}: κινδυνεύω να πνιγώ σε τρικυμία· κατ' επέκτ. ταλαιπωρούμαι, διατρέχω κίνδυνο κυρ. στη θάλασσα: ~ονταν δυο μερόνυχτα. Έφτασαν ~γμένοι στην ακτή.|| (συνήθ. για ναυτικούς) ~εται στα καράβια/για ένα κομμάτι ψωμί. Πβ. θαλασσοδέρνομαι, σκυλοπνίγομαι. ● θαλασσοπνίγω (σπάν.-προφ.): θέτω κάποιον σε κίνδυνο πνιγμού στη θάλασσα: ~ουν τον κοσμάκη σε σαπιοκάραβα. | |
| 20284 | θαλασσοπόρος | θα-λασ-σο-πό-ρος ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): αυτός που κάνει μακρινά θαλασσινά ταξίδια, για να ανακαλύψει και να εξερευνήσει άγνωστους τόπους: οι μεγάλοι ~οι.|| (ως επίθ.) ~α: πλοία. Πβ. ποντοπόρος. [< μτγν. θαλασσοπόρος] | |
| 20285 | θαλασσοπούλι | θα-λασ-σο-πού-λι ουσ. (ουδ.): κοινή ονομασία πουλιών που ζουν κοντά στη θάλασσα: βιότοπος για ~ια (= θαλάσσια πτηνά). Βλ. γλάρος, θαλασσοκόρακας, -πούλι. | |
| 20286 | θαλασσοσπηλιά | θα-λασ-σο-σπη-λιά ουσ. (θηλ.): θαλάσσια σπηλιά: ~ με σταλακτίτες. Απρόσιτες/σκοτεινές ~ιές. | |
| 20287 | θαλασσοταραχή | θα-λασ-σο-τα-ρα-χή ουσ. (θηλ.): φουρτούνα: Η ~ κόπασε. Το πλοίο βυθίστηκε/ναυάγησε λόγω σφοδρής ~ής. Πβ. αντάρα, τρικυμία. ΑΝΤ. γαλήνη, κάλμα, μπουνάτσα. | |
| 20288 | θαλασσοχελώνα | θα-λασ-σο-χε-λώ-να ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. κάθε θαλάσσια χελώνα που ανήκει στις οικογένειες Cheloniidae και Dermochelyidae, ζει κυρ. σε τροπικές και υποτροπικές θάλασσες και το βάρος της μπορεί να φτάνει τα διακόσια κιλά: μαύρη/πράσινη ~ (= μύδας). Βλ. καρέτα καρέτα. | |
| 20289 | θαλασσόχορτο | θα-λασ-σό-χορ-το ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. κοινή ονομασία φυτών που φυτρώνουν κοντά σε ακτές ή στις όχθες λιμνών και ποταμών· αρμυρήθρα. | |
| 20290 | θαλασσώνω | θα-λασ-σώ-νω ρ. (μτβ.) {θαλάσσωσα}: μόνο στη ● ΦΡ.: τα θαλασσώνω (προφ.): αποτυγχάνω παταγωδώς ή κάνω σοβαρά λάθη, λόγω αδεξιότητας, απερισκεψίας, ταραχής: ~ ~ουν σε κάθε δυσκολία. ~ ~σε στις εξετάσεις. Πβ. τα κάνω θάλασσα, τα μούσκεψε. [< μεσν. θαλασσώνω 'πλημμυρίζω'] | |
| 20291 | θαλερός | , ή, ό θα-λε-ρός επίθ. (λόγ.) 1. (για φυτό) που είναι σε κατάσταση άνθισης ή βλάστησης: ~ό: κλαδί/κλωνάρι. Δέντρο ~ό και καρποφόρο. ~ά: δάση (πβ. καταπράσινος). Πβ. ανθηρός, χλωρός. ΑΝΤ. μαραμένος, ξερός. Βλ. -ερός. 2. (μτφ. για ηλικιωμένο) που χαρακτηρίζεται από ζωντάνια, δραστηριότητα, που διατηρεί τον δυναμισμό και την ενεργητικότητά του: ~ός: γέροντας. ~ και κοτσονάτος. Παρά τα ογδόντα της χρόνια παραμένει ~ή και αεικίνητη/δημιουργική. Πβ. ακαταπόνητος, ακούραστος, δραστήριος, ζωντανός. ΑΝΤ. αδύναμος, ασθενικός, καταβεβλημένος.|| ~ά: γεράματα. Άνθρωπος με ~ό (πβ. ζωηρό), ανήσυχο πνεύμα.|| (κατ' επέκτ.) ~ή: οικονομία. ΣΥΝ. ακμαίος. [< αρχ. θαλερός] | |
| 20292 | θαλερότητα | θα-λε-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του θαλερού: η ~ της βλάστησης/του φυτού.|| (μτφ.) Η ~ του πνεύματος. Πβ. ακμαιότητα, ευεξία, ζωηρότητα, ζωντάνια, φρεσκάδα. Βλ. -ότητα. [< μεσν. θαλερότης] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ