| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20389 | θεϊκός | , ή, ό θε-ϊ-κός επίθ. ΣΥΝ. θείος2 1. που σχετίζεται με τον Θεό ή προέρχεται από αυτόν: ~ός: λόγος/νόμος. ~ή: οργή/παρέμβαση/τιμωρία/υπόσταση/φύση/χάρη. ~ό: δώρο/μεγαλείο/σημάδι/στοιχείο. 2. (μτφ.-εμφατ.) που υπερέχει, που ξεφεύγει από το συνηθισμένο: ~ή: απόλαυση/εικόνα/μελωδία/ομορφιά/φωνή. ~ό: κορμί/χάρισμα. Πβ. εκπληκτ-, εξαιρετ-ικός, έξοχος, θεσπέσιος, υπέροχος. ● επίρρ.: θεϊκά [< μτγν. θεϊκός] | |
| 20390 | θείο | [θεῖο] θεί-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. αμέταλλο στοιχείο (σύμβ. S, Ζ 16) κίτρινου χρώματος, το οποίο είναι ιδιαίτερα δραστικό: ανόργανο/οργανικό ~. Κύκλος του ~ου. Εξόρυξη ~ου. Ενώσεις του ~ου (βλ. θειικό οξύ, σουλφίδιο, υδρόθειο). Πετρέλαιο κίνησης χαμηλής περιεκτικότητας σε ~/με υψηλή συγκέντρωση ~ου. Βιοκαύσιμα με σχεδόν μηδενικές εκπομπές ~ου. Βλ. παρα~. ΣΥΝ. θειάφι ● ΣΥΜΠΛ.: διοξείδιο του θείου βλ. διοξείδιο [< αρχ. θεῖον, αγγλ. sulfur] | |
| 20391 | θείο(ν) | θεί-ο(ν) ουσ. (ουδ.) (λόγ.): ο Θεός, ως αφηρημένη, απρόσωπη έννοια: Η σχέση μας με το ~. Αναζητούν/λατρεύουν το ~. ● θεία (τα): ο Θεός, οι Άγιοι και οτιδήποτε θεωρείται από τη θρησκεία ως ιερό: σεβασμός προς τα ~. Επικαλούμαι τα ~. Μη βλασφημείτε/βρίζετε τα ~. Αφιερώθηκε στην προσευχή και τα ~. Πβ. τα ιερά και τα όσια. [< αρχ. θεῖον] | |
| 20392 | θείος1 | [θεῖος] θεί-ος ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) θειος 1. αδελφός, ξάδελφος ή γαμπρός του πατέρα ή της μητέρας κάποιου. 2. (λαϊκό-συχνά μειωτ.) προσφώνηση ή χαρακτηρισμός για άνδρα μεγάλης ηλικίας: ~ο, κοίτα τη δουλειά σου! Πβ. μπάρμπας. ● Υποκ.: θειούλης (ο) ● βλ. θεία [< αρχ. θεῖος] | |
| 20393 | θείος2 | , α, ο θεί-ος επίθ. ΣΥΝ. θεϊκός 1. που σχετίζεται με τον Θεό ή τα θεία και κατ' επέκτ. άγιος, ιερός: ο ~ος: λόγος. ~α: δύναμη/έμπνευση/επενέργεια/θέληση/καταγωγή/λατρεία/οργή. Το ~ο: φως.|| ~ος: Απόστολος/διδάσκαλος. 2. (μτφ.-εμφατ.) που ξεπερνά κατά πολύ το συνηθισμένο, εξαίρετος, εκπληκτικός: ~α: αρετή/μελωδία/μουσική/ομορφιά/φωνή. ~ο: κορμί/χάρισμα. Πβ. ουράνιος. ΣΥΝ. εξαιρετικός (2), έξοχος, θεσπέσιος ● ΣΥΜΠΛ.: η χάρις/χάρη του Θεού/του Αγίου Πνεύματος βλ. χάρις, Θεία Δίκη βλ. δίκη, Θεία Ευχαριστία βλ. ευχαριστία, Θεία Κοινωνία βλ. κοινωνία, Θεία Λειτουργία βλ. λειτουργία, θεία οικονομία βλ. οικονομία, Θεία Πρόνοια βλ. πρόνοια, θείο δράμα βλ. δράμα, θείος/ιερός νόμος βλ. νόμος, ιεροί/θείοι κανόνες βλ. κανόνας, το Θείο(ν) Βρέφος βλ. βρέφος [< αρχ. θεῖος] | |
| 20394 | θειότατος | , η, ο θει-ό-τα-τος επίθ. (συνήθ. με κεφαλ. Θ) ΕΚΚΛΗΣ. 1. προσφώνηση Πατριάρχη, ιδ. των Πατριαρχών Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων: Η Αυτού ~άτη Μακαριότης/Παναγιότης. 2. (εμφατ.) άγιος: ο ~ Απόστολος Παύλος. ~οι Πατέρες της Εκκλησίας. ~ο μυστήριο (πβ. ιερότατο). [< μεσν. θειότατος] | |
| 20395 | θειότητα | θει-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΘΕΟΛ. η ιδιότητα του θείου: η ~ της ανθρώπινης φύσης/του Ιησού. Πβ. αγιοσύνη. Βλ. -ότητα. [< μτγν. θειότης] | |
| 20396 | θειούχος | , ος/α, ο [θειοῦχος] θει-ού-χος επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει θείο στη σύστασή του: ~ος: άργιλος/σίδηρος/ψευδάργυρος. ~ος/~α: ένωση. ~ο: άλας/αμινοξύ/μετάλλευμα/ορυκτό/συστατικό. Πβ. θειικός.|| ~ες: πηγές. ~α: λουτρά/(ιαματικά) νερά. Βλ. δι~, υδρο~, -ούχος2. [< γαλλ. sulfureux] | |
| 20397 | θεϊσμός | θε-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. θεωρία που αποδέχεται την ύπαρξη ενός μοναδικού Θεού, προσωπικού, που είναι ξεχωριστός από τον κόσμο, αλλά ενεργεί σε αυτόν: θρησκευτικός/φιλοσοφικός ~. Πβ. ντεϊσμός. Βλ. αγνωστικισμός, α~, παν~. [< γαλλ. théisme] | |
| 20398 | θεϊστής | θε-ϊ-στής ουσ. (αρσ.): υποστηρικτής του θεϊσμού. Πβ. ντεϊστής. Βλ. αγνωστικιστής, α~, παν~.|| (ως επίθ.) ~ φιλόσοφος. [< γαλλ. théiste] | |
| 20399 | θειώδης | , ης, ες θει-ώ-δης επίθ.: ΧΗΜ. που αναφέρεται στα παράγωγα του θειώδους οξέος: ~ης: ανυδρίτης/σίδηρος/ψευδάργυρος. ~ης: ένωση/ουσία. ~ες: ασβέστιο/νάτριο. ~η: άλατα. Βλ. -ώδης. ● ΣΥΜΠΛ.: θειώδες οξύ: υδατικό διάλυμα (H2SO3) του διοξειδίου του θείου με απολυμαντική και λευκαντική δράση. [< μτγν. θειώδης, γαλλ. sulfureux] | |
| 11897 | θέλγητρο | δέ-λε-αρ ουσ. (ουδ.) {χωρ. άλλους τ.} (λόγ.): μέσο προσέλκυσης, συνήθ. απατηλό: ακαταμάχητο/ισχυρό ~. ~ για επενδύσεις. Το ~ της εξουσίας/του κέρδους/χρήματος. Πρόταση-~ (= δελεαστική). Η χαμηλή τιμή αποτελεί/λειτουργεί ως ~ αγοράς. Πβ. πειρασμός, πρόκληση. [< αρχ. δέλεαρ ‘δόλωμα, θέλγητρο’] | |
| 20400 | θέλγητρο | θέλ-γη-τρο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): οτιδήποτε γοητεύει, ελκύει κάποιον: ερωτικά ~α. Δεν μπόρεσε να αντισταθεί στα ~ά της (= τα κάλλη, την ομορφιά της).|| Προσφορά που αποτελεί ισχυρό ~ για ... Τα ~α της εξουσίας/της εξοχής/της φύσης. Τα τουριστικά ~α μιας περιοχής/χώρας. Πβ. γόητρο, σαγήνη. Βλ. -τρο. [< αρχ. θέλγητρον] | |
| 20401 | θέλγω | θέλ-γω ρ. (μτβ.) {έθελ-ξα} (λόγ.): γοητεύω, ελκύω: ~ει με τη γοητεία/την ομορφιά της. ~ονται από τις πνευματικές προκλήσεις. Πβ. μαγεύω, μαγνητίζω, σαγηνεύω. ΑΝΤ. απωθώ (2) [< αρχ. θέλγω] | |
| 20402 | θέλημα | θέ-λη-μα ουσ. (ουδ.): ό,τι θέλει κάποιος: Δείχνει προθυμία/υπακούει σε κάθε ~ά του. Πβ. απαίτηση, γούστο, επιθυμία, θέληση. ● θελήματα (τα) (προφ.) 1. μικροδουλειές για την εξυπηρέτηση κάποιου, συνήθ. εκτός οικίας ή χώρου εργασίας: παιδί για τα ~. Τον στέλνουν συνέχεια για ~. Την προσέλαβαν ως γραμματέα, όχι για να κάνει ~. Πβ. αγγαρεία. 2. χαριστικές εξυπηρετήσεις, παράτυπες διευκολύνσεις: ~ πάντα με ανταλλάγματα. Βλ. ρουσφέτι. ● ΦΡ.: γενηθήτω το θέλημά σου βλ. γενηθήτω, θέλημα (του) Θεού βλ. θεός [< αρχ. θέλημα] | |
| 20403 | θεληματικός | , ή, ό θε-λη-μα-τι-κός επίθ. 1. που χαρακτηρίζεται από αποφασιστικότητα, ισχυρή θέληση ή τη φανερώνει: ~ός: άνθρωπος. Έξυπνος/πεισματάρης/φιλόδοξος και ~. ΑΝΤ. άβουλος, αναποφάσιστος.|| ~ό: βλέμμα/πιγούνι/ύφος. Πβ. αποφασιστ-, δυναμ-, μαχητ-ικός. 2. που γίνεται με τη θέληση κάποιου: ~ός: θάνατος (= αυτοκτονία). ~ή: ενέργεια/πράξη/προσφορά (πβ. αυτό-βουλη, -προαίρετη, εθελοντική)/υποταγή. ΣΥΝ. εθελούσιος, εκούσιος, ηθελημένος, οικειοθελής ΑΝΤ. αθέλητος (1), ακούσιος ● επίρρ.: θεληματικά [< μεσν. θεληματικός] | |
| 20404 | θέληση | θέ-λη-ση ουσ. (θηλ.): επιθυμία, διάθεση, εσωτερική δύναμη για την επιδίωξη ενός σκοπού: αδύναμη/άκαμπτη/ακαταμάχητη/ατσάλινη/δυνατή/ελεύθερη/ισχυρή/σιδερένια ~. Η ~ του λαού/της πλειοψηφίας/του πολίτη (πβ. αξίωση, απαίτηση). Η ~ του Θεού (= το θέλημα). Η δύναμη/ο θρίαμβος της ~ης. Εκδήλωση/σεβασμός της ~ης (κάποιου). Υποταγή στη ~ (κάποιου). Με κίνητρο/πίστη και ~. Δυστυχώς, δεν έχει ~/της λείπει η ~ (πβ. αποφασιστικότητα, επιμονή). Είναι άνθρωπος χωρίς ~ (= άβουλος, χωρίς δύναμη χαρακτήρα, σθένος). Διαθέτει/έχει μεγάλη ~ για ζωή (πβ. κέφι, λαχτάρα, όρεξη, πάθος). Εκφράζω/επιβάλλω/φανέρωνω τη ~ή μου. Έφυγε με δική του ~. Χρειάζεται ~ και πείσμα, για να πετύχεις. Έκανε ό,τι έκανε με/παρά/σύμφωνα με/χωρίς τη ~ή της. Τον ανάγκασαν να συμμορφωθεί ενάντια στη ~ή του. Υπάρχει πραγματική ~ να λυθεί το πρόβλημα. Η κατάσταση διαιωνίζεται ανεξάρτητα από τη ~ή μας. Είμαι υποχρεωμένη, για λόγους ανεξάρτητους από τη ~ή μου, να παραιτηθώ. Πβ. βούληση. ● ΣΥΜΠΛ.: καλή θέληση: καλή πρόθεση: Πρέπει να επιδείξουμε ~ ~, για να βρεθεί λύση.|| (συνήθ. στη γεν.:) Βήμα/δείγμα/έκφραση/(ως) ένδειξη/κίνηση/πνεύμα/πολιτική/πράξη ~ής ~ης (βλ. συμφιλίωση). Πρεσβευτής (/πρέσβης)/πρέσβειρα ~ής ~ήσεως της Ουνέσκο/της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ (: τιμητικός τίτλος για προσωπικότητες που χρησιμοποιούν την επιρροή τους, για να προβάλουν και να ενισχύσουν ανθρωπιστικές αξίες και δράσεις)., πολιτική βούληση βλ. βούληση ● ΦΡ.: Αγώνες Καλής Θέλησης βλ. αγώνας [< μτγν. θέλησις, γαλλ. volonté] | |
| 20405 | θελιά | βλ. θηλιά | |
| 20406 | θελκτικός | , ή, ό θελ-κτι-κός επίθ. (λόγ.): που θέλγει, ελκύει: ~ή: γυναίκα/προσωπικότητα. ~ό: κορμί/πρόσωπο/χαμόγελο. Κομψή και ~ή. Πβ. σαγηνευτικός.|| ~ός: (τουριστικός) προορισμός. ~ή: πρόταση (= δελεαστική). ΣΥΝ. γοητευτικός, ελκυστικός ΑΝΤ. απωθητικός (1) ● επίρρ.: θελκτικά [< μτγν. θελκτικός] | |
| 20407 | θελκτικότητα | θελ-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του θελκτικού: ~ μιας γυναίκας. Πβ. σαγήνη.|| ~ του τοπίου (πβ. μαγεία). Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. γοητεία, ελκυστικότητα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ