| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20369 | θεάρεστος | , η, ο θε-ά-ρε-στος επίθ.: αγαπητός στον Θεό, ενάρετος, ευσεβής: ~ος: βίος/σκοπός. ~η: αποστολή/δράση/ζωή/πράξη. ~ο: έργο. Πβ. ηθικός, θεοφιλής. ΑΝΤ. θεομίσητος ● επίρρ.: θεάρεστα [< μτγν. θεάρεστος] | |
| 20370 | θέαση | θέ-α-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. το να βλέπει κάποιος κάτι και ειδικότ. παρατήρηση περιοχής από υψηλό σημείο: στερεοσκοπική ~. Γωνία/λογισμικό (π.χ. για ντιβιντί)/πεδίο (π.χ. του φακού της φωτογραφικής μηχανής) ~ης. Οθόνη με άριστη ποιότητα ~ης.|| Πανοραμική ~ (πβ. κατόπτευση). ~ του τοπίου/του χώρου. Βλ. τηλε~. || (ως ευχή) Καλή ~. Βλ. ακρόαση. 2. (μτφ.) τρόπος αντίληψης, θεώρησης των πραγμάτων: αντικειμενική/εναλλακτική/επιστημονική/υποκειμενική ~ (πβ. οπτική). Η ~ των γεγονότων/της ιστορίας/του κόσμου. 3. (μτφ.) σύλληψη μεταφυσικής ή συμβολικής έννοιας: ~ του αγαθού/της αλήθειας. [< μτγν. θέασις ‘ενατένιση, διαίσθηση’] | |
| 20371 | θεατής | θε-α-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): αυτός που βλέπει ένα θέαμα, οργανωμένο ή μη: η σχέση ηθοποιού-~ή (= κοινού· βλ. ακροατής, τηλε~). Αγώνας/ματς χωρίς ~ές (βλ. κεκλεισμένων των θυρών). Γήπεδο τριάντα χιλιάδων ~ών. Είσοδος/προσέλευση ~ών.|| (μτφ.) Δεν μένουμε αμέτοχοι/απλοί/παθητικοί ~ές των εξελίξεων. Πβ. μάρτυρας, παρατηρητής. [< αρχ. θεατής] | |
| 20372 | θεατός | , ή, ό θε-α-τός επίθ.: ορατός: η ~ή πλευρά της Σελήνης. ΑΝΤ. αθέατος, αόρατος.|| (μτφ.) ~ά: αποτελέσματα (πβ. ολοφάνερος, φανερός). Βλ. αξιοθέατος. [< αρχ. θεατός] | |
| 20373 | θεατράνθρωπος | θε-α-τράν-θρω-πος ουσ. (αρσ.): πρόσωπο, κυρ. ηθοποιός, σκηνοθέτης ή παραγωγός, με σημαντική προσφορά και διακρίσεις στον θεατρικό χώρο, άνθρωπος του θεάτρου. [< γαλλ. homme de théâtre, γερμ. Theatermann] | |
| 20374 | θεατρικός | , ή, ό θε-α-τρι-κός επίθ. 1. που είναι σχετικός με το θέατρο: ~ός: διάλογος/μονόλογος/χώρος. ~ή: αγωγή/αφήγηση/διασκευή/δράση/εκπαίδευση/επιμέλεια (πβ. δραματουργική)/κριτική/μετάφραση/παιδεία/παραγωγή/παράσταση/πρακτική/σεζόν/σκηνή/σχολή/τέχνη. ~ό: είδος/εργαστήρι/έργο (βλ. αντι~)/μουσείο/φεστιβάλ. ~ά: βραβεία/δρώμενα/κείμενα/κοστούμια/στοιχεία. Τμήμα ~ών Σπουδών (του Πανεπιστημίου). Αναζήτηση/απόκτηση ~ής στέγης.|| ~ός: επιχειρηματίας/παραγωγός/σκηνοθέτης/συγγραφέας. ~ή: ομάδα. ~ό: κοινό (= θεατρόφιλο). Βλ. μουσικο~, χορο~. 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από προσποίηση ή επιδιώκει τον εντυπωσιασμό: ~ή: κίνηση/συμπεριφορά/χειρονομία. ~ό: στιλ. Πβ. επιτηδευμένος, προσποιητός, υποκριτικός. ● επίρρ.: θεατρικά ● ΣΥΜΠΛ.: θεατρικό/δραματικό παιχνίδι βλ. παιχνίδι [< αρχ. θεατρικός, γαλλ. théâtral, αγγλ. theatric] | |
| 20375 | θεατρικότητα | θε-α-τρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. παραστατικότητα που χαρακτηρίζει τις κινήσεις και τον τρόπο έκφρασης κάποιου, εκφραστικότητα, υποκριτικό ταλέντο: ~ της ερμηνείας/της φωνής. Απαγγέλλει με ~. Βλ. δραματικότητα, -ότητα. 2. θεατρικά χαρακτηριστικά καλλιτεχνικού έργου: ~ ενός λογοτεχνικού κειμένου. [< γαλλ. théâtralité] | |
| 20376 | θεατρινισμός | θε-α-τρι-νι-σμός ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: επιτηδευμένη και υποκριτική ενέργεια ή συμπεριφορά με σκοπό την εξαπάτηση, την παραπλάνηση: επιτυχημένος/τηλεοπτικός ~. Άσε τους ~ούς. Πβ. εκζήτηση, επιτήδευση, θέατρο, προσποίηση. Βλ. -ισμός. | |
| 20377 | θεατρινίστικος | , η, ο θε-α-τρι-νί-στι-κος επίθ. (προφ.): που χαρακτηρίζεται από υπερβολή και προσποίηση: ~η: κίνηση/συμπεριφορά. ~α: καμώματα/κόλπα/ξεσπάσματα. Μιλάει με ~ο τρόπο/~ο ύφος. Πβ. εξεζητη-, επιτηδευ-μένος, προσποιητός, υποκριτικός. Βλ. -ίστικος. ● επίρρ.: θεατρινίστικα | |
| 20378 | θεατρίνος, θεατρίνα | θε-α-τρί-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. καλλιτέχνης, ηθοποιός του θεάτρου: γνωστός/λαϊκός/περιπλανώμενος/σπουδαίος ~. Πβ. αρτίστας. 2. (μτφ.-μειωτ.) άνθρωπος με υποκριτική, προσποιητή συμπεριφορά: ~ της πολιτικής. Πβ. υποκριτής. | |
| 20379 | θέατρο | θέ-α-τρο ουσ. (ουδ.) {θεάτρ-ου} 1. είδος θεάματος, όπου οι ηθοποιοί αναπαριστάνουν μια ιστορία, συνήθ. με προκαθορισμένο κείμενο, υποδυόμενοι τα πρόσωπα που δρουν σε αυτή, σε περιορισμένο χώρο και με φυσική παρουσία θεατών: λάτρης/φίλος του ~ου (= θεατρόφιλος). Βραβεία ~ου. Έκανε καριέρα στο ~. Μεγάλα ονόματα /ιερά τέρατα του ~ου και του κινηματογράφου. Κουστούμια/σκηνικά/σκηνοθεσία ~ου. Τεχνικοί ~ου. Γράφει ~ (= είναι θεατρικός συγγραφέας/δραματουργός). Ιστορικός/θεωρητικός του ~ου (πβ. θεατρολόγος). Κριτικός ~ου. Βλ. χορο~. 2. το σύνολο των θεατρικών έργων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία: δραματικό/κωμικό ~. Κλασικό/μοντέρνο/(λαϊκό) παραδοσιακό/πειραματικό/πολιτικό/πρωτοποριακό/ρεαλιστικό ~. Επικό ~ (: αφήγηση κοσμοϊστορικών γεγονότων). Ιαπωνικό/ευρωπαϊκό/παγκόσμιο ~. Αρχαίο ελληνικό/επτανησιακό/κρητικό/νεοελληνικό ~ (βλ. δράμα). Σαιξπηρικό ~. Ερασιτεχνικό/παιδικό/σχολικό ~. ~ μαριονετών (πβ. κουκλοθέατρο). Βλ. βαριετέ, επιθεώρηση, κομέντια ντελ άρτε, μιούζικαλ, μπουλβάρ, όπερα, παντομίμα, φάρσα, χορόδραμα. 3. χώρος όπου δίνονται θεατρικές παραστάσεις, ο οποίος συνήθ. είναι στο εσωτερικό κτιρίου και περιλαμβάνει μια υπερυψωμένη κατασκευή, τη σκηνή, πάνω στην οποία εμφανίζονται οι ηθοποιοί και σειρές καθισμάτων για τους θεατές· κατ' επέκτ. ο ίδιος ή παρόμοιος χώρος, όπου πραγματοποιούνται άλλες εκδηλώσεις καλλιτεχνικές ή μη: ανοιχτό/θερινό/κλειστό/υπαίθριο ~. Αυλαία/βεστιάριο/γαλαρία/εξώστης/θεωρείο/καμαρίνια/κουίντα/παρασκήνια/πλατεία/φουαγιέ του ~ου.|| Γιορτή/ομιλία στο ~ του σχολείου. Βλ. καφε~, κινηματο~, παλκοσένικο, σανίδι, -τρο. 4. (συνεκδ.) οι θεατές που παρακολουθούν μια παράσταση: Όλο το ~ σηκώθηκε όρθιο και χειροκροτούσε τους ηθοποιούς. 5. οι άνθρωποι των οποίων η επαγγελματική ενασχόληση έχει άμεση ή έμμεση σχέση με τις θεατρικές παραστάσεις: Όλο το ~ πενθεί τον θάνατο του δημοφιλούς ηθοποιού (= ο κόσμος του ~ου). Βλ. ενδυματολόγος, θεατράνθρωπος, μακιγιέρ, σκηνογράφος, σκηνοθέτης, ταξιθέτης, υποβολέας. 6. (συνήθ. με κεφαλ. Θ) δημόσια ή ιδιωτική επιχείρηση που αναλαμβάνει τη χρηματοδότηση και οργάνωση θεατρικών παραστάσεων: To Εθνικό ~ αρχίζει την περιοδεία του/ανεβάζει το αριστούργημα ... Κρατικό ~ Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ). Δημοτικό Περιφερειακό ~. Ο θίασος/το ρεπερτόριο του ~ου ... Βλ. θεατρώνης, θιασάρχης, ιμπρεσάριος. 7. υποκριτική ή θεατρολογία: Σπουδάζει ~ στη δραματική σχολή .../στο Πανεπιστήμιο ... 8. (μτφ.-προφ.) προσποιητή, υποκριτική συμπεριφορά: Άσε το ~ (= τους θεατρινισμούς)/πάψε να παίζεις ~ και πες την αλήθεια (βλ. άσε τα σάπια). Τιμωρήθηκε για ~ (: για ποδοσφαιριστή που με θεαματική συνήθ. βουτιά επιχειρεί να κερδίσει πέναλτι ή φάουλ). 9. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. ημικυκλική κατασκευή με κλιμακωτά τοποθετημένες σειρές καθισμάτων στο κέντρο της οποίας εκτείνεται κυκλικά η ορχήστρα, μπροστά από την οποία βρίσκεται η σκηνή: Στο ~ της Επιδαύρου παίζονται κάθε καλοκαίρι αρχαίες ελληνικές τραγωδίες και κωμωδίες. Βλ. αμφι~, κοίλο(ν). 10. τόπος όπου συμβαίνουν σημαντικά γεγονότα, συνήθ. στρατιωτικά: ~ (πολεμικών) επιχειρήσεων/μαχών/πολέμου. ● Υποκ.: θεατράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: θέατρο (του) δρόμου: υπαίθρια, συνήθ. αυτοσχέδια παράσταση. Βλ. θεάματα (του) δρόμου, περφόρμανς, χάπενινγκ. [< αγγλ. street theater, 1959] , λυρικό θέατρο: όπερα., μαύρο θέατρο: που χαρακτηρίζεται από τη δημιουργία οπτικών ψευδαισθήσεων στους θεατές, καθώς χρησιμοποιείται ειδικός φωτισμός κοντά στο υπεριώδες φάσμα και μαύρος σκηνικός χώρος εντός του οποίου κινούνται ηθοποιοί που φορούν κουστούμια ή αξεσουάρ από φθορίζοντα υλικά. [< αγγλ. black theatre] , θέατρο σκιών βλ. σκιά, θέατρο της επινόησης βλ. επινόηση, θέατρο του παραλόγου βλ. παράλογο ● ΦΡ.: βγήκε στο θέατρο/στη σκηνή (μτφ.): (κυρ. για ηθοποιό) πρωτοεμφανίστηκε σε θεατρική παράσταση. Βλ. ανέβηκε/βγήκε στο πάλκο, ντεμπούτο, σανίδι., είμαι στο θέατρο: (προφ.) συμμετέχω επαγγελματικά σε θεατρικές παραστάσεις: ~ ~ πολλά χρόνια/από πολύ νέος., γίνομαι θέατρο/(δημόσιο) θέαμα/τσίρκο/νούμερο βλ. γίνομαι [< 3,4,9: αρχ. θέατρον 1,2,5,6,7,8,10: γαλλ. théâtre, αγγλ. theatre, γερμ. Theater] | |
| 20380 | θεατρολογία | θε-α-τρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΘΕΑΤΡ. η επιστημονική μελέτη και ανάλυση του θεάτρου, της ιστορικής εξέλιξης, των μορφών του και των τάσεων που αναπτύχθηκαν σε αυτό. Βλ. -λογία. [< πβ. γαλλ. théâtrologie] | |
| 20381 | θεατρολογικός | , ή, ό θε-α-τρο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη θεατρολογία: ~ή: ανάλυση δραματικών κειμένων/μελέτη. [< πβ. γαλλ. théâtrologique] | |
| 20382 | θεατρολόγος | θε-α-τρο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ειδικός στη θεατρολογία και κυρ. απόφοιτος του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών: ~ και κριτικός θεάτρου. Βλ. -λόγος. [< πβ. γαλλ. théâtrologue] | |
| 20383 | θεατρόφιλος | , η, ο θε-α-τρό-φι-λος επίθ./ουσ.: άνθρωπος που αγαπά το θέατρο και είναι τακτικός θεατής θεατρικών παραστάσεων: ~η: νεολαία. ~ο: κοινό.|| Ενθουσιώδης ~. Βλ. -φιλος. [< πβ. αγγλ. theatrophil(e), 1901] | |
| 20384 | θεατρώνης | θε-α-τρώ-νης ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): θεατρικός επιχειρηματίας: ~ και σκηνοθέτης. Βλ. θιασάρχης, ιμπρεσάριος, παραγωγός. [< μτγν. θεατρώνης] | |
| 20385 | θεία | θεί-α ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) θεια 1. αδελφή, ξαδέλφη ή νύφη του πατέρα ή της μητέρας κάποιου. 2. (λαϊκό) προσφώνηση ή χαρακτηρισμός για γυναίκα μεγάλης ηλικίας: Θέλεις βοήθεια, ~;|| (μειωτ.) Οι ~ες μαζεύονταν στις αυλές και κουτσομπόλευαν. ● Υποκ.: θειούλα (η), θείτσα (η) ● ΦΡ.: άλλα λέει η θεια μου (κι) άλλα ακούν τ' αυτιά μου βλ. άλλος ● βλ. θείος1 [< μτγν. θεία] | |
| 20386 | θειαμίνη | θει-α-μί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. υδατοδιαλυτή βιταμίνη (Β1, σύμβ. C12H17N4OSCl) απαραίτητη για τον μεταβολισμό: έλλειψη/χορήγηση ~ης. Βλ. -ίνη. [< γαλλ. thiamine, περ. 1950, αγγλ. thiamin(e), 1937] | |
| 20387 | θειάφι | [πρόφ. θxáfi & θ(iá)fi] θειά-φι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): θείο: (ως εντομοκτόνο, εντομοαπωθητικό ή φυτοφάρμακο:) σκόνη ~ιού. Ράντισμα/ψεκασμοί με ~. Καίω ~.|| Ιαματικές πηγές με μεγάλη περιεκτικότητα σε ~. Το ~ του ηφαιστείου. [< μεσν. θειάφι(ν)] | |
| 20388 | θειικός | , ή, ό θει-ι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που αναφέρεται σε χημικές ενώσεις του θείου: ~ή: αμμωνία/ρίζα. ~ό: άλας/αμμώνιο/αργίλιο/κάλιο/νάτριο/μαγνήσιο. ~οί: εστέρες. ~ές: ενώσεις. ~ά: ιόντα. Πβ. θειούχος.|| (ως ουσ.) Τα ~ά (: ενν. άλατα). ● ΣΥΜΠΛ.: θειικό ασβέστιο: κρυσταλλικό στερεό (σύμβ. CaSO4) δυσδιάλυτο στο νερό. Πβ. ανυδρίτης, γύψος. Βλ. ανθρακικό ασβέστιο., θειικό οξύ: ισχυρό οξύ (σύμβ. H2SO4) με τη μορφή άχρωμου και άοσμου ελαιώδους υγρού, το οποίο προκαλεί σοβαρά εγκαύματα στο δέρμα και χρησιμοποιείται στην παρασκευή λιπασμάτων, γλυκόζης, χρωστικών, εκρηκτικών υλών, στη μεταλλουργία και την επεξεργασία των υδάτων: αραιωμένο/διαλυμένο/πυκνό ~ ~. Ατμοί/διάλυμα/νέφος ~ού ~έος. Έκθεση σε ~ ~. Κατεργασία με ~ ~. Πβ. βιτριόλι., θειικός σίδηρος: κρυσταλλική ένωση (σύμβ. FeSO4) η οποία χρησιμοποιείται ως χρωστική ουσία, χημικό αντιδραστήριο ή απολυμαντικό. Πβ. καραμπογιά., θειικός χαλκός: άλας του θειικού οξέος (σύμβ. CuSO4) με τη μορφή πράσινης ή λευκής κρυσταλλικής ένωσης, η οποία, όταν ενυδατώνεται, σχηματίζει μπλε κρυστάλλους: άνυδρος/ένυδρος ~ ~. Πβ. γαλαζόπετρα. [< γαλλ. sulfurique] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ