| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20288 | θαλασσοχελώνα | θα-λασ-σο-χε-λώ-να ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. κάθε θαλάσσια χελώνα που ανήκει στις οικογένειες Cheloniidae και Dermochelyidae, ζει κυρ. σε τροπικές και υποτροπικές θάλασσες και το βάρος της μπορεί να φτάνει τα διακόσια κιλά: μαύρη/πράσινη ~ (= μύδας). Βλ. καρέτα καρέτα. | |
| 20289 | θαλασσόχορτο | θα-λασ-σό-χορ-το ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. κοινή ονομασία φυτών που φυτρώνουν κοντά σε ακτές ή στις όχθες λιμνών και ποταμών· αρμυρήθρα. | |
| 20290 | θαλασσώνω | θα-λασ-σώ-νω ρ. (μτβ.) {θαλάσσωσα}: μόνο στη ● ΦΡ.: τα θαλασσώνω (προφ.): αποτυγχάνω παταγωδώς ή κάνω σοβαρά λάθη, λόγω αδεξιότητας, απερισκεψίας, ταραχής: ~ ~ουν σε κάθε δυσκολία. ~ ~σε στις εξετάσεις. Πβ. τα κάνω θάλασσα, τα μούσκεψε. [< μεσν. θαλασσώνω 'πλημμυρίζω'] | |
| 20291 | θαλερός | , ή, ό θα-λε-ρός επίθ. (λόγ.) 1. (για φυτό) που είναι σε κατάσταση άνθισης ή βλάστησης: ~ό: κλαδί/κλωνάρι. Δέντρο ~ό και καρποφόρο. ~ά: δάση (πβ. καταπράσινος). Πβ. ανθηρός, χλωρός. ΑΝΤ. μαραμένος, ξερός. Βλ. -ερός. 2. (μτφ. για ηλικιωμένο) που χαρακτηρίζεται από ζωντάνια, δραστηριότητα, που διατηρεί τον δυναμισμό και την ενεργητικότητά του: ~ός: γέροντας. ~ και κοτσονάτος. Παρά τα ογδόντα της χρόνια παραμένει ~ή και αεικίνητη/δημιουργική. Πβ. ακαταπόνητος, ακούραστος, δραστήριος, ζωντανός. ΑΝΤ. αδύναμος, ασθενικός, καταβεβλημένος.|| ~ά: γεράματα. Άνθρωπος με ~ό (πβ. ζωηρό), ανήσυχο πνεύμα.|| (κατ' επέκτ.) ~ή: οικονομία. ΣΥΝ. ακμαίος. [< αρχ. θαλερός] | |
| 20292 | θαλερότητα | θα-λε-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του θαλερού: η ~ της βλάστησης/του φυτού.|| (μτφ.) Η ~ του πνεύματος. Πβ. ακμαιότητα, ευεξία, ζωηρότητα, ζωντάνια, φρεσκάδα. Βλ. -ότητα. [< μεσν. θαλερότης] | |
| 20293 | θαλιδομίδη | θα-λι-δο-μί-δη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. ηρεμιστικό και υπνωτικό φάρμακο το οποίο απαγορεύτηκε (1961) λόγω της τερατογόνου δράσης του: τα θύματα/τα παιδιά της ~ης (: που γεννήθηκαν με γενετικές ανωμαλίες). Εμβρυϊκές δυσπλασίες/παραμορφώσεις των άκρων που οφείλονται σε χορήγηση ~ης στην έγκυο. Βλ. τερατογένεση, φωκομελία.|| Δοκιμές με ~ για τη θεραπεία του καρκίνου. [< γερμ. Thalidomid, γαλλ. thalidomide,περ. 1960] | |
| 20294 | θάλλει | θάλ-λει ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. και παρατ.} (λόγ.) 1. (μτφ.) βρίσκεται σε ακμή: ~ουν τα γράμματα/οι τέχνες. Πβ. ακμάζω, ευδοκιμώ.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ ο ατομικισμός/η διαπλοκή/ο λαϊκισμός/η φοροδιαφυγή. ΑΝΤ. παρακμάζω 2. (για φυτό) βγάζει άνθη, βλαστούς. Πβ. ανθίζει, βλασταίνει. ΑΝΤ. μαραίνεται. [< αρχ. θάλλω] | |
| 20295 | θάλλιο | θάλ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {θαλλίου}: ΧΗΜ. μεταλλικό χημικό στοιχείο (σύμβ. Tl, Ζ, 81) με αργυρόλευκο χρώμα και δηλητηριώδεις ιδιότητες: ραδιενεργό/τομογραφικό/χλωριούχο ~. Απεικόνιση/τεστ κοπώσεως με ~. Σπινθηρογράφημα ~ου.|| Ποντικοφάρμακο με ~. [< γαλλ.-αγγλ. thallium < νεολατ. ~, < αρχ. θαλλός] | |
| 20296 | θαλλός | θαλ-λός ουσ. (αρσ.) 1. ΒΟΤ. το φυτικό σώμα λειχηνών, μυκήτων, φυκών: το αναπαραγωγικό/βλαστικό τμήμα του ~ού. Πβ. βλαστός. Βλ. μυκήλιο. 2. (αρχαιοπρ.) τρυφερό, πράσινο κλαδί φυτού. Πβ. βλαστάρι, φιντάνι. [< 2: αρχ. θαλλός ‘βλαστάρι, κλαδί (συχνά της ελιάς)’, γαλλ. thalle, αγγλ. thallus] | |
| 20297 | θάλπος | θάλ-πος ουσ. (ουδ.) & θάλπη (η) (λόγ.-λογοτ.): θαλπωρή: ~ του ήλιου/μεσημεριού.|| (μτφ.) Το ~ της αγκαλιάς/οικογενειακής εστίας. Πβ. ζεστασιά. [< αρχ. θάλπος ‘ζέστη’] | |
| 20298 | θάλπω | θάλ-πω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μόνο στον ενεστ. κ. παρατ.} (αρχαιοπρ.): (κυριολ. κ. μτφ.) ζεσταίνω. Βλ. περι~, υπο~. [< αρχ. θάλπω] | |
| 20299 | θαλπωρή | θαλ-πω-ρή ουσ. (θηλ.) (λόγ.) ΣΥΝ. ζεστασιά, θάλπος 1. (μτφ.) ατμόσφαιρα τρυφερότητας και στοργής: γλυκιά/μητρική/οικογενειακή/σπιτική ~. Στέρηση/στιγμές ~ής. Πβ. εγκαρδιότητα. 2. ήπια ζέστη: η ~ του τζακιού/της φωτιάς. Αίσθηση ~ής. Πβ. θερμότητα. ΑΝΤ. παγωνιά, ψύχρα. [< αρχ. θαλπωρή] | |
| 20300 | θάμα | θά-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): θαύμα. ● ΦΡ.: πράματα και θάματα/θαύματα: για κάτι εξαιρετικό και απρόβλεπτο, που εκπλήσσει κάποιον θετικά ή αρνητικά: Τα μάτια μας είδαν ~ ~! Έγιναν/έκανε/ζήσαμε/συνέβησαν ~ ~. Υπόσχονται ~ ~., εν τω άμα (και το θάμα/θαύμα) βλ. άμα [< αρχ. θαῦμα] | |
| 20301 | θάμβος | θάμ-βος ουσ. (ουδ.) {θάμβ-ους} & θάμπος (λόγ.-λογοτ.) 1. λαμπερό, εκτυφλωτικό φως: το ~ του ήλιου. Πβ. λάμψη, φέγγος. 2. (μτφ.) λαμπρότητα που προκαλεί δέος· το ίδιο το δέος: το ~ της ζωής/του κάλλους. Πβ. ακτινοβολία.|| Κυριεύτηκαν από ~ και έκπληξη. Πβ. θαυμασμός. 3. ΙΑΤΡ. διαταραχή της όρασης που προκαλείται από πολύ δυνατό φως. [< πβ. αρχ. θάμβος ‘έκπληξη, θαύμα’] | |
| 20302 | θαμβος | , ή, ό θαμ-βω-τι-κός επίθ. (λόγ.) & θαμπωτικός ΣΥΝ. εκθαμβωτικός 1. που θαμπώνει τα μάτια: ~ό: φως. Πβ. εκτυφλωτικός. Βλ. αντι~. 2. που εντυπωσιάζει, που προκαλεί θαυμασμό: ~ή: ομορφιά. | |
| 20303 | θαμμένος | βλ. θάβω | |
| 20304 | θαμνοειδής | , ής, ές θα-μνο-ει-δής επίθ.: ΒΟΤ. που μοιάζει με θάμνο: ~ή: φυτά.|| (ως ουσ. ουδ.) Ποικιλίες ~ών. Φυτώριο δέντρων και ~ών. Βλ. -ειδής. ΣΥΝ. θαμνώδης (1) [< μτγν. θαμνοειδής] | |
| 20305 | θαμνοκοπτικός | , ή, ό θα-μνο-κο-πτι-κός επίθ./ουσ.: (για εργαλείο) που χρησιμοποιείται για την κοπή και το κλάδεμα θάμνων ή θαμνοειδών φυτών: ~ό: μηχάνημα.|| (ως ουσ.) ~ό καθαρισμού δασών. Εξαρτήματα/μαχαίρια/μεσινέζες ~ών. Βλ. χορτοκοπτικός. | |
| 20306 | θάμνος | θά-μνος ουσ. (αρσ.): χαμηλό ξυλώδες φυτό χωρίς κορμό: αγκαθωτός/άγριος/αειθαλής/ανθοφόρος/αρωματικός/δενδρώδης/καλλωπιστικός/πολυετής/φρυγανώδης/φυλλοβόλος ~. Αραιοί/μικροί/πυκνοί ~οι. Συστάδα από ~ους. Πβ. χαμόδεντρο. Βλ. βάτος. [< αρχ. θάμνος] | |
| 20307 | θαμνοσκεπής | , ής, ές θα-μνο-σκε-πής επίθ. (λόγ.): που καλύπτεται από θάμνους: ~ής: έκταση. Πβ. θαμνώδης. Βλ. -σκεπής. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ