Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [2100-2120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
1118αετόπουλο[ἀετόπουλο] α-ε-τό-που-λο ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) αϊτόπουλο (υποκ.) 1. μικρός αετός. Βλ. -όπουλο. 2. (μτφ.) πολύ έξυπνο και ικανό νεαρό πρόσωπο.[< 1: μεσν. αετόπουλον]
1119αετοράχη[ἀετοράχη] α-ε-το-ρά-χη ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) αϊτοράχη & αετορράχη: (κυρ. ως τοπων.) απόκρημνη ράχη ψηλού βουνού: απρόσιτη ~.
1120αετός[ἀετός] α-ε-τός ουσ. (αρσ.) {θηλ. (προφ.) αετίνα} & (λαϊκό-λογοτ.) αϊτός, αητός 1. ΟΡΝΙΘ. ημερόβιο αρπακτικό πουλί (οικογ. Accipitridae) με μεγάλο σώμα, γαμψά νύχια, κυρτό ράμφος και οξύτατη όραση: άγριος/περήφανος ~. (Σπάνιο/υπό εξαφάνιση) είδος ~ού. Τα φτερά/η φωλιά (= αετοφωλιά) του ~ού. Ο ~ πέταξε πάνω από τη λεία του. Βλ. βασιλ~, γυπ~, θαλασσ~, σπιζ~, σταυρ~, φιδ~, χρυσ~, ψαρ~, φαλακρός. 2. (μτφ.) ιδιαίτερα έξυπνο ή ικανό πρόσωπο: Είναι ~ στη δουλειά του. Έχει (το) βλέμμα/μάτι (του) ~ού (= αετίσιο βλέμμα). Πβ. ατσίδα, ξεφτέρι, ξυράφι, σαΐνι, σπίρτο. Βλ. εύστροφος, οξυδερκής. 3. χαρταετός. 4. ΙΧΘΥΟΛ. μεγαλόσωμο πελαγίσιο σελάχι (επιστ. ονομασ. Myliobatis aquila) με θωρακικά πτερύγια και μακριά ουρά σαν μαστίγιο. 5. ΑΘΛ. (προφ.) αιωρόπτερο: μηχανοκίνητος ~. ● ΣΥΜΠΛ.: δικέφαλος αετός: αναπαράσταση αετού με δύο κεφάλια, σύμβολο αυτοκρατοριών (κατεξοχήν της βυζαντινής), έμβλημα των ορθόδοξων Εκκλησιών, του Γενικού Επιτελείου Στρατού, εθνικό σύμβολο της Αλβανίας, έμβλημα αθλητικών ομάδων, σωματείων: μαρμάρινος/ξυλόγλυπτος/πατριαρχικός ~ ~. [< 1,4,5: αρχ. ἀετός 2: ιταλ. aquilone - παλαιότ. ορθογρ. αητός]
1121αετοφωλιά[ἀετοφωλιά] α-ε-το-φω-λιά ουσ. (θηλ.) 1. (συνήθ. μτφ.) μέρος απόκρημνο ή κατάλυμα (καταφύγιο, κρησφύγετο) σε βουνό ή σε τόπο ψηλό και δυσπρόσιτο: δύσβατες ~ιές. Πώς ανέβηκες/έφτασες σ' αυτή την ~; Βλ. λημέρι. 2. φωλιά αετού.
1122αέτωμα[ἀέτωμα] α-έ-τω-μα ουσ. (ουδ.) {αετώμ-ατος | -ατα, -άτων}: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. το άνω τριγωνικό μέρος πρόσοψης ή οπίσθιας όψης αρχαίου ναού ή κιονοστοιχίας (συνήθ. με γλυπτό διάκοσμο)· κατ' επέκτ. αντίστοιχη κατασκευή σε τοίχο, κτίριο: λίθινο/μαρμάρινο ~. Το ανατολικό ~ του Παρθενώνα.|| ~ τριώροφης πρόσοψης. [< αρχ. ἀέτωμα]
1123αετωματικός, ή, ό [ἀετωματικός] α-ε-τω-μα-τι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. που φέρει αέτωμα, αναφέρεται ή ανήκει σε αυτό: ~ός: όροφος/τοίχος. ~ή: κατασκευή. Επιτύμβια ~ή στήλη.|| ~ή: απόληξη. ~ό: γλυπτό. ~ές: μορφές. ~ά: ανάγλυφα.
1125αζαλέα[ἀζαλέα] α-ζα-λέ-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. θαμνώδες καλλωπιστικό φυτό (οικογ. Ericaceae) με λευκά, ροζ ή συνήθ. κόκκινα άνθη. Βλ. ροδόδεντρο. [< αγγλ. azalea, γαλλ. azalée]
1126αζεοτροπικός, ή, ό [ἀζεοτροπικός] α-ζε-ο-τρο-πι-κός επίθ.: ΧΗΜ. συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αζεοτροπικό μείγμα: διάλυμα δύο υγρών, η απόσταξη των οποίων γίνεται σε σταθερή θερμοκρασία και παράγει ατμό της ίδιας σύστασης: ~ ~ αιθανόλης/ακετόνης. [< γαλλ. azéotrope, 1933, αγγλ. azeotropic, 1911]
1127αζέρος

, ή, ό [ἀζέρικος] α-ζέ-ρι-κος επίθ. & αζερικός & αζερμπαϊτζανικός: που σχετίζεται με τους Αζέρους ή το Αζερμπαϊτζάν.

1128αζευγάρωτος, η, ο [ἀζευγάρωτος] α-ζευ-γά-ρω-τος επίθ.: που δεν έχει ζευγαρώσει, δεν αποτελεί ζεύγος και γενικότ. δεν μπορεί να συνδυαστεί με κάτι άλλο: (λαϊκό) ~ο: ζώο (ΑΝΤ. ζευγαρωμένο).|| (επιστ.) ~ο: ηλεκτρόνιο. ~ες: βάσεις (DNA). ~α: νουκλεοτίδια.
1129αζημίως[ἀζημίως] α-ζη-μί-ως επίρρ.: ΝΟΜ. χωρίς οικονομική κυρ. ζημιά: Καταγγέλλεται/λύεται η σύμβαση/συνεργασία ~. [< μτγν. ἀζημίως]
1130αζημίωτος, η, ο [ἀζημίωτος] α-ζη-μί-ω-τος επίθ.: κυρ. στη ● ΦΡ.: με το αζημίωτο (συνήθ. ειρων.): με αμοιβή, με κάποιο αντάλλαγμα, κέρδος: Δέχθηκε να με βοηθήσει, ~ ~ φυσικά. Θα σε εξυπηρετήσουν βέβαια, αλλά ~ ~. ΑΝΤ. για την ψυχή της μάνας μου, δωρεάν, τζάμπα. [< μτγν. ἀζημίωτος]
1131αζήτητος, η, ο [ἀζήτητος] α-ζή-τη-τος επίθ.: που δεν τον έχουν ζητήσει, δεν τον (ανα)ζητούν ή δεν έχει ζήτηση: ~η: αποσκευή. ~ο: βιβλίο/προϊόν. ~α: εμπορεύματα (ΣΥΝ. αδιάθετα, απούλητα)/πτυχία (: που δεν εξασφαλίζουν επαγγελματική αποκατάσταση). Το δέμα επεστράφη ως ~ο. Τα περιζήτητα και τα ~α τμήματα ΤΕΙ. ● Ουσ.: αζήτητα (τα) 1. κάθε πρόσωπο ή πράγμα που δεν έχει ζήτηση, πέραση: Ανέσυρε/έβγαλε/πήρε τους παίκτες από τα ~ και τους έκανε πρωταθλητές. Ο Τύπος επανέφερε το θέμα από τα ~ στην επικαιρότητα. 2. αντικείμενα ή εμπορεύματα που έχουν χαθεί, εγκαταλειφθεί ή κατασχεθεί και δεν τα αναζητά ο κάτοχος ή ο παραλήπτης τους: τα ~ των αεροδρομίων/τελωνείων. ● ΦΡ.: στα αζήτητα: για καθετί αχρησιμοποίητο, ανεκμετάλλευτο, που γενικότ. δεν απασχολεί ή δεν ενδιαφέρει κανέναν: Το νέο του άλμπουμ έμεινε/κατέληξε ~ ~ των δισκοπωλείων. Το θέμα πέρασε ~ ~. Πετώ/στέλνω κάτι ~ ~. Πτυχιούχοι ~ ~. [< αρχ. ἀζήτητος]
1132αζίδιο[ἀζίδιο] α-ζί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {αζιδί-ου}: ΧΗΜ. ένωση που περιέχει την ομάδα N3 σε συνδυασμό με ένα στοιχείο ή μια ρίζα του υδραζωτικού οξέος: ~ του βαρίου/μολύβδου/νατρίου. [< αγγλ. azide, 1907]
1133αζιμουθιακός, ή, ό [ἀζιμουθιακός] α-ζι-μου-θι-α-κός επίθ. & αζιμουθικός: ΑΣΤΡΟΝ.-ΓΕΩΔ. που αναφέρεται στο αζιμούθιο: ~ός: κβαντικός αριθμός/κύκλος. ~ή: γωνία/κάλυψη/προβολή. ~ό: τηλεσκόπιο. ~ές: συντεταγμένες. [< γαλλ. azimutal]
1134αζιμούθιο[ἀζιμούθιο] α-ζι-μού-θι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΑΣΤΡΟΝ.-ΓΕΩΔ. η γωνία που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό της θέσης ουράνιου ή γήινου σημείου και σχηματίζεται από το κατακόρυφο επίπεδό του και το μεσημβρινό επίπεδο του σημείου παρατήρησης: αστρονομικό/γεωγραφικό/γεωδαιτικό/μαγνητικό ~. Καθορίζω/μετρώ/υπολογίζω το ~. Βλ. διόπτευση. ● ΦΡ.: όλα τα αζιμούθια (απαιτ. λεξιλόγ.-μτφ.): όλες οι κατευθύνσεις, οι διευθύνσεις: Εχθροί που προέρχονται από ~ ~ (= από παντού). Διπλωματική επίθεση/προειδοποίηση προς ~ ~. [< γαλλ. tous les azimuts] [< γαλλ. azimut]
1135αζουλένιο[ἀζουλένιο] α-ζου-λέ-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. υγρός υδρογονάνθρακας (σύμβ. C10H8), κρυσταλλική ουσία κυανού χρώματος που χρησιμοποιείται στα καλλυντικά: αποτρίχωση/κερί με ~. Γαλάκτωμα/λοσιόν που περιέχει ~. [< γαλλ. azulène]
1136αζούρ1[ἀζούρ] α-ζούρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: είδος βελονιάς, πλέξης και συνεκδ. διάτρητου κεντήματος: δαντέλες/μανίκια με ~.|| (ως επίθ.) ~ ύφανση. [< γαλλ. à jours, ajour]
1137αζούρ2[ἀζούρ] α-ζούρ επίθ./ουσ.: κυανό χρώμα: μπλε ~.|| ~ μοτίβα. Βλ. κοβάλτιο. [< γαλλ. azur]
1138αζουρίτης[ἀζουρίτης] α-ζου-ρί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ορυκτό άλας του βασικού ανθρακικού χαλκού με χαρακτηριστικό μπλε χρώμα, που ως ημιπολύτιμος λίθος τοποθετείται συνήθ. σε κοσμήματα. Βλ. μαλαχίτης, -ίτης2. [< γαλλ. azurite]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.