| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20349 | θαυμαστικός | , ή, ό θαυ-μα-στι-κός επίθ. (σπάν.-λόγ.): που εκφράζει θαυμασμό: ~ός: τόνος (φωνής). ~ή: ματιά/στάση. ~ά: επιφωνήματα. [< αρχ. θαυμαστικός] | |
| 20350 | θαυμαστός | , ή, ό θαυ-μα-στός επίθ.: που προκαλεί θαυμασμό ή είναι άξιος θαυμασμού: ~ός: άνθρωπος/πολιτισμός. ~ή: ακρίβεια (εκτέλεσης άσκησης)/ικανότητα/ιστορία/περιπέτεια/πορεία/ψυχραιμία. ~ό: γεγονός/φαινόμενο. ~ά: αποτελέσματα/επιτεύγματα/έργα/κατορθώματα. Ο ~ κόσμος των ζώων/πουλιών. Πβ. αξιοθαύμαστος, έξοχος, ζηλευτός, θαυμάσιος. ● ΦΡ.: Μέγας είσαι/ει Κύριε (και θαυμαστά τα έργα σου)! βλ. Κύριος [< αρχ. θαυμαστός] | |
| 20351 | θαυματοποιία | θαυ-μα-το-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.): επιτέλεση θαυμάτων ή ταχυδακτυλουργικών κόλπων: αγύρτικη ~. Πβ. ταχυδακτυλουργία. Βλ. -ποιία. [< αρχ. θαυματοποία] | |
| 20352 | θαυματοποιός | θαυ-μα-το-ποι-ός ουσ. (αρσ.) 1. αυτός που κάνει θαύματα ή το ισχυρίζεται: Ο γιατρός/προπονητής δεν είναι ~ (= δεν έχει μαγικό ραβδί).|| (αρνητ. συνυποδ.) ~οί και αγύρτες. Πβ. τσαρλατάνος. 2. ταχυδακτυλουργός: πλανόδιος ~. Τα τρικ του ~ού. Πβ. μάγος. Βλ. -ποιός. [< αρχ. θαυματοποιός] | |
| 20353 | θαυματουργία | θαυ-μα-τουρ-γί-α ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του θαυματουργώ: η ~ των Αποστόλων/του Θεού/των ιερών λειψάνων/του Χριστού. [< αρχ. θαυματουργία, γαλλ. thaumaturgie] | |
| 20354 | θαυματουργικός | , ή, ό θαυ-μα-τουρ-γι-κός επίθ.: που μοιάζει με θαύμα, θαυματουργός: ~ή: διάσωση/δύναμη/εικόνα/επέμβαση (της Θεοτόκου). ~ό: γεγονός/χάρισμα. Με ~ό τρόπο. ● επίρρ.: θαυματουργικά [< μεσν. θαυματουργικός, γαλλ. thaumaturgique] | |
| 20355 | θαυματουργός | , ή/ός, ό θαυ-μα-τουρ-γός επίθ. 1. που επιτελεί θαύματα: ~ός: άγιος. ~ή: εικόνα. ~ό: αγίασμα/ραβδί. ~ές: ιδιότητες. Οσιομάρτυρας και ~. Πβ. θαυματουργικός. 2. (μτφ.) που έχει εκπληκτικά αποτελέσματα· εξαιρετικά αποτελεσματικός: ~ή: δίαιτα/θεραπεία/λύση. ~ό: βότανο/σκεύασμα/φάρμακο/φίλτρο/χάπι. Βλ. -ουργός2. ● ΦΡ.: μικρό(ς), αλλά θαυματουργό(ς) βλ. μικρός [< μτγν. θαυματουργός, γαλλ. thaumaturge] | |
| 20356 | θαυματουργώ | [θαυματουργῶ] θαυ-μα-τουρ-γώ ρ. (αμτβ.) {θαυματουργ-εί ... | θαυματούργ-ησε} (λόγ.) 1. επιτελώ θαύματα: Εικόνα/σκήνωμα Αγίου που ~εί. 2. (μτφ.) πετυχαίνω εξαιρετικά αποτελέσματα, σημειώνω επιτυχίες: Όταν συνεργάζονται, ~ούν. Πβ. κάνει θαύματα, μεγαλουργώ. [< αρχ. θαυματουργῶ] | |
| 20357 | θάφτω | βλ. θάβω | |
| 20358 | θάψιμο | θά-ψι-μο ουσ. (ουδ.) 1. (λαϊκό) ενταφιασμός: το ~ των νεκρών/των πτωμάτων. Πβ. ταφή. ΑΝΤ. εκταφή 2. τοποθέτηση κάτω από το έδαφος: ~ αποβλήτων/σκουπιδιών. Πβ. ταφή, χώσιμο. 3. (μτφ.) αποσιώπηση, απόκρυψη: το ~ της αλήθειας/της είδησης/του ζητήματος/της καταγγελίας/της υπόθεσης. Πβ. κουκούλωμα, συγκάλυψη. ΑΝΤ. ξεθάψιμο 4. (μτφ.-αργκό) διατύπωση αρνητικών και κακόβουλων σχολίων: άγριο/ανελέητο ~. ~ βιβλίου/ταινίας. Έπεσε/έφαγε ~. Άρχισαν το ~. Πβ. κακογλωσσιά, κακολογία, κουτσομπολιό, φτυάρι. 5. (μτφ.) ολοκληρωτική διάψευση ή καταστροφή: το ~ των ελπίδων/ονείρων/προσδοκιών. Πβ. καταβαράθρωση, χαντάκωμα. [< 1: μεσν. θάψιμον] | |
| 20360 | θε να | μόρ. & θενά (διαλεκτ.-λογοτ.): πρόκειται να, θα: ~ 'ρθει η στιγμή που ... [< θέλω να] | |
| 20359 | θε- | βλ. θεο- | |
| 20361 | θεά | θε-ά ουσ. (θηλ.) 1. γυναικεία θεότητα: ελληνική/ινδική/ρωμαϊκή ~. 2. (μτφ.-προφ.) εξαιρετικά όμορφη και εντυπωσιακή γυναίκα. Πβ. καλλονή, κόμματος, κούκλα. ● Μεγεθ.: θεάρα (η): στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: στρογγυλή θεά: η μπάλα του ποδοσφαίρου και κυρ. συνεκδ. το ποδόσφαιρο: Έρωτας/πάθος για τη ~ ~. ● βλ. θεός [< αρχ. θεά] | |
| 20362 | θέα | θέ-α ουσ. (θηλ.) 1. αυτό που βλέπει κάποιος κοιτάζοντας από μακριά: απέραντη/απεριόριστη/άπλετη/μαγευτική/πανοραμική (πβ. άποψη)/υπέροχη ~. Δωμάτιο με/χωρίς ~ στη θάλασσα. Απολάμβανε τη ~ που απλωνόταν μπροστά του.|| (σπάν.-μτφ.) ~ στη γνώση (πβ. παράθυρο, πρόσβαση). 2. θέαση ή θέαμα: η ~ του γυμνού (σώματος). Πβ. εικόνα, κοίταγμα. ● ΦΡ.: σε κοινή/σε δημόσια θέα: μπροστά σε όλο τον κόσμο: Εκθέτει τα κάλλη της ~ ~., στη θέα (+ γεν.): αντικρίζοντας: ~ ~ και μόνο του αίματος τρομάζει. Πάγωσαν ~ ~ της καταστροφής/της φωτιάς. [< αρχ. θέα] | |
| 20363 | θεάθηκε | βλ. θεώμαι | |
| 20364 | θεαθήναι | [θεαθῆναι] θε-α-θή-ναι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κυρ. στη ● ΦΡ.: για το θεαθήναι & προς/διά το θεαθήναι (λόγ.): για τα μάτια του κόσμου, για επίδειξη: Αντιδράσεις, μομφές, μόνο ~ ~ (πβ. άνευ ουσίας). Όλα γίνονται/είναι ~ ~ (βλ. θεατρινισμός).|| Κάνει σπατάλες έτσι ~ ~ (: για εντυπωσιασμό, για εφέ)! Πβ. για τους τύπους. [< απαρ. παθ. αορ. του ρ. θεῶμαι ‘βλέπω, είμαι αντικείμενο θέασης’] | |
| 20365 | θέαμα | θέ-α-μα ουσ. (ουδ.) {θεάμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. οτιδήποτε παρουσιάζεται μπροστά σε κοινό και έχει συνήθ. καλλιτεχνικό ή ψυχαγωγικό χαρακτήρα· ειδικότ. παράσταση, προβολή, αθλητικός αγώνας ή άλλη εκδήλωση με στοιχεία που προσελκύουν την προσοχή των θεατών και προκαλούν έντονες εντυπώσεις: απολαυστικό/βαρετό/δυνατό/εντυπωσιακό/κακόγουστο/καλό/μοναδικό/παιδικό/πλούσιο/ποιοτικό/σπάνιο/φαντασμαγορικό/φτωχό/ωραίο ~. Υψηλό ~/~ υψηλής αισθητικής. Δημόσια/καλοκαιρινά ~ατα. Βίαια/ρωμαϊκά ~ατα (βλ. αρένα). Γιορτές/δρώμενα και ~ατα. Η ομάδα προσέφερε/υπόσχεται/χάρισε (ένα) ανεπανάληπτο ~.|| Εικαστικό/ζωντανό/θεατρικό/κινηματογραφικό/μουσικό/οπτικό/σκηνικό/σύνθετο/τηλεοπτικό/χορευτικό ~. Υπηρεσίες ~ατος. (Δωρεάν) δελτία ~ατος (: για την είσοδο σε θέατρο, κινηματογράφο, μουσείο). Αίθουσες/εισιτήρια ~άτων. (Δι)οργάνωση/παρακολούθηση ~άτων. Πβ. περφόρμανς, σόου, χάπενινγκ. Βλ. ακρόαμα, πολυ~, υπερ~.|| Οι άνθρωποι/οι αστέρες/οι εταιρείες/ο κόσμος/ο χώρος του ~ατος (= σοουμπίζ). 2. οτιδήποτε βλέπει κάποιος, με αποτέλεσμα να του προκαλούνται συγκεκριμένα συναισθήματα· θέαση: Φτάνοντας στην κορυφή του βουνού, θα απολαύσετε ένα μαγευτικό ~ (= θέα). Αντίκρισαν/βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα αηδιαστικό/αλλόκοτο/απάνθρωπο/απερίγραπτο/αποτρόπαιο/ασύλληπτο/μακάβριο/σκληρό/τρομακτικό/φρικιαστικό ~. Είναι απαράδεκτο/απίστευτο/αστείο/άσχημο/γελοίο/θλιβερό/τραγικό το ~ (= η εικόνα) που παρουσιάζει το ... Σοκαρίστηκε/συγκλονίστηκε από το ~.|| Το ~ της βίας. ● ΣΥΜΠΛ.: θεάματα (του) δρόμου: υπαίθρια δρώμενα: αυτοσχέδια ~ ~. Ακροβάτες/ζογκλέρ/κλόουν/ταχυδακτυλουργοί και ~ ~. ~ ~ με ξυλοπόδαρα, φωτιές και πυροτεχνήματα. Βλ. θέατρο (του) δρόμου. [< αγγλ. street performance] , κοινωνία του θεάματος: τάση που επικρατεί στις σύγχρονες κοινωνίες να μετατρέπονται τα πάντα σε παράσταση προς τέρψη του τηλεθεατή και η πολιτική πράξη να καταντά θεατρική διαδικασία: ~ ~ και του καταναλωτισμού. Βλ. κοινωνία της γνώσης. [< γαλλ. société du spectacle, 1967] , βιομηχανία του θεάματος βλ. βιομηχανία ● ΦΡ.: άρτος και θεάματα βλ. άρτος, γίνομαι θέατρο/(δημόσιο) θέαμα/τσίρκο/νούμερο βλ. γίνομαι [< αρχ. θέαμα, γαλλ.-αγγλ. spectacle] | |
| 20366 | θεαματικός | , ή, ό θε-α-μα-τι-κός επίθ. 1. που κάνει εντύπωση, αξιοσημείωτος: ~ός: ρυθμός (ανάπτυξης). ~ή: αλλαγή/ανάκαμψη/άνοδος/αύξηση/βελτίωση/μείωση/πορεία/πρόοδος. ~ό: αποτέλεσμα/γεγονός/επίτευγμα. ~ά: κέρδη. Πβ. αξιοπρόσεκτος, εντυπωσιακός. 2. που προσφέρει συναρπαστικό θέαμα: ~ός: αγώνας/παίκτης. ~ή: παράσταση. ~ό: άθλημα/νούμερο/παιχνίδι.|| ~ό: τοπίο (= μαγευτικό). Πβ. φαντασμαγορικός. ● επίρρ.: θεαματικά | |
| 20367 | θεαματικότητα | θε-α-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ποσοστό τηλεθεατών που παρακολουθούν μία εκπομπή: μεγάλη/χαμηλή ~. Ζώνη υψηλής ~ας/τηλεθέασης (: πράιμ τάιμ). Αύξηση/ποσοστά/πτώση/ρεκόρ ~ας. Το κυνήγι/η μάχη της ~ας. Οι μεγάλες ~ες φέρνουν διαφημίσεις (στο κανάλι). Πβ. τηλεθέαση. Βλ. ακροαματικ-, επισκεψιμ-ότητα. 2. (σπάν.-λόγ.) ιδιότητα του θεαματικού: η ~ του αθλήματος/της τελετής. | |
| 20368 | Θεάνθρωπος | Θε-άν-θρω-πος ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. προσωνυμία του Ιησού Χριστού που δηλώνει τη θεϊκή και την ανθρώπινη φύση του: η ανάσταση/γέννηση/έλευση/θυσία/σταύρωση του ~ώπου. Βλ. ενανθρώπηση. [< μτγν. θεάνθρωπος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ