| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20329 | θανατώνω | θα-να-τώ-νω ρ. (μτβ.) {θανάτω-σε, θανατώ-σει, -θηκε, -μένος, θανατών-οντας}: αφαιρώ τη ζωή, σκοτώνω: ~θηκε στην ηλεκτρική καρέκλα. ΣΥΝ. εκτελώ.|| Χιλιάδες πουλερικά ~θηκαν λόγω της γρίπης των πτηνών. Πβ. εξολοθρεύω, εξοντώνω, φονεύω.|| (κατ’ επέκτ.) Φάρμακα που ~ουν (= νεκρώνουν) τα καρκινικά κύτταρα.|| (σπανιότ.-μτφ.) Τη ~σε με την κουβέντα του (: την πίκρανε, την πλήγωσε). ● Μτχ.: θανατωμένος , η, ο: που έχει θανατωθεί: ~ο: ζώο/πουλί/σώμα.|| (μτφ.-λογοτ.) ~η: ανθρωπιά/καρδιά/ψυχή. [< μεσν. θανατώνω] | |
| 20330 | θανάτωση | θα-νά-τω-ση ουσ. (θηλ.): αφαίρεση της ζωής: απάνθρωπη/βίαιη ~ (πβ. δολοφονία, φόνος). ~ θανατοποινίτη/κρατουμένου (ΣΥΝ. εκτέλεση). ~ του εμβρύου (βλ. έκτρωση, ευγονική).|| Μαζική ~ μολυσμένων πουλερικών. Καταγγελία για ~ώσεις αδέσποτων ζώων. Πβ. εξολόθρευση.|| (μτφ.) Πολιτική ~ (πβ. εξόντωση, καταστροφή). [< αρχ. θανάτωσις] | |
| 20331 | θανή | θα-νή ουσ. (θηλ.) (λογοτ.): θάνατος: άδικη ~. (κυρ. σε εκκλησ. κείμενα) Ευλογημένη βιοτή και μακαρία ~. ΣΥΝ. αποβίωση, τελευτή [< μεσν. θανή] | |
| 20332 | θανών | , ούσα, όν θα-νών επίθ./ουσ. (λόγ.): που πέθανε: απόδοση τιμών στους ~όντες στρατιώτες.|| (ως ουσ.) Τραυματίες και ~όντες. ~όντες σε καιρό πολέμου. Πβ. απο~, εκλιπών, νεκρός, πεθαμένος, τεθνεώς. [< αρχ. θανών, μτχ. αορ. β’ του ρ. θνῄσκω] | |
| 20333 | θάπτω | βλ. θάβω | |
| 20334 | θαρραλέος | , α, ο θαρ-ρα-λέ-ος επίθ.: που διαθέτει τόλμη ή γίνεται με θάρρος: ~ος: αγωνιστής/αξιωματικός/πολεμιστής/στρατιώτης/στρατός/χαρακτήρας. ~α: γυναίκα/φωνή (: για κάποιον που λέει τη γνώμη του άφοβα). ΑΝΤ. φοβητσιάρης.|| ~α: αντιμετώπιση/αντίσταση/απόφαση/διαμαρτυρία/επιλογή/κίνηση/πράξη/προσπάθεια/πρωτοβουλία/στάση. ~α: βήματα/μέτρα. Πβ. άφοβος, γενναίος, ευθαρσής, θαρρετός, τολμηρός. Βλ. -αλέος. ΑΝΤ. άτολμος, δειλός ● επίρρ.: θαρραλέα [< αρχ. θαρραλέος] | |
| 20335 | θαρρετός | , ή, ό θαρ-ρε-τός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από θάρρος: ~ή: άποψη/στάση/φωνή. ~ό: βήμα/βλέμμα. ~ά: λόγια. Πβ. θαρραλέος. ● επίρρ.: θαρρετά [< μεσν. θαρρετός] | |
| 20336 | θαρρεύω | θαρ-ρεύ-ω ρ. (αμτβ.) {θάρρε-ψα} (λαϊκό-λογοτ.): αποκτώ θάρρος: Ο κόσμος άρχισε να ~ει. Πβ. αναθαρρώ, ξε~, ξεψαρώνω. [< μεσν. θαρρεύω] | |
| 20337 | θάρρητα | θάρ-ρη-τα ουσ. (ουδ.) (τα) (διαλεκτ.-λαϊκό): θάρρος: Δίνω ~. Του έκοψε τα ~. Σαν πολλά ~ δεν πήρες; | |
| 20338 | θάρρος | θάρ-ρος ουσ. (ουδ.) {θάρρ-ους} 1. ικανότητα κάποιου να αντιμετωπίζει χωρίς φόβο τις δυσκολίες, τον κίνδυνο, τις δυσάρεστες συνέπειες ή τον σωματικό πόνο και να ενεργεί σύμφωνα με αυτό που θεωρεί σωστό: ακατάβλητο/αλόγιστο/αξιοζήλευτο/μεγάλο ~. Πολιτικό ~. ~ στη μάχη. ~ και αγωνιστικότητα/αποφασιστικότητα/αυτοθυσία/θέληση/κουράγιο. Έλλειψη/ένδειξη/μαθήματα/πράξη/πρότυπο ~ους. Απαιτείται/χρειάζεται (πολύ) ~ για να ... Διαθέτω/επιδεικνύω ~. Ανακτώ/χάνω (= δειλιάζω) το ~ μου. Πήρε λίγο ~ (= αναθάρρησε). Από πού αντλεί/πού βρίσκει τόσο ~; Τους έδωσε ~ (= τους εμψύχωσε). Είχε το ~ να του αντιμιλήσει. Αγωνίστηκε/απάντησε/οπλίστηκε/πολέμησε με ~.|| (ως προτροπή) ~ και δύναμη! Πβ. αφοβία, γενναιότητα, τόλμη. ΑΝΤ. δειλία 2. άνεση ή υπερβολική οικειότητα που καταντά αδιάκριτη και ενοχλητική: Έχω ~ με κάποιον. Πβ. θάρρητα.|| (ως έκφρ. ευγένειας, προκειμένου να μην προσβληθεί ο συνομιλητής:) Λαμβάνω/παίρνω το ~ (= επιτρέψτε μου) να σας κάνω μια υπόδειξη. Με όλο το ~ (= χωρίς να φανώ αδιάκριτος), θα μπορούσα να σας πω κάτι;|| Αυτό δεν λέγεται ~ αλλά θράσος! Του έχεις δώσει πολύ ~! Έχει παραπάρει ~ (= αέρα)! ● ΣΥΜΠΛ.: το θάρρος της γνώμης: η παρρησία: Διαθέτει/του λείπει ~ ~. Σε θαυμάζω/συγχαίρω για ~ ~ σου! Έχει ~ ~ του. Πβ. ελευθεροστομία. ● ΦΡ.: δώσε θάρρος στον/του χωριάτη, να σ' ανέβει/και θ' ανέβει στο κρεβάτι βλ. χωριάτης, χωριάτισσα [< 1: αρχ. θάρρος] | |
| 20339 | θαρρώ | [θαρρῶ] θαρ-ρώ ρ. (μτβ.) {θαρρ-είς ... | θάρρε-ψα} (λαϊκό-λογοτ.): νομίζω: ~ πως (σπανιότ. ότι) το έκανε επίτηδες.|| Μιλάει ~είς και (= λες και, σαν να) τα ξέρει όλα. Πβ. έχω τη γνώμη/την πεποίθηση, θεωρώ, πιστεύω, υποθέτω, φαντάζομαι, φρονώ. [< αρχ. θαρρῶ ‘έχω θάρρος, εμπιστεύομαι’] | |
| 20340 | Θασίτης, Θασίτισσα | Θα-σί-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Θάσο. | |
| 20341 | θατσερικός | , ή, ό θα-τσε-ρι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που αναφέρεται στον θατσερισμό: ~ός: νεοφιλελευθερισμός. ~ή: πολιτική. ~ό: μοντέλο (π.χ. φορολογίας)/πρόγραμμα.|| (ως ουσ., για πρόσ.) Ακραιφνής ~. [< αγγλ. Thatcherite, 1977] | |
| 20342 | θατσερισμός | θα-τσε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) ΠΟΛΙΤ. 1. η πολιτική της Μάργκαρετ Θάτσερ, πρωθυπουργού της Μ. Βρετανίας την περίοδο 1979-1990. 2. πολιτική που βασίζεται στις αρχές της ελεύθερης αγοράς και τάσσεται υπέρ μιας ισχυρής κεντρικής κυβέρνησης, της μείωσης των δημοσίων δαπανών και της περιστολής του κοινωνικού κράτους: ακραίος ~. Βλ. νεοσυντηρητισμός, -ισμός. [< αγγλ. Τhatcherism, 1979] | |
| 20343 | θαύμα | [θαῦμα] θαύ-μα ουσ. (ουδ.) {θαύμ-ατος | -ατα, -άτων} & (λαϊκό-λογοτ.) θάμα 1. καθετί που υπερβαίνει τους νόμους της φύσης και αποδίδεται συνήθ. σε θεϊκή παρέμβαση· ανέλπιστα θετική εξέλιξη: ζωντανό/προσωπικό ~. Τα ~ατα των Αγίων/της Παναγίας/του Χριστού. To μέγα ~ του Αγίου Φωτός. ~ατα και προφητείες. Πιστεύει στα ~ατα.|| (εμφατ.) Είναι ~ πώς τα κατάφερε. Μόνο σε ένα ~ ελπίζει τώρα. Δεν γίνονται ~ατα, μη γελιέσαι. Πάμε για το ~ (πβ. όνειρο). Ζω ένα (μικρό) ~. 2. (μτφ.) οτιδήποτε ξεπερνά τις ανθρώπινες προσδοκίες και προκαλεί έκπληξη και θαυμασμό: αναπτυξιακό/αρχιτεκτονικό (πβ. αριστούργημα)/οικονομικό/τεχνολογικό/φυσικό ~. Το απόλυτο ~. Τα ~ατα της επιστήμης/της ιατρικής. Τα επτά νέα/σύγχρονα ~ατα. Μνημείο που αποτελεί ~ τελειότητας. Εμβόλιο-~ κατά του φονικού ιού. (εμφατ.) Το ~ του έρωτα/της ζωής (= η γέννηση, πβ. μυστήριο).|| (ως επίθ.) Τι νοστιμιά, ~ γεύση! (πβ. μούρλια, ονειρεμένη)|| (ως επίρρ.) Περνάμε ~! ΣΥΝ. εξαίσια, θαυμάσια, τέλεια, τρέλα, υπέροχα, φανταστικά. ● ΣΥΜΠΛ.: θαύμα θαυμάτων (εμφατ.) 1. οτιδήποτε απίστευτο, αναπάντεχο: Αν κερδίσει η ομάδα, θα είναι/πρόκειται για ~ ~. 2. ΕΚΚΛΗΣ. η Θεία Κοινωνία., παιδί-θαύμα & παιδί θαύμα: παιδί ή νεαρό άτομο με ταλέντο και ικανότητες ασυνήθιστες για την ηλικία του: Υπήρξε/χαρακτηρίστηκε ~ ~ στα μαθηματικά. Τα ~ιά ~ατα της μουσικής/του σινεμά. Πβ. ιδιοφυΐα. [< γερμ. Wunderkind, αγγλ. child prodigy, γαλλ. enfant prodige] , θαύμα της φύσης βλ. φύση ● ΦΡ.: κάνει θαύματα: κατορθώνει φοβερά πράγματα, έχει εντυπωσιακά αποτελέσματα: Η αγάπη/η τεχνολογία ~ ~. Νέο φάρμακο που ~ ~. Μηχάνημα που ~ ~ (πβ. κάνει παπάδες).|| (ειρων.) Το έκανε (πάλι) το θαύμα του και τα θαλάσσωσε. Πβ. θαυματουργώ., τα επτά θαύματα του κόσμου/της αρχαιότητας: μνημειώδη αριστουργήματα της αρχαίας αρχιτεκτονικής, η πυραμίδα του Χέοπα, οι κρεμαστοί κήποι της Βαβυλώνας, το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία στην Ολυμπία, ο ναός της Άρτεμης στην Έφεσο, το Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού, ο φάρος της Αλεξάνδρειας και ο Κολοσσός της Ρόδου., το όγδοο θαύμα (του κόσμου): δημιούργημα ασύλληπτης, εξαιρετικής τεχνικής: Κτίριο που θεωρήθηκε/χαρακτηρίστηκε ως ~ ~. [< γαλλ. la huitième merveille (du monde)] , ω του θαύματος!: επιφωνηματικά, ως έκφραση μεγάλης έκπληξης: Τον έψαχνα παντού και ξαφνικά, ~ ~, νάτος μπροστά μου! (συνηθέστ. ειρων.) Δεν ήξερε τίποτα, αλλά μόλις τον στρίμωξαν, ~ ~, τα θυμήθηκε όλα!, ως εκ θαύματος (λόγ.) & (σαν) από θαύμα: ανέλπιστα, αναπάντεχα: Γλίτωσε/επέζησε/σώθηκε ~ ~. ~ ~ δεν χτύπησε (πβ. από τύχη)! (ειρων.) Περιμένει, ~ ~, να λυθούν όλα του τα προβλήματα. [< γαλλ. (comme) par miracle] , αλλού το όνειρο κι αλλού το θαύμα βλ. αλλού, εν τω άμα (και το θάμα/θαύμα) βλ. άμα, ο Θεός να βάλει το χέρι του/να κάνει το θαύμα του βλ. χέρι, πράματα και θάματα/θαύματα βλ. θάμα [< αρχ. θαῦμα, γαλλ.-αγγλ. miracle, γαλλ. merveille] | |
| 20344 | θαυμάζω | θαυ-μά-ζω ρ. (μτβ.) {θαύμα-σα, θαυμά-στηκε, θαυμάζ-οντας} 1. νιώθω θαυμασμό για κάποιον ή κάτι: ~ την αντοχή/το θάρρος/το σθένος/την ψυχική δύναμή του. Σε ~ για το κουράγιο σου. Πβ. εκτιμώ.|| ~ την υπομονή/ψυχραιμία σου. Πβ. απορώ, εκπλήσσομαι. 2. κοιτάζω κάτι με θαυμασμό: ~ ένα έργο τέχνης/ένα μνημείο/την ομορφιά του τοπίου. ● ΦΡ.: απορώ και θαυμάζω βλ. απορώ [< αρχ. θαυμάζω] | |
| 20345 | θαυμάσιος | , α, ο θαυ-μά-σι-ος επίθ.: πάρα πολύ καλός, με αποτέλεσμα να προκαλεί τον θαυμασμό: ~ος: άνθρωπος/καιρός/πίνακας/χαρακτήρας. ~α: διαδρομή/διακόσμηση/εκδήλωση/ευκαιρία/θέα/ιδέα. ~ο: αποτέλεσμα/γεύμα/έργο/μνημείο (τέχνης)/τοπίο. Τα Γερμανικά του είναι ~α. Πβ. άρτιος, έκτακτος, εξαιρετικός, εξαίσιος, έξοχος, καταπληκτικός, υπέροχος. ● επίρρ.: θαυμάσια [< αρχ. θαυμάσιος] | |
| 20346 | θαυμασμός | θαυ-μα-σμός ουσ. (αρσ.): βαθιά εκτίμηση, θετική έκπληξη για κάποιον ή κάτι: άκριτος/αμοιβαίος/ανυπόκριτος/απέραντος/βαθύς/ειλικρινής/υπερβολικός/υπέρμετρος ~. Αντικείμενο/εκδήλωση/επιφώνημα ~ού. Είναι άξιος ~ού (= αξιοθαύμαστος, θαυμαστός). Ακούω/κοιτάζω/παρατηρώ με ~ό. Εκφράζω τον ~ό μου για ... Τρέφει απεριόριστο ~ για τον/στον … Αποσπά/κερδίζει/προκαλεί τον ~ό (των άλλων). Χαίρει ~ού. Βλ. αυτο~. [< μτγν. θαυμασμός] | |
| 20347 | θαυμαστής, θαυμάστρια | θαυ-μα-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): αυτός που νιώθει θαυμασμό για κάποιον ή κάτι: αφοσιωμένος/εμμονικός/ένθερμος/ενθουσιώδης/κρυφός/προσωπικός/φανατικός ~. ~ του συγκροτήματος/της τραγουδίστριας. Δηλώνει ~ των τρισδιάστατων θεαμάτων. Γράμματα ~ών. Πβ. θιασώτης, φαν. [< αρχ. θαυμαστής] | |
| 20348 | θαυμαστικό | θαυ-μα-στι-κό ουσ. (ουδ.): ΓΡΑΜΜ. σημείο στίξης (!) που σημειώνεται μετά από επιφωνήματα και στο τέλος φράσης ή πρότασης που εκφράζει έντονο συναίσθημα, κυρ. θαυμασμό, έκπληξη, ελπίδα, ενθουσιασμό, φόβο, λύπη, θυμό, επιδοκιμασία, αποδοκιμασία ή προσταγή. [< γαλλ. point d΄exclamation] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ