Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [21200-21220]

IDΛήμμαΕρμηνεία
20354θαυματουργικός, ή, ό θαυ-μα-τουρ-γι-κός επίθ.: που μοιάζει με θαύμα, θαυματουργός: ~ή: διάσωση/δύναμη/εικόνα/επέμβαση (της Θεοτόκου). ~ό: γεγονός/χάρισμα. Με ~ό τρόπο. ● επίρρ.: θαυματουργικά [< μεσν. θαυματουργικός, γαλλ. thaumaturgique]
20355θαυματουργός, ή/ός, ό θαυ-μα-τουρ-γός επίθ. 1. που επιτελεί θαύματα: ~ός: άγιος. ~ή: εικόνα. ~ό: αγίασμα/ραβδί. ~ές: ιδιότητες. Οσιομάρτυρας και ~. Πβ. θαυματουργικός. 2. (μτφ.) που έχει εκπληκτικά αποτελέσματα· εξαιρετικά αποτελεσματικός: ~ή: δίαιτα/θεραπεία/λύση. ~ό: βότανο/σκεύασμα/φάρμακο/φίλτρο/χάπι. Βλ. -ουργός2. ● ΦΡ.: μικρό(ς), αλλά θαυματουργό(ς) βλ. μικρός [< μτγν. θαυματουργός, γαλλ. thaumaturge]
20356θαυματουργώ[θαυματουργῶ] θαυ-μα-τουρ-γώ ρ. (αμτβ.) {θαυματουργ-εί ... | θαυματούργ-ησε} (λόγ.) 1. επιτελώ θαύματα: Εικόνα/σκήνωμα Αγίου που ~εί. 2. (μτφ.) πετυχαίνω εξαιρετικά αποτελέσματα, σημειώνω επιτυχίες: Όταν συνεργάζονται, ~ούν. Πβ. κάνει θαύματα, μεγαλουργώ. [< αρχ. θαυματουργῶ]
20357θάφτωβλ. θάβω
20358θάψιμοθά-ψι-μο ουσ. (ουδ.) 1. (λαϊκό) ενταφιασμός: το ~ των νεκρών/των πτωμάτων. Πβ. ταφή. ΑΝΤ. εκταφή 2. τοποθέτηση κάτω από το έδαφος: ~ αποβλήτων/σκουπιδιών. Πβ. ταφή, χώσιμο. 3. (μτφ.) αποσιώπηση, απόκρυψη: το ~ της αλήθειας/της είδησης/του ζητήματος/της καταγγελίας/της υπόθεσης. Πβ. κουκούλωμα, συγκάλυψη. ΑΝΤ. ξεθάψιμο 4. (μτφ.-αργκό) διατύπωση αρνητικών και κακόβουλων σχολίων: άγριο/ανελέητο ~. ~ βιβλίου/ταινίας. Έπεσε/έφαγε ~. Άρχισαν το ~. Πβ. κακογλωσσιά, κακολογία, κουτσομπολιό, φτυάρι. 5. (μτφ.) ολοκληρωτική διάψευση ή καταστροφή: το ~ των ελπίδων/ονείρων/προσδοκιών. Πβ. καταβαράθρωση, χαντάκωμα. [< 1: μεσν. θάψιμον]
20360θε ναμόρ. & θενά (διαλεκτ.-λογοτ.): πρόκειται να, θα: ~ 'ρθει η στιγμή που ... [< θέλω να]
20359θε-βλ. θεο-
20361θεάθε-ά ουσ. (θηλ.) 1. γυναικεία θεότητα: ελληνική/ινδική/ρωμαϊκή ~. 2. (μτφ.-προφ.) εξαιρετικά όμορφη και εντυπωσιακή γυναίκα. Πβ. καλλονή, κόμματος, κούκλα. ● Μεγεθ.: θεάρα (η): στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: στρογγυλή θεά: η μπάλα του ποδοσφαίρου και κυρ. συνεκδ. το ποδόσφαιρο: Έρωτας/πάθος για τη ~ ~. ● βλ. θεός [< αρχ. θεά]
20362θέαθέ-α ουσ. (θηλ.) 1. αυτό που βλέπει κάποιος κοιτάζοντας από μακριά: απέραντη/απεριόριστη/άπλετη/μαγευτική/πανοραμική (πβ. άποψη)/υπέροχη ~. Δωμάτιο με/χωρίς ~ στη θάλασσα. Απολάμβανε τη ~ που απλωνόταν μπροστά του.|| (σπάν.-μτφ.) ~ στη γνώση (πβ. παράθυρο, πρόσβαση). 2. θέαση ή θέαμα: η ~ του γυμνού (σώματος). Πβ. εικόνα, κοίταγμα. ● ΦΡ.: σε κοινή/σε δημόσια θέα: μπροστά σε όλο τον κόσμο: Εκθέτει τα κάλλη της ~ ~., στη θέα (+ γεν.): αντικρίζοντας: ~ ~ και μόνο του αίματος τρομάζει. Πάγωσαν ~ ~ της καταστροφής/της φωτιάς. [< αρχ. θέα]
20363θεάθηκεβλ. θεώμαι
20364θεαθήναι[θεαθῆναι] θε-α-θή-ναι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κυρ. στη ● ΦΡ.: για το θεαθήναι & προς/διά το θεαθήναι (λόγ.): για τα μάτια του κόσμου, για επίδειξη: Αντιδράσεις, μομφές, μόνο ~ ~ (πβ. άνευ ουσίας). Όλα γίνονται/είναι ~ ~ (βλ. θεατρινισμός).|| Κάνει σπατάλες έτσι ~ ~ (: για εντυπωσιασμό, για εφέ)! Πβ. για τους τύπους. [< απαρ. παθ. αορ. του ρ. θεῶμαι ‘βλέπω, είμαι αντικείμενο θέασης’]
20365θέαμαθέ-α-μα ουσ. (ουδ.) {θεάμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. οτιδήποτε παρουσιάζεται μπροστά σε κοινό και έχει συνήθ. καλλιτεχνικό ή ψυχαγωγικό χαρακτήρα· ειδικότ. παράσταση, προβολή, αθλητικός αγώνας ή άλλη εκδήλωση με στοιχεία που προσελκύουν την προσοχή των θεατών και προκαλούν έντονες εντυπώσεις: απολαυστικό/βαρετό/δυνατό/εντυπωσιακό/κακόγουστο/καλό/μοναδικό/παιδικό/πλούσιο/ποιοτικό/σπάνιο/φαντασμαγορικό/φτωχό/ωραίο ~. Υψηλό ~/~ υψηλής αισθητικής. Δημόσια/καλοκαιρινά ~ατα. Βίαια/ρωμαϊκά ~ατα (βλ. αρένα). Γιορτές/δρώμενα και ~ατα. Η ομάδα προσέφερε/υπόσχεται/χάρισε (ένα) ανεπανάληπτο ~.|| Εικαστικό/ζωντανό/θεατρικό/κινηματογραφικό/μουσικό/οπτικό/σκηνικό/σύνθετο/τηλεοπτικό/χορευτικό ~. Υπηρεσίες ~ατος. (Δωρεάν) δελτία ~ατος (: για την είσοδο σε θέατρο, κινηματογράφο, μουσείο). Αίθουσες/εισιτήρια ~άτων. (Δι)οργάνωση/παρακολούθηση ~άτων. Πβ. περφόρμανς, σόου, χάπενινγκ. Βλ. ακρόαμα, πολυ~, υπερ~.|| Οι άνθρωποι/οι αστέρες/οι εταιρείες/ο κόσμος/ο χώρος του ~ατος (= σοουμπίζ). 2. οτιδήποτε βλέπει κάποιος, με αποτέλεσμα να του προκαλούνται συγκεκριμένα συναισθήματα· θέαση: Φτάνοντας στην κορυφή του βουνού, θα απολαύσετε ένα μαγευτικό ~ (= θέα). Αντίκρισαν/βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα αηδιαστικό/αλλόκοτο/απάνθρωπο/απερίγραπτο/αποτρόπαιο/ασύλληπτο/μακάβριο/σκληρό/τρομακτικό/φρικιαστικό ~. Είναι απαράδεκτο/απίστευτο/αστείο/άσχημο/γελοίο/θλιβερό/τραγικό το ~ (= η εικόνα) που παρουσιάζει το ... Σοκαρίστηκε/συγκλονίστηκε από το ~.|| Το ~ της βίας. ● ΣΥΜΠΛ.: θεάματα (του) δρόμου: υπαίθρια δρώμενα: αυτοσχέδια ~ ~. Ακροβάτες/ζογκλέρ/κλόουν/ταχυδακτυλουργοί και ~ ~. ~ ~ με ξυλοπόδαρα, φωτιές και πυροτεχνήματα. Βλ. θέατρο (του) δρόμου. [< αγγλ. street performance] , κοινωνία του θεάματος: τάση που επικρατεί στις σύγχρονες κοινωνίες να μετατρέπονται τα πάντα σε παράσταση προς τέρψη του τηλεθεατή και η πολιτική πράξη να καταντά θεατρική διαδικασία: ~ ~ και του καταναλωτισμού. Βλ. κοινωνία της γνώσης. [< γαλλ. société du spectacle, 1967] , βιομηχανία του θεάματος βλ. βιομηχανία ● ΦΡ.: άρτος και θεάματα βλ. άρτος, γίνομαι θέατρο/(δημόσιο) θέαμα/τσίρκο/νούμερο βλ. γίνομαι [< αρχ. θέαμα, γαλλ.-αγγλ. spectacle]
20366θεαματικός, ή, ό θε-α-μα-τι-κός επίθ. 1. που κάνει εντύπωση, αξιοσημείωτος: ~ός: ρυθμός (ανάπτυξης). ~ή: αλλαγή/ανάκαμψη/άνοδος/αύξηση/βελτίωση/μείωση/πορεία/πρόοδος. ~ό: αποτέλεσμα/γεγονός/επίτευγμα. ~ά: κέρδη. Πβ. αξιοπρόσεκτος, εντυπωσιακός. 2. που προσφέρει συναρπαστικό θέαμα: ~ός: αγώνας/παίκτης. ~ή: παράσταση. ~ό: άθλημα/νούμερο/παιχνίδι.|| ~ό: τοπίο (= μαγευτικό). Πβ. φαντασμαγορικός. ● επίρρ.: θεαματικά
20367θεαματικότηταθε-α-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ποσοστό τηλεθεατών που παρακολουθούν μία εκπομπή: μεγάλη/χαμηλή ~. Ζώνη υψηλής ~ας/τηλεθέασης (: πράιμ τάιμ). Αύξηση/ποσοστά/πτώση/ρεκόρ ~ας. Το κυνήγι/η μάχη της ~ας. Οι μεγάλες ~ες φέρνουν διαφημίσεις (στο κανάλι). Πβ. τηλεθέαση. Βλ. ακροαματικ-, επισκεψιμ-ότητα. 2. (σπάν.-λόγ.) ιδιότητα του θεαματικού: η ~ του αθλήματος/της τελετής.
20368ΘεάνθρωποςΘε-άν-θρω-πος ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. προσωνυμία του Ιησού Χριστού που δηλώνει τη θεϊκή και την ανθρώπινη φύση του: η ανάσταση/γέννηση/έλευση/θυσία/σταύρωση του ~ώπου. Βλ. ενανθρώπηση. [< μτγν. θεάνθρωπος]
20369θεάρεστος, η, ο θε-ά-ρε-στος επίθ.: αγαπητός στον Θεό, ενάρετος, ευσεβής: ~ος: βίος/σκοπός. ~η: αποστολή/δράση/ζωή/πράξη. ~ο: έργο. Πβ. ηθικός, θεοφιλής. ΑΝΤ. θεομίσητος ● επίρρ.: θεάρεστα [< μτγν. θεάρεστος]
20370θέασηθέ-α-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. το να βλέπει κάποιος κάτι και ειδικότ. παρατήρηση περιοχής από υψηλό σημείο: στερεοσκοπική ~. Γωνία/λογισμικό (π.χ. για ντιβιντί)/πεδίο (π.χ. του φακού της φωτογραφικής μηχανής) ~ης. Οθόνη με άριστη ποιότητα ~ης.|| Πανοραμική ~ (πβ. κατόπτευση). ~ του τοπίου/του χώρου. Βλ. τηλε~. || (ως ευχή) Καλή ~. Βλ. ακρόαση. 2. (μτφ.) τρόπος αντίληψης, θεώρησης των πραγμάτων: αντικειμενική/εναλλακτική/επιστημονική/υποκειμενική ~ (πβ. οπτική). Η ~ των γεγονότων/της ιστορίας/του κόσμου. 3. (μτφ.) σύλληψη μεταφυσικής ή συμβολικής έννοιας: ~ του αγαθού/της αλήθειας. [< μτγν. θέασις ‘ενατένιση, διαίσθηση’]
20371θεατήςθε-α-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): αυτός που βλέπει ένα θέαμα, οργανωμένο ή μη: η σχέση ηθοποιού-~ή (= κοινού· βλ. ακροατής, τηλε~). Αγώνας/ματς χωρίς ~ές (βλ. κεκλεισμένων των θυρών). Γήπεδο τριάντα χιλιάδων ~ών. Είσοδος/προσέλευση ~ών.|| (μτφ.) Δεν μένουμε αμέτοχοι/απλοί/παθητικοί ~ές των εξελίξεων. Πβ. μάρτυρας, παρατηρητής. [< αρχ. θεατής]
20372θεατός, ή, ό θε-α-τός επίθ.: ορατός: η ~ή πλευρά της Σελήνης. ΑΝΤ. αθέατος, αόρατος.|| (μτφ.) ~ά: αποτελέσματα (πβ. ολοφάνερος, φανερός). Βλ. αξιοθέατος. [< αρχ. θεατός]
20373θεατράνθρωποςθε-α-τράν-θρω-πος ουσ. (αρσ.): πρόσωπο, κυρ. ηθοποιός, σκηνοθέτης ή παραγωγός, με σημαντική προσφορά και διακρίσεις στον θεατρικό χώρο, άνθρωπος του θεάτρου. [< γαλλ. homme de théâtre, γερμ. Theatermann]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.