| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20315 | θάμπωμα | θά-μπω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του θαμπώνω: ~ του γυαλιού/του καθρέφτη/του παρμπρίζ/των τζαμιών/των φωτογραφιών. Πβ. θόλωμα. ΑΝΤ. ξε~.|| (για μειωμένη όραση) ~ του (οφθαλμικού) φακού. Διπλωπία ή ~ στα μάτια. Πβ. θολούρα. [< μεσν. θάμπωμα] | |
| 20316 | θαμπωμένος | , η, ο θα-μπω-μέ-νος επίθ. 1. που έχει θαμπωθεί και κατ' επέκτ. εντυπωσιαστεί: ~ από τη λάμψη/τους προβολείς (= στραβωμένος).|| ~ από την ομορφιά της. Έμεινε και την κοίταζε ~. ~οι από τη δόξα/τα μεγαλεία/τα πλούτη (= τυφλωμένοι). Πβ. έκθαμβος, εκστασιασμένος, μαγεμένος, συνεπαρμένος. 2. που έχει θαμπώσει: ~α: τζάμια. ΣΥΝ. θαμπός (1) [< μεσν. θαμπωμένος] | |
| 20317 | θαμπώνω | θα-μπώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {θάμπω-σα, θαμπώ-θηκα, -μένος, θαμπών-οντας} 1. κάνω κάτι να χάσει τη λάμψη ή τη διαύγειά του, να γίνει θαμπό: Η ανάσα του ~νε το τζάμι.|| ~ει η επιδερμίδα. ~ουν τα χρώματα των ρούχων. Ο πίνακας ~σε με τον χρόνο. Πβ. θολώνω. ΑΝΤ. γυαλίζω, ξεθαμπώνω 2. περιορίζω τη δυνατότητα όρασης, κάνω κάποιον να μη βλέπει καθαρά: Τον ~σαν τα φώτα του αυτοκινήτου. Με ~ει η αντηλιά/ο ήλιος.|| Τα μάτια του ~σαν από τη δυνατή λάμψη. Πβ. στραβώνω, τυφλώνω. 3. (μτφ.) εντυπωσιάζω, προκαλώ έντονο θαυμασμό ή δέος: ~ει με τις γνώσεις του. Με ~σε η ομορφιά/το ταλέντο της. ~οντας κοινό και δημοσιογράφους. Πβ. καταπλήσσω. [< μεσν. θαμπώνω] | |
| 20318 | θαμπωτικός | , ή, ό βλ. θαμβωτικός | |
| 20319 | θαμώνας | θα-μώ-νας ουσ. (αρσ. + θηλ.): άτομο που συχνάζει κάπου, συνήθ. σε συγκεκριμένο κέντρο διασκέδασης ή χώρο συναντήσεων: γνωστός/καθημερινός/καινούργιος/κλασικός/συχνός/τακτικός/φανατικός ~. ~ του εστιατορίου/του καφενείου/του κλαμπ. Οι ~ες της καφετέριας/του μπαρ. Νεαροί ~ες. Είναι χρόνια ~ στο μαγαζί. Πβ. πελάτης.|| (κατ. επέκτ.) ~ες των γηπέδων/του φόρουμ. (ειρων.) Έχει γίνει μόνιμος ~ των δικαστηρίων (πβ. επισκέπτης). [< γαλλ. fréquentant (les cafés)] | |
| 20320 | θανάσιμος | , η, ο θα-νά-σι-μος επίθ. ΣΥΝ. θανατηφόρος 1. που προκαλεί θάνατο: ~ος: ιός/κίνδυνος/ξυλοδαρμός/πυροβολισμός/συνδυασμός φαρμάκων/τραυματισμός. ~η: ασθένεια/ενέδρα/καταδίωξη/παγίδα/σύγκρουση/συμπλοκή. ~ο: ατύχημα/τραύμα/χτύπημα. Πβ. φονικός. 2. (μτφ.-εμφατ.) πολύ μεγάλος, επικίνδυνος: ~ος: εχθρός (πβ. άσπονδος). ~η: απειλή/λύπη (πβ. αβάσταχτη, αφόρητη, οδυνηρή)/προδοσία. ~ο: αμάρτημα/λάθος (= βαρύτατο, μοιραίο, σοβαρότατο)/μίσος (πβ. αδυσώπητο, αμείλικτο, ανελέητο)/μυστικό/πάθος. Ο ~ εναγκαλισμός πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων. Πβ. θανατερός. ● επίρρ.: θανάσιμα: Τραυματίστηκε ~. ● ΣΥΜΠΛ.: τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα βλ. αμάρτημα [< 1: αρχ. θανάσιμος] | |
| 20321 | θανατάς | θα-να-τάς ουσ. (αρσ.) (προφ.): θάνατος, μόνο στη ● ΦΡ.: του θανατά (εμφατ., συνήθ. ως επίρρ.) 1. πολύ άσχημα από άποψη υγείας ή ψυχολογικής διάθεσης: Είναι άρρωστος ~ ~. Έχει πυρετό, αλλά δεν είναι και ~ ~ (πβ. ετοιμοθάνατος). Πβ. βαριά.|| (μτφ.) Είναι ~ ~ (= να σκάσει). Απέτυχε στις εξετάσεις και έπεσε ~ ~ (= να πεθάνει). Πβ. έχω τα χάλια/τις μαύρες/τις κακές/τις κλειστές μου. ΣΥΝ. του πεθαμού 2. (μτφ.) πάρα πολύ: λυπημένος/τρομαγμένος ~ ~. Βαριέμαι/φοβάμαι ~ ~ (= θανάσιμα, φοβερά). Σπασίκλας ~ ~. Πβ. του κερατά. | |
| 20322 | θανατερός | , ή, ό θα-να-τε-ρός επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): που μπορεί να προκαλέσει τον θάνατο: ~ός: συνδυασμός (π.χ. αλκοόλ και οδήγηση). Πβ. μοιραίος, φονικός.|| (μτφ.-εμφατ., πολύ έντονος, οδυνηρός:) ~ή: θλίψη/μοναξιά/πλήξη/σιωπή (πβ. αφόρητη). ~ό: μίσος/πάθος. ~ές: σκέψεις (= κακές, μαύρες). Πβ. θανάσιμος, θανατηφόρος. Βλ. -ερός. [< μεσν. θανατερός] | |
| 20323 | θανατηφόρος | , α/ος, ο θα-να-τη-φό-ρος επίθ. (λόγ.): που επιφέρει τον θάνατο: ~ος: ιός/πυροβολισμός/συνδυασμός (ναρκωτικών). ~α/ος: ασθένεια/δόση/έκρηξη/ένεση (βλ. θανατική ποινή)/επιδημία/λοίμωξη/ουσία/σύγκρουση. ~ο: αέριο/ατύχημα/τροχαίο. ~α: τραύματα/χτυπήματα.|| (μτφ.-εμφατ.) ~ες: αναλογίες (για νεαρή γυναίκα)/ατάκες (= εύστοχες, καυστικές)/καμπύλες (= προκλητικές). Πβ. δολοφονικός, θανάσιμος, θανατερός, φονικός. Βλ. -φόρος. ● επίρρ.: θανατηφόρα [< αρχ. θανατηφόρος] | |
| 20324 | θανατικός | , ή, ό θα-να-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον θάνατο: ~ή: εκτέλεση. ● Ουσ.: θανατικό (το) (λαϊκό-λογοτ.): θανατηφόρα επιδημία: Έπεσε ~. Πβ. ψόφος. [< μεσν. θανατικόν] ● ΣΥΜΠΛ.: θανατική ποινή: καταδίκη σε θάνατο: επαναφορά/κατάργηση της ~ής ~ής. Κατά της ~ής ~ής. Του επιβλήθηκε η ~ ~ (: είναι θανατοποινίτης). Βλ. απαγχονισμός, εκτελεστικό απόσπασμα, ηλεκτρική καρέκλα. ΣΥΝ. η εσχάτη των ποινών (1) ● ΦΡ.: υπογράφω τη θανατική μου καταδίκη/την καταδίκη μου βλ. υπογράφω [< μτγν. θανατικός] | |
| 20325 | θανατίλα | θα-να-τί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): δυσοσμία που αναδίδει πτώμα· κατ' επέκτ. αίσθηση θανάτου, απαισιοδοξία: Βρομάει/μυρίζει ~.|| (μτφ.) Η μουσική/ποίησή του αποπνέει ~. Πβ. μαυρίλα, σκοτεινιά. Βλ. -ίλα. | |
| 20326 | θανατοποινίτης | θα-να-το-ποι-νί-της ουσ. (αρσ.) {θανατοποινιτ-ών}: φυλακισμένος που έχει καταδικαστεί σε θανατική ποινή: Ο ~ εκτελέστηκε με θανατηφόρα ένεση. Απαγχονισμός/πτέρυγα ~ών. Απονομή χάριτος σε ~η. Πβ. μελλοθάνατος. Βλ. -ίτης1. | |
| 20328 | θάνατος | θά-να-τος ουσ. (αρσ.) {θανάτ-ου | -ων, -ους} 1. οριστική, μη αναστρέψιμη παύση όλων των βιολογικών λειτουργιών ζωντανού οργανισμού, τερματισμός της ζωής: άδικος/αδόκητος/αιφνίδιος/ακαριαίος/ανεξήγητος/ανώδυνος/αξιοπρεπής (βλ. ευθανασία)/ηρωικός/μαρτυρικός/μυστηριώδης/ξαφνικός/πρόωρος/σωματικός/τυχαίος ~. ~ από ασφυξία (= ασφυκτικός). Ληξιαρχική πράξη ~ου. Αναγγελία/δήλωση/είδηση/επέτειος (του) ~ου της ... Η αγωνία/ο φόβος του ~ου. Παγίδα ~ου (: κυρ. για δρόμο). Βουτιά ~ου από τον πέμπτο όροφο (βλ. αυτοκτονία). Θρήνος για τον ~ο του ... (πβ. απώλεια, τέλος, χαμός). Καταδίκη σε ~ο/(λόγ.) εις ~ον. Μείωση του αριθμού των παιδικών ~ων. ~ που αποδίδεται σε/οφείλεται σε/προκλήθηκε από φυσικά αίτια. Βρήκε/είχε τραγικό ~ο. Παλεύει με τον ~ο (= χαροπαλεύει, βλ. ετοιμο~.). Αυξήθηκαν οι ~οι από ναρκωτικά. Αδιευκρίνιστες παραμένουν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες επήλθε ο ~ του ... (πβ. το μοιραίο). (εμφατ.) Κάπνισμα ίσον ~! (έκφρ.) Ελευθερία ή ~!|| (ειδικότ.) Αποτρόπαιος/βασανιστικός/βίαιος ~. Οι λίστες ~ου των εκβιαστών. Έστησαν ενέδρα/καρτέρι ~ου. Καταγγέλλει τον ~ο αμάχων. Πενθούν για τον ~ο αθώων. Καμικάζι έσπειρε τον ~ο. Πβ. ανθρωποκτονία, δολοφονία, φόνος.|| Μαζικοί ~οι ψαριών από χημικά. Πβ. εξόντωση. ΑΝΤ. γέννηση (1) 2. (μτφ.) καταστροφή, τέλος: ιδεολογικός/πνευματικός/πολιτικός/ψυχικός ~ (πβ. αφανισμός, όλεθρος). Ο ~ μιας αυτοκρατορίας (πβ. παρακμή, πτώση). Ο ~ μιας θεωρίας/μιας ιδεολογίας/ενός πολιτικού συστήματος (πβ. κατάρρευση). Οικονομική ύφεση: Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος ~ου. 3. θανατική ποινή: (ως σύνθημα) ~ στους δολοφόνους! 4. (συνήθ. με κεφαλ. Θ) Χάρος: Ο ~ πλανιόταν πάνω από τα ερείπια. ● ΣΥΜΠΛ.: αργός θάνατος 1. (μτφ.) εξάρτηση από ουσίες που οδηγούν τον ανθρώπινο οργανισμό στη φθορά: Η ηρωίνη/το κάπνισμα/το ποτό είναι ~ ~. 2. που δεν επέρχεται γρήγορα: ~ ~ από ραδιενεργά υλικά. [< γαλλ. mort lente] , βιολογικός θάνατος: ΙΑΤΡ. διακοπή του μεταβολισμού των κυττάρων, κυρ. των νευρικών. [< γαλλ. mort biologique] , γλωσσικός θάνατος: ΓΛΩΣΣ. διαδικασία περιορισμού χρήσης μιας γλώσσας, συνήθ. μειονοτικής, με αποτέλεσμα τη σταδιακή εξαφάνισή της. [< αγγλ. language death, 1972] , εγκεφαλικός θάνατος: ΙΑΤΡ. μη αναστρέψιμη βλάβη του εγκεφάλου, με απώλεια όλων των λειτουργιών που σχετίζονται με την αναπνοή και την κυκλοφορία του αίματος. [< αγγλ. brain death, 1964] , κλινικός θάνατος: ΙΑΤΡ. στάδιο πριν από τον οριστικό ή βιολογικό θάνατο, κατά το οποίο παρατηρείται παύση της καρδιοαναπνευστικής λειτουργίας και απώλεια των αισθήσεων: Ο ~ ~ είναι αναστρέψιμος. Βλ. κώμα, φυτό. [< γαλλ. mort clinique] , λευκός θάνατος: η ηρωίνη και γενικότ. τα ναρκωτικά: διακίνηση/κύκλωμα ~ού ~ου. Έμποροι/θύμα του ~ού ~ου. Ξέφυγε από τα δίχτυα του ~ού ~ου., μαύρος θάνατος: ονομασία ενδημικής και επιδημικής νόσου του 14ου αι., της οποίας τα συμπτώματα συνδέθηκαν με εκείνα της βουβωνικής πανώλης. Πβ. πανούκλα. [< αγγλ. black death] , συμβόλαιο θανάτου: συμφωνία με επαγγελματία συνήθ. εκτελεστή για τη δολοφονία ατόμου: πληρωμένα ~α ~. Ανέλαβε/έκανε/εκτέλεσε ~ ~ κατά επιχειρηματία/για ξεκαθάρισμα λογαριασμών.|| (μτφ.) Με την καταστροφή του περιβάλλοντος υπογράφουμε ~ ~ για τα παιδιά μας (= τη θανατική τους καταδίκη). [< αγγλ. contract killing, 1977] , φυσικός/φυσιολογικός θάνατος: που δεν είναι πρόωρος, δεν οφείλεται σε ατύχημα ή έγκλημα. [< γαλλ. mort naturelle] , άγγελος θανάτου βλ. άγγελος, κίνδυνος-θάνατος βλ. κίνδυνος, κούρσα θανάτου βλ. κούρσα, μπλε οθόνη (θανάτου) βλ. οθόνη, ο γύρος του θανάτου βλ. γύρος, στρατόπεδα θανάτου/εξόντωσης βλ. στρατόπεδο ● ΦΡ.: δεν είναι και για θάνατο/προς θάνατο(ν): (προφ.) για κάτι που δεν είναι τόσο τραγικό: Εντάξει, ένα λαθάκι έκανα ~ ~., μετά θάνατο(ν): αφού πεθάνει κάποιος: ~ ~ αναγνώριση/δικαίωση. Πιστεύεις στη ~ ~ ζωή; ΣΥΝ. μεταθανάτιος ΑΝΤ. εν ζωή, μέχρι/έως θανάτου: μέχρι να πεθάνει κάποιος: Βασανίστηκε/ξυλοκοπήθηκε ~ ~.|| (μτφ.) Αγώνας/μάχη ~ ~ (πβ. μέχρις εσχάτων, μέχρι τελικής πτώσεως)., ο θάνατός σου, η ζωή μου!: σε περιπτώσεις μεγάλου ανταγωνισμού, επικράτησης του ενός σε βάρος του άλλου., αγώνας (μεταξύ) ζωής και θανάτου βλ. αγώνας, ακολούθησε (κάποιον) στον τάφο/στον θάνατο βλ. ακολουθώ, έχασε τη μάχη για/με τη ζωή/με το(ν) θάνατο βλ. μάχη, ζήτημα/θέμα ζωής ή/και θανάτου βλ. ζήτημα, μεταξύ ζωής και θανάτου βλ. ζωή, παλεύει με τον θάνατο/τον Χάρο βλ. παλεύω, στη ζωή και στο(ν) θάνατο βλ. ζωή, φλερτάρω με τον θάνατο/τον κίνδυνο βλ. φλερτάρω [< αρχ. θάνατος] | |
| 20329 | θανατώνω | θα-να-τώ-νω ρ. (μτβ.) {θανάτω-σε, θανατώ-σει, -θηκε, -μένος, θανατών-οντας}: αφαιρώ τη ζωή, σκοτώνω: ~θηκε στην ηλεκτρική καρέκλα. ΣΥΝ. εκτελώ.|| Χιλιάδες πουλερικά ~θηκαν λόγω της γρίπης των πτηνών. Πβ. εξολοθρεύω, εξοντώνω, φονεύω.|| (κατ’ επέκτ.) Φάρμακα που ~ουν (= νεκρώνουν) τα καρκινικά κύτταρα.|| (σπανιότ.-μτφ.) Τη ~σε με την κουβέντα του (: την πίκρανε, την πλήγωσε). ● Μτχ.: θανατωμένος , η, ο: που έχει θανατωθεί: ~ο: ζώο/πουλί/σώμα.|| (μτφ.-λογοτ.) ~η: ανθρωπιά/καρδιά/ψυχή. [< μεσν. θανατώνω] | |
| 20330 | θανάτωση | θα-νά-τω-ση ουσ. (θηλ.): αφαίρεση της ζωής: απάνθρωπη/βίαιη ~ (πβ. δολοφονία, φόνος). ~ θανατοποινίτη/κρατουμένου (ΣΥΝ. εκτέλεση). ~ του εμβρύου (βλ. έκτρωση, ευγονική).|| Μαζική ~ μολυσμένων πουλερικών. Καταγγελία για ~ώσεις αδέσποτων ζώων. Πβ. εξολόθρευση.|| (μτφ.) Πολιτική ~ (πβ. εξόντωση, καταστροφή). [< αρχ. θανάτωσις] | |
| 20331 | θανή | θα-νή ουσ. (θηλ.) (λογοτ.): θάνατος: άδικη ~. (κυρ. σε εκκλησ. κείμενα) Ευλογημένη βιοτή και μακαρία ~. ΣΥΝ. αποβίωση, τελευτή [< μεσν. θανή] | |
| 20332 | θανών | , ούσα, όν θα-νών επίθ./ουσ. (λόγ.): που πέθανε: απόδοση τιμών στους ~όντες στρατιώτες.|| (ως ουσ.) Τραυματίες και ~όντες. ~όντες σε καιρό πολέμου. Πβ. απο~, εκλιπών, νεκρός, πεθαμένος, τεθνεώς. [< αρχ. θανών, μτχ. αορ. β’ του ρ. θνῄσκω] | |
| 20333 | θάπτω | βλ. θάβω | |
| 20334 | θαρραλέος | , α, ο θαρ-ρα-λέ-ος επίθ.: που διαθέτει τόλμη ή γίνεται με θάρρος: ~ος: αγωνιστής/αξιωματικός/πολεμιστής/στρατιώτης/στρατός/χαρακτήρας. ~α: γυναίκα/φωνή (: για κάποιον που λέει τη γνώμη του άφοβα). ΑΝΤ. φοβητσιάρης.|| ~α: αντιμετώπιση/αντίσταση/απόφαση/διαμαρτυρία/επιλογή/κίνηση/πράξη/προσπάθεια/πρωτοβουλία/στάση. ~α: βήματα/μέτρα. Πβ. άφοβος, γενναίος, ευθαρσής, θαρρετός, τολμηρός. Βλ. -αλέος. ΑΝΤ. άτολμος, δειλός ● επίρρ.: θαρραλέα [< αρχ. θαρραλέος] | |
| 20335 | θαρρετός | , ή, ό θαρ-ρε-τός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από θάρρος: ~ή: άποψη/στάση/φωνή. ~ό: βήμα/βλέμμα. ~ά: λόγια. Πβ. θαρραλέος. ● επίρρ.: θαρρετά [< μεσν. θαρρετός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ