Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [21260-21280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
20408θέλωθέ-λω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {θέλ-εις (προφ.) θες, -ει, -ουμε (λαϊκό) θέμε, -ετε (λαϊκό) θέτε, -ουν(ε) (λαϊκό) θένε | θες κ. θέλε, θέλετε | ήθελα, θέλησα, να/θα θελήσω | ηθελημένος, θέλ-οντας} 1. έχω την επιθυμία, εκφράζω την πρόθεση για κάτι: ~ να σου πω κάτι. Θα μιλάω όπως ~ (πβ. γουστάρω)! Δεν ~ να με δει/να ενοχλώ/να θυμάμαι. Ό,τι θες/θελήσεις θα το 'χεις. Κάνε/πράξε ό,τι/όπως θες, δεν με νοιάζει. Φάε όσο ~εις/θες. Λέγε, τι θες; Όποιος ~ει, ας/μπορεί να έρθει. Παίρνει πάντα αυτό που ~ει. Ήθελα να φωνάξω, αλλά κρατήθηκα. ~ να πάω διακοπές/να φύγω. Αν ~εις/θες να είσαι σίγουρος, ρώτα. Κανέναν δεν πιέζουμε, αν δεν το ~ει. Αν ~ήσει να μιλήσει, θα μάθουμε αρκετά. Δεν ξεκουράζεται όσο θα ήθελε.|| (ως έκφρ. ευγενείας) Ένα ποτηράκι κρασί θα το ήθελα. Δεν θα ήθελα να μας δουν μαζί. Ήθελα να ξέρω (: αναρωτιέμαι), δεν κουράζεται ποτέ; Αν ~εις, ρίχνεις μια ματιά κι εδώ (: αν έχεις την καλοσύνη); ~ετε κάτι άλλο; Πώς ~ετε τον καφέ σας (= πώς τον προτιμάτε); Θα ~ατε κάτι; Τι θα ~ατε; Ποιος θα ήθελε να με βοηθήσει;|| (ευχετ.) Θα ήθελα να σε πιστέψω, αλλά .../να είχα γίνει γιατρός (: μακάρι). ΣΥΝ. επιθυμώ 2. προσπαθώ, επιδιώκω: Κάτι ~ει να κρύψει. ~ει τα λεφτά της, δεν την αγαπά. ~ει να πετύχει οπωσδήποτε/την επιτυχία (= έχει στόχο· βλ. προσβλέπω). Εγώ να βοηθήσω ήθελα μόνο. Δεν ήθελα να σε προσβάλω (= δεν είχα σκοπό). Τι ήθελε να πει μ' αυτό (= τι υπονοούσε); Τον έσπρωξα, χωρίς να το ~ (= άθελά μου, ακούσια). Θέλησαν (= επιχείρησαν) να τον απομακρύνουν, αλλά δεν τα κατάφεραν. Πβ. επιζητώ, σκοπεύω. 3. ζητώ ή απαιτώ: Το μόνο που ~ από σένα είναι αγάπη. Δεν ~ υπερβολές. Πβ. γυρεύω.|| (επιτατ.) ~ μια απάντηση/διαζύγιο/δουλειά/εκδίκηση. Πες μου την αλήθεια, ~ να ξέρω. Αν ~εις πόλεμο, θα τον έχεις. Η μόδα ~ει τις γυναίκες αδύνατες/με καμπύλες. Προβλήματα που ~ουν επειγόντως λύση. Πβ. αξιώνω. 4. έχω ανάγκη, χρειάζομαι: ~ αγάπη. ~εις λούσιμο. Τώρα ~εις ξεκούραση, για να γίνεις εντελώς καλά. Το φαγητό ~ει αλάτι. Το πράγμα δεν ~ει σκέψη. Τα ρούχα ~ουν πλύσιμο. Τα φυτά ~ουν φροντίδα. Αν θες βοήθεια, πες το.|| (απρόσ.) ~ει πολύ ακόμη, για να ξημερώσει. ~ει διάβασμα/δύναμη/θάρρος/καιρό/κόπο/κότσια/χρόνο (για) να ... (= απαιτείται). 5. αποδέχομαι: Αφού σου το εξήγησα, γιατί δεν θες να το καταλάβεις (= δεν λες); Δεν ~ει να το πιστέψει. Θα θελήσει να σου κάνει το χατίρι (: θα συναινέσει, θα συγκατατεθεί); Οι γονείς της δεν τον ήθελαν (ενν. για σύζυγο της κόρης τους).|| (μτφ.) Η μηχανή δεν ~ει να πάρει μπρος (πβ. δεν εννοεί να). 6. αναζητώ, ψάχνω κάποιον: Ποιον θα ~ατε/~ετε; Σας ~ουν στο γραφείο/τηλέφωνο (= σας ζητούν). 7. ποθώ: Σε ~ πολύ! Δεν σε ~ πια (= δεν σ' αγαπώ). 8. θεωρώ, ισχυρίζομαι ότι συμβαίνει κάτι, χωρίς αυτό να ισχύει στην πραγματικότητα: Δεν είμαι τόσο ανόητος, όσο με ~ουν κάποιοι.θέλει (προφ.): ευνοεί: Άμα σε ~ το ζάρι/η τύχη, δεν έχεις κανέναν ανάγκη (= σε πάει). Τη ~ το κοινό (: την αποδέχεται, την αγαπά). Τη ~ ο φακός (: έχει φωτογένεια). ● Ουσ.: θέλω (τα): οι επιθυμίες κάποιου: τα ~ της καρδιάς. Κάντε τα ~ σας πραγματικότητα! Βλ. πρέπει (τα). ● ΦΡ.: (αυτό/το άδικο) δεν το θέλει ούτε ο Θεός (προφ.): για πλήρη άρνηση, αποδοκιμασία μιας άδικης κατάστασης: Τέτοιον εξευτελισμό δεν τον θέλει ~., (δε) θες να ...; (προφ.): έκφρ. ανησυχίας ή φόβου: Πολύ αργεί, ~ ~ του συνέβη κάτι (= λες να, μήπως);, (και) τι θες να (σου) κάνω; (οικ.): για δήλωση αδιαφορίας ή αδυναμίας να βοηθήσουμε κάποιον: Έτσι είν' η ζωή, ~ ~;|| Αρρώστησες. Ωραία κι εγώ τι ~ ~;, (κι εγώ) πώς/πού θες να (το) ξέρω;: έκφρ. άγνοιας δηλωμένης με δυσαρέσκεια, πώς περιμένεις να το γνωρίζω: Αν αυτός ήταν άρρωστος, ~ ~;, ... δεν ήθελες; (ειρων.): σε κάποιον που υφίσταται τις δυσάρεστες συνέπειες της συνήθ. παράλογης επιθυμίας του ή των υψηλών προσδοκιών του: Μεγαλεία ~ ~, λούσου τα τώρα!, άλλο που δεν θέλει/δεν ήθελε! (συνήθ. ειρων.): προς δήλωση μεγάλης επιθυμίας· για κάτι που γίνεται δεκτό με μεγάλη χαρά, χωρίς αντίρρηση: Δέχτηκε αμέσως την πρόταση, ~ ~., αν θέλει ο Θεός: αν οι συνθήκες είναι ευνοϊκές: ~ ~, θα νικήσουμε/θα φύγουμε αύριο. ΣΥΝ. Θεού θέλοντος (και καιρού επιτρέποντος), αν θέλεις/θέλετε & (προφ.) αν θες: κειμενικός δείκτης που σχετικοποιεί ή επιτείνει τον ισχυρισμό του ομιλητή: Αυτό που λες είναι αυθαίρετο ή, ~ ~εις, παρακινδυνευμένο. Πρόκειται για λάθος, ή ~ ~, για γκάφα ολκής., αν θέλω λέει! & αν ήθελα λέει!: (προφ.-εμφατ.) για να δηλωθεί ενθουσιώδης αποδοχή πρότασης, με μεγάλη μου χαρά: -Θέλεις να έρθεις μαζί; -~ ~ (= ευχαρίστως)!, δε(ν) θέλει (και) πολύ (για) να (προφ.): για κάτι συνήθ. δυσάρεστο που μπορεί να συμβεί εύκολα, από τη μια στιγμή στην άλλη: ~ ~ γίνει το κακό!, δε(ν) με θέλει! (προφ.): είμαι άτυχος: Δεν είναι η μέρα μου, ~ ~ καθόλου/με τίποτα! Μου φαίνεται δεν σε ~ η τύχη σήμερα!, δεν (το) ήθελα: για δήλωση ακούσιας πρόκλησης βλάβης: Σας πάτησα; συγγνώμη ~ ~! Δεν ήθελα να σε πληγώσω., δεν θέλω να ξαναδώ κάποιον (στα μάτια μου/μπροστά μου)/δεν θέλω ούτε να ξέρω/να βλέπω κάποιον (προφ.): για να δηλωθεί αποστροφή, αγανάκτηση, οργή απέναντι σε κάποιον: Φύγε, ~ ~ να σε ξαναδώ! Δεν θέλει ούτε να τον βλέπει., δεν πα να λες ό,τι θες! (προφ.): προκλητικά ή οργισμένα για δήλωση ανυπακοής στις αντιρρήσεις κάποιου σχετικά με τη συμπεριφορά ή τις ενέργειές μας: Εγώ θα το κάνω, ~ ~ (εσύ)!, δεν υπάρχει δεν μπορώ, υπάρχει δεν θέλω (προφ.): ως προτροπή ή επίπληξη σε κάποιον που δείχνει απροθυμία ή προβάλλει δικαιολογία, προκειμένου να μην κάνει κάτι: Μην μου λες πως δεν μπορείς να κόψεις το κάπνισμα: ~ ~., εδώ σε θέλω κάβουρα, να περπατάς στα κάρβουνα/εδώ σε θέλω (μάστορα)!: προτρεπτικά σε κάποιον να αποδείξει τις ικανότητές του σε μια δύσκολη περίσταση: Τώρα πώς θα ξεμπλέξεις; ~ ~!, έλα που δεν ήθελες! (ειρων.): προς αμφισβήτηση της δήθεν απροθυμίας κάποιου να κάνει κάτι, που τελικά έκανε: ~ ~ να πας (= ήθελες και παραήθελες)! Πβ. τραβάτε με κι ας κλαίω!, έτσι το θέλησε η μοίρα/ο Θεός/η τύχη: για κάτι μοιραίο, υπεράνω των δυνάμεών μας· ήταν γραφτό να γίνει: Πέθανε νέος, ~ ~. Πβ. θέλημα (του) Θεού., θα (ή)θελες! (ειρων.): ως αρνητική απάντηση, αντίδραση σε κάτι που μας ενοχλεί ή με το οποίο διαφωνούμε: - Είμαι καλύτερος από σένα! - (Ναι,) ~ ~!, θέλεις να (μου/μας) πεις/πιστέψω πως/ότι ... (ειρων.): για δήλωση δυσπιστίας σχετικά με τα λεγόμενα κάποιου: ~ ~ δεν είχες καμία ανάμειξη/όλα αυτά ήταν τυχαία;, θέλεις/τα θες και τα λες (αυτά ή σου ξεφεύγουν); (ειρων.): σε κάποιον που μίλησε απερίσκεπτα., θέλοντας ή μη/και μη: ανεξάρτητα από τη βούληση κάποιου, είτε το θέλει είτε όχι: ~ ~ θα ζητήσεις συγγνώμη (: θα αναγκαστείς να ...). Πβ. εκών άκων, ηθελημένα ή μη/ή αθέλητα/ή άθελα, θες δεν θες., θέλω κάποιον/κάτι πίσω (προφ.) 1. επιθυμώ επανασύνδεση με ερωτικό σύντροφο: Με άφησε και τον ~ ~! 2. ζητώ, απαιτώ να επαναφέρω στη ζωή μου κάτι που έχασα ή νοστάλγησα: ~ πίσω τη ζωή μου/το σπίτι μου/την πόλη που αγάπησα., θέλω να πω (μ' αυτό) ότι/πως ... (προφ.): για διευκρίνιση των λεγομένων· εννοώ: Δεν μ' ενδιαφέρουν οι μεγάλες παρέες, ~ ~ πως θέλω λίγους φίλους και καλούς. Δεν ~ ~ ότι δεν μου φέρθηκαν ευγενικά, απλώς (ότι) ήταν κάπως ψυχροί., θέλω το καλό/το κακό κάποιου: επιθυμώ να ωφελήσω/να βλάψω κάποιον: Σε συμβουλεύω, γιατί ~ το καλό σου (= την ευτυχία σου). Μην τον εμπιστεύεσαι, ~ει το κακό σου., Θεού θέλοντος (και καιρού επιτρέποντος) (λόγ.): για να δηλωθεί ότι κάτι θα γίνει, εφόσον οι περιστάσεις είναι ευνοϊκές: ~ ~ αύριο θα ταξιδέψουμε. ΣΥΝ. αν θέλει ο Θεός, θες ... θες (προφ.): σε διαζευκτική σύνδεση προτάσεων για τη δήλωση αμφιβολίας ή αδιαφορίας ως προς το ποια πιθανότητα ισχύει: ~ η δουλειά, ~ τα παιδιά, δεν πήγα να τη δω. ΣΥΝ. είτε ... είτε, ή ... ή, πες ... πες., θες δε(ν) θες ... (προφ.): είτε το θέλεις είτε όχι· που θα συμβεί ανεξάρτητα από την επιθυμία κάποιου: Τα χρόνια περνάνε ~ ~. ~ ~ θα έρθω! Θα το κάνεις ~ ~ (= με το ζόρι, με το στανιό)! Σιγά σιγά, ~ ~ συνηθίζεις. Πβ. θέλοντας ή μη/και μη., θες να σου πω καμιά βαριά κουβέντα;: απειλητικά για αποτροπή απρεπούς συμπεριφοράς., και θέλω και δεν θέλω (προφ.): για να δηλώσουμε ότι δεν είμαστε σίγουροι για κάτι: ~ ~ να τον δω. Θέλεις να πας; ~ ~., και ό,τι ήθελε προκύψει: έκφραση που δηλώνει αβεβαιότητα σχετικά με την εξέλιξη μιας κατάστασης: Πάμε ~ ~ (: ας γίνει ό,τι θέλει)! Πβ. ό,τι βρέξει ας κατεβάσει!, κάνω κάποιον ό,τι θέλω (προφ.): κάνω κάποιον να υπακούει στις επιθυμίες και τις εντολές μου: Η γυναίκα/η κόρη του τον ~ει ό,τι ~ει. Πβ. είναι/τον έχω του χεριού μου, παίζω στα δάχτυλα., με το έτσι θέλω (προφ.): αυθαίρετα, χωρίς να δίνεται λογαριασμός σε κανένα: Τους επέβαλε τη θέλησή της/τις συνήθειές της ~ ~., ξέρει/δεν ξέρει τι θέλει: (για πρόσ.) έχει/δεν έχει σαφείς επιθυμίες, ξεκάθαρους στόχους: ~ει τι ~ει από τη ζωή της. Δεν ~εις τι ~εις, μου φαίνεται!, ό,τι θέλει ας γίνει/ας γίνει ό,τι θέλει (προφ.): για δήλωση αδιαφορίας, παθητικής αποδοχής αυτού που πρόκειται να συμβεί, ακόμα κι αν είναι αρνητικό: Έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, ~ ~ (= σκοτίστηκα). Θα της μιλήσω ανοιχτά κι ~ ~. ΣΥΝ. ό,τι βρέξει ας κατεβάσει, ό,τι θέλει λέει (προφ.): για να δηλωθεί ότι τα λόγια κάποιου χαρακτηρίζονται από απερισκεψία, έλλειψη λογικής: Τρελός είναι, ~ ~. Άστον να λέει ό,τι θέλει! Ό,τι θες λες, μου φαίνεται, πού να βρω τέτοια ώρα περίπτερο ανοιχτό;, όπως θες/θέλεις: συγκαταβατική αποδοχή της επιθυμίας κάποιου: - Θέλω να φύγουμε! - ~ ~. Πβ. με γεια σου, με χαρά σου.|| Όπως θέλετε (= αγαπάτε, προτιμάτε)., ποιος δεν θα ήθελε: για κάτι που αναμφισβήτητα θα το επιθυμούσε ο καθένας: ~ ~ ένα τόσο όμορφο σπίτι; ~ ~ ν' αγαπιέται από αυτόν που αγαπάει;, πολύ θα το ήθελα, αλλά ...: ως ευγενική απόρριψη πρόσκλησης ή πρότασης: -Θέλεις να με συνοδέψεις; -~ ~ πρέπει να διαβάσω., πώς θα ήθελα ...!: για έκφραση έντονης επιθυμίας· μακάρι: ~ ~ μία σοκολάτα/να είχα σπίτι στο βουνό!, πώς το θες; (οικ.-ειρων.): ως αρνητική απάντηση σε παράλογη, κατά τη γνώμη μας, απαίτηση ή πρόταση κάποιου να κάνουμε κάτι που δεν θέλουμε σε καμία περίπτωση: -Θα μπορούσες να πας αντί για μένα; -Ναι, αμέ, ~ ~ (: θες τίποτ' άλλο); Πβ. δε(ν) σφάξανε!, τα 'θελε και τα 'παθε & τα θέλει και τα παθαίνει & ήθελέ τα κι έπαθέ τα (προφ.): είναι υπεύθυνος για αυτό που του συνέβη: Μη στενοχωριέσαι γι' αυτόν, ~ ~., τα θέλει (μειωτ.): για άτομο, συνήθ. γυναίκα, που είναι δεκτικό σε ερωτοτροπίες και ερωτικές προτάσεις ή και τις επιδιώκει., τα 'θελες και τ' άκουσες (οικ.): εσύ φταις που σου μίλησαν άσχημα: -Γιατί θύμωσε; Απλώς του είπα ότι έχει παχύνει. -Ε κι εσύ ~ ~, δεν τα λένε αυτά., τι (το) (ή)θελα .../τι ήθελα (και/να) ...; (προφ.): μετανιώνω που είπα ή έκανα κάτι: Τι το 'θελα (και πήρα/να πάρω) το κινητό; Τώρα δεν με αφήνουν στιγμή ήσυχο! Τι (το) ήθελα και μίλησα/να μιλήσω;, τι άλλο θέλεις; (οικ.): προς δήλωση θαυμασμού για την τύχη κάποιου ή αγανάκτησης προς άτομο ανικανοποίητο: Άντε θα πας και στο εξωτερικό! ~ ~; ΣΥΝ. ποιος τη χάρη σου!|| ~ ~ να γίνει δηλαδή; ~ ~ πια, όλα σου τα 'χω δώσει., τι θέλει αυτός εδώ; (προφ.): για κάποιον που η εμφάνισή του προκαλεί έκπληξη ή δυσαρέσκεια: (Καλά) ~ ~; Πώς τον αφήσατε και μπήκε;, τι τα θες (τι τα γυρεύεις)! (προφ.): για δήλωση παραίτησης από κάποια υπόθεση που θεωρείται μάταιη ή αδιαφορίας, όπως και για εισαγωγή συμπεράσματος που το θεωρεί κάποιος αδιαμφισβήτητο: ~ ~, έτσι είν΄ η ζωή! Πβ. τι να πω., το θες πολύ; (οικ.-ειρων.): ως απάντηση σε εξωπραγματική απαίτηση., τώρα τι θες;: προς δήλωση εκνευρισμού, ενόχλησης από κουραστική συμπεριφορά ή επαναλαμβανόμενη απαίτηση ή προσπάθεια επαναπροσέγγισης: Ε, και ~ ~; Πες μου να καταλάβω κι εγώ. Μετά από τόσα χρόνια, ~ ~;, (θέλει) σώνει και καλά/ντε και καλά βλ. σώνω, άμα/όταν έχεις τέτοιους φίλους, τι τους θέλεις τους εχθρούς; βλ. φίλος, άντρα θέλω, τώρα τον(ε) θέλω βλ. άνδρας & άντρας, γυρεύει/θέλει τον μπελά του βλ. μπελάς, δεν ακούω/δεν δέχομαι/δεν θέλω/δεν σηκώνω/δεν παίρνω κουβέντα βλ. κουβέντα, είναι για/θέλει κρέμασμα (ανάποδα)/σκότωμα/γδάρσιμο βλ. κρέμασμα, έτσι σε θέλω βλ. έτσι, ζητά(ει)/θέλει/γυρεύει και τα ρέστα βλ. ρέστα, θέλει (και) ρώτημα; βλ. ρώτημα, θέλει βρεγμένο το παξιμάδι βλ. παξιμάδι, θέλει ζουρλομανδύα/του χρειάζεται ζουρλομανδύας βλ. ζουρλομανδύας, θέλει μια μπάλα μόνος του βλ. μπάλα, θέλει/παίρνει/τρώει ώρα/ώρες βλ. ώρα, και/κι ο άγιος φοβέρα θέλει βλ. άγιος, κάτι σηκώνει/θέλει/χρειάζεται/χωράει/παίρνει συζήτηση/κουβέντα βλ. συζήτηση, λέγε λέγε το κοπέλι, κάνει την κυρά/τη γριά και/να θέλει βλ. κοπέλι, λίγο έλειψε να .../λίγο ακόμα και θα .../λίγο ήθελε να (/και θα) ... βλ. λίγο, όποιος δεν θέλει/βαριέται να ζυμώσει, πέντε/δέκα μέρες κοσκινίζει βλ. ζυμώνω, όποιος θέλει/ψάχνει/ζητάει/γυρεύει τα πολλά χάνει και τα λίγα βλ. πολύς, πολλή, πολύ, ούτε (που) να τ' ακούσει/δεν θέλει ούτε να (τ') ακούσει βλ. ακούω, ποιος στραβός/τυφλός δεν θέλει το φως του; βλ. φως, τα θέλει όλα δικά του βλ. δικός, τα θέλει/τα τραβάει/τα σηκώνει ο οργανισμός του βλ. οργανισμός, τα θέλει/τον τρώει ο κώλος/πισινός/κωλαράκος του βλ. κώλος, τι γυρεύει/τι δουλειά έχει/τι ζητά/τι θέλει η αλεπού στο παζάρι; βλ. αλεπού, τι θέλει να πει/τι εννοεί ο ποιητής; βλ. ποιητής, ποιήτρια, το καλό που σου θέλω βλ. καλό, χωριό που φαίνεται, κολαούζο δε(ν) θέλει βλ. κολαούζος ● βλ. ηθελημένος [< αρχ. ἐθέλω, θέλω]
20409θέμαθέ-μα ουσ. (ουδ.) {θέμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. οτιδήποτε τίθεται υπό εξέταση, πραγμάτευση ή προβληματισμό· αντικείμενο διαλόγου ή μελέτης, ζήτημα ή πρόβλημα: ~ ομιλίας. Συνέδριο με ~ ... Βασικό/κύριο/πρώτο ~ στην ημερήσια διάταξη. ~ για/προς συζήτηση. Ταξινόμηση κατά ~. ~ατα υγείας. Ειδικός σε ~ατα φορολογίας. Αναλύω/αναπτύσσω/ασχολούμαι με/διερευνώ/εκθέτω/εξαντλώ/ερευνώ/θίγω/καταπιάνομαι με/μελετώ/παρουσιάζω/πραγματεύομαι ένα ~. Έχω ~ με Δεν είναι/συνιστά ~ της αρμοδιότητάς μου. Το όλο ~ έχει ως εξής ... Δεν έχω άποψη για το ~. Ας επιστρέψουμε στο/ξεφύγαμε απ’ το ~ μας. Έπιασε το ~ σε όλη του την έκταση.|| Περνώ/πηδώ από το ένα ~ στο άλλο. Μην αλλάζεις ~! Έλα/μπες στο ~ (πβ. προκείμενο, ψητό). Το ~ είναι πιασάρικο/πουλάει. Ας μείνει εκεί το ~ (: ας μην το συζητήσουμε άλλο).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Προβολή ~ατος (: ομάδας συζήτησης). Πλοήγηση ανά ~.|| Αμφιλεγόμενο/ανεξάντλητο/επείγον/επίκαιρο/επίμαχο/καυτό/κρίσιμο/λεπτό/προσωπικό/φλέγον ~. ~ ουσίας/ταμπού. Εθνικά/εκκρεμή/τρέχοντα ~ατα. Ανέκυψε σημαντικό/σοβαρό ~. Ανοίγει το ~ της ... Δεν προκύπτει ~ ευθυνών. Παραμένει ανοιχτό το/δεν βρέθηκε λύση στο ~ των ... Έκλεισε/ξεκαθάρισε/ρυθμίστηκε το ~. Θάβω/καίω/κουκουλώνω/συγκαλύπτω ένα ~. Πβ. υπόθεση. 2. περιεχόμενο καλλιτεχνικού ή λογοτεχνικού έργου, μοτίβο: ενδιαφέρον/κοινότοπο/πρωτότυπο/συναρπαστικό/συνηθισμένο ~. Το ~ ενός βιβλίου/μιας ταινίας (πβ. στόρι, υπόθεση). Έκθεση φωτογραφίας με ελεύθερο ~. Συγγραφέας που αντλεί τα ~ατά του από προσωπικά βιώματα. Βλ. παράθεμα.|| Το ~ του έρωτα/του πολέμου στην τέχνη. Το ~ της Γέννησης/της Σταύρωσης στη βυζαντινή ζωγραφική. 3. ερώτημα, άσκηση ή αδίδακτο κείμενο σε εξετάσεις: αναμενόμενα/απαιτητικά/ασαφή/βατά/δύσκολα/δυσνόητα/εύκολα/ΣΟΣ ~ατα. Τα ~ατα των μαθηματικών/των πανελλαδικών. Διαρροή/εκφώνηση ~άτων. ~ εκτός ύλης. Από τα τρία ~ατα να απαντήσετε (σ)τα δύο. Το τρίτο ~ είχε/ήταν παγίδα. Πβ. ερώτηση, ζήτημα, παρατήρηση.|| Το άγνωστο ~ των Αρχαίων. 4. ΜΟΥΣ. βασική μελωδία μουσικής σύνθεσης, η οποία επαναλαμβάνεται μέχρι το τέλος της: το ~ της σονάτας. Παραλλαγές (πάνω) στο ίδιο ~. Πβ. μοτίβο. 5. ΓΛΩΣΣ. σταθερό τμήμα λέξης, αποτελούμενο από τη ρίζα και τα προσφύματα, χωρίς τη γραμματική κατάληξη: ονοματικό/παραγωγικό/ρηματικό ~. Βλ. πρόθεμα. ● Υποκ.: θεματάκι (το) ● ΦΡ.: βάζω/θέτω θέμα: προτείνω ένα αντικείμενο για συζήτηση, εξέταση: ~ ~ αξιολόγησης/ασφάλειας. ~ ~ σε συμβούλιο/σύσκεψη για .../να ... Η κυβέρνηση σκοπεύει να θέσει ~ αλλαγής του εκλογικού νόμου., βγάζω θέμα 1. (συνήθ. για δημοσιογράφο ή τηλεπαρουσιαστή) καταφέρνω, στη διάρκεια συζήτησης ή μετά από έρευνα, να αποσπάσω ενδιαφέρουσες ή αποκαλυπτικές πληροφορίες που μπορεί να αποτελέσουν είδηση: Το κανάλι/ο ρεπόρτερ έβγαλε ~ (= λαβράκι, λαγό). Δεν βγήκε ~ από τη συνέντευξη. 2. {συνήθ. στον πληθ.} συντάσσω ερωτήματα εξετάσεων: Ο δάσκαλος/η εξεταστική επιτροπή/ο καθηγητής ~ει ~ατα., δεν είναι δικό σου θέμα (προφ.): δεν σε αφορά, δεν σου πέφτει λόγος: Σε παρακαλώ μην ανακατεύεσαι, ~ ~., δεν είναι/δεν υπάρχει/δεν τίθεται/δεν υφίσταται/δεν γεννάται/δεν μπαίνει θέμα/ζήτημα: δεν υπάρχει περίπτωση να συμβεί κάτι, ούτε καν συζητιέται· δεν πρόκειται για κάτι σημαντικό: Δεν τίθεται/υφίσταται ~ απομάκρυνσής του από το κόμμα/αύξησης των τιμών. Δεν γεννάται ~ για αλλαγή της συμφωνίας. Δεν είναι ούτε ~ αριθμών ούτε ~ πρακτικών.|| Από τη δική μου την πλευρά δεν υπάρχει ~ (: όλα είναι εντάξει). Για ένα και δύο ευρώ δεν είναι τώρα ~ (: δεν υπάρχει πρόβλημα)!, δεν έχω θέμα (νεαν. αργκό): δεν με πειράζει., είναι θέμα/ζήτημα (+ γεν.): έχει σχέση με ή εξαρτάται από: ~ ~ αξιοπιστίας/αρχής/γοήτρου/ηθικής/προτεραιότητας/συνήθειας/τιμής/χρημάτων. Είναι καθαρά ~ γούστου., επί του θέματος (λόγ.): σχετικά με την υπόθεση που μας απασχολεί: σχόλια ~ ~. Διαμορφώνω άποψη/τοποθετούμαι ~ ~. Έχετε να δηλώσετε/να κάνετε κάποιο σχόλιο/να πείτε κάτι ~ ~; Πβ. επί του προκειμένου., κάνω/δημιουργώ θέμα/ζήτημα (προφ.): δίνω σε κάτι περισσότερη σημασία από ό,τι χρειάζεται ή προκαλώ πρόβλημα, κάνω φασαρία για κάτι: Από το τίποτα δημιούργησε ολόκληρο ~! Αν δεν πληρώσει, δημιουργείται ~. Μικρό το κακό, μην το κάνεις ~!, το θέμα της ημέρας/των ημερών/της εβδομάδας/του μήνα: αυτό που θεωρείται ως το σημαντικότερο, σύμφωνα με την κοινή γνώμη και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης: Το ~ της ημέρας είναι τα νέα μέτρα., το θέμα/ζήτημα είναι (να ...): για να δοθεί έμφαση σε κάτι σημαντικό: Το ~ ~ να περιορίσουμε τη μόλυνση του περιβάλλοντος. Το ~ δεν είναι ποιος φταίει και ποιος όχι, αλλά ..., είναι δικό μου ζήτημα/θέμα/πρόβλημα βλ. ζήτημα, εκτός θέματος βλ. εκτός, ζήτημα/θέμα ζωής ή/και θανάτου βλ. ζήτημα, θέμα/ζήτημα χρόνου βλ. χρόνος, μη υπάρχοντος άλλου θέματος ... βλ. υπάρχω, το γελοίο(ν)/το αστείο της υπόθεσης/του πράγματος/του θέματος βλ. γελοίος, το πράγμα αλλάζει/αλλάζει το θέμα/το ζήτημα/το πράγμα βλ. αλλάζω [< μτγν. θέμα, γαλλ. thème, γερμ. Thema, αγγλ. theme 4: ιταλ. tema]
20410θεματικός1, ή, ό θε-μα-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε αντικείμενο μελέτης, συζήτησης ή οργανώνεται κατά θέματα: ~ός: άξονας/πυρήνας (προγράμματος). ~ή: ανάλυση/ενότητα/κατεύθυνση/κατηγορία/περίοδος ή πρόταση (: που περιέχει το θέμα της παραγράφου)/ύλη. ~ό: πεδίο/πλαίσιο.|| ~ός: διαχωρισμός/κατάλογος/κύκλος/πίνακας. ~ή: κατάταξη/ομάδα. ~ό: ευρετήριο/λεξικό/σεμινάριο. ~ές: βραδιές/δράσεις/συναντήσεις. ~ διαγωνισμός ζωγραφικής/οδηγός νομοθετημάτων. ~οί τομείς έρευνας/κατάρτισης. Πβ. θεματογραφ-, θεματολογ-ικός.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) ~ή πύλη (ηλεκτρονικής) βιβλιοθήκης/ελεύθερου λογισμικού. Βλ. δια~. ● Ουσ.: θεματική (η) (απαιτ. λεξιλόγ.): σύνολο υπό εξέταση θεμάτων, θέμα, ιδιαίτερα ως προς τη συνθετότητά του: η πλούσια ~ του συνεδρίου. Η κύρια ~ ενός έργου (πβ. προβληματική). Συλλογή ποικίλης ~ής. Διευρύνει τη ~ της. Η ~ του απλώνεται/εκτείνεται/επικεντρώνεται σε ... Πβ. θεματογραφία, θεματολογία. [< γαλλ. thématique, 1936, γερμ. Thematik] ● επίρρ.: θεματικά ● ΣΥΜΠΛ.: θεματικός τουρισμός: που συνδέεται με συγκεκριμένο σκοπό ή γίνεται σε ορισμένο γεωγραφικό περιβάλλον ή σε προσδιορισμένη εποχή του χρόνου. Βλ. αγρο-, οικο-τουρισμός, εναλλακτικός τουρισμός., θεματικός χάρτης: ΤΟΠΟΓΡ. στον οποίο αναπαρίστανται συγκεκριμένα τοπογραφικά ή υδρογραφικά χαρακτηριστικά περιοχής., θεματική εγκυκλοπαίδεια βλ. εγκυκλοπαίδεια, θεματικό πάρκο βλ. πάρκο, θεματικός χαρτογράφος βλ. χαρτογράφος [< γαλλ. thématique, γερμ. thematisch]
20411θεματικός2, ή, ό θε-μα-τι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που σχετίζεται με το γραμματικό θέμα: ~ό: φωνήεν (: που συνδέει το θέμα με την κατάληξη). Βλ. προ~. [< μτγν. θεματικός]
20412θεματογραφίαθε-μα-το-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. (στη διδασκαλία) σύνολο επιλεγμένων κειμένων της αρχαίας ελληνικής ή της λατινικής γραμματείας που προσφέρονται για γλωσσική άσκηση. 2. θεματολογία: εφημερίδα με πλούσια ~. Η ~ του περιλαμβάνει .../είναι εμπνευσμένη από ... Πβ. θεματική. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. composition de thèmes]
20413θεματογραφικός, ή, ό θε-μα-το-γρα-φι-κός επίθ.: θεματολογικός: ~ός: άξονας. ~ή: ενότητα. Έργο με ~ή ποικιλία/~ό πλούτο/ευρύ ~ό φάσμα. ΣΥΝ. θεματικός1 ● επίρρ.: θεματογραφικά
20414θεματοδότηςθε-μα-το-δό-της ουσ. (αρσ.): θεματοθέτης.
20415θεματοθέτης, θεματοθέτριαθε-μα-το-θέ-της ουσ. (αρσ. + θηλ.): εκπαιδευτικός που ορίζει τα θέματα κυρ. στις πανελλαδικές εξετάσεις.
20416θεματολογίαθε-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. το σύνολο θεμάτων μελέτης ή συζήτησης: ~ (ραδιοφωνικής/τηλεοπτικής) εκπομπής/περιοδικού/συνεδρίου. Αντλεί τη ~ του από την καθημερινότητα. Πβ. θεματική, θεματογραφία. Βλ. -λογία. 2. βιβλίο με συλλογή κυρ. αρχαίων ελληνικών ή λατινικών κειμένων για άσκηση των μαθητών.
20417θεματολογικός, ή, ό θε-μα-το-λο-γι-κός επίθ.: που είναι σχετικός με τη θεματολογία: ~ός: άξονας/πυρήνας (έργου). ~ή: ενότητα/κατάταξη/ποικιλία/συνάφεια. ~ό: πλαίσιο. Μελέτη που καλύπτει ένα ευρύ ~ό φάσμα. Πβ. θεματ-, θεματογραφ-ικός. ● επίρρ.: θεματολογικά
20418θεματολόγιοθε-μα-το-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ειδικό αντικείμενο μελέτης και κατ’ επέκτ. κατάλογος θεμάτων στο πλαίσιο παρουσίασης, διδασκαλίας ή επίσημης συνάντησης: Το ~ με το οποίο έχει ασχοληθεί ο τιμώμενος καθηγητής είναι …|| Ευρωπαϊκό ψηφιακό ~. ~ διαλέξεων/ημερίδας/σεμιναρίου/συνεδρίου. Αναλυτικό ~ επιμορφωτικών προγραμμάτων. Το ~ της διάσκεψης/της συνόδου. Πβ. ατζέντα. Βλ. -λόγιο. 2. (ειδικότ. στις τέχνες και τη λογοτεχνία) σύνολο θεματικών επιλογών ή μοτίβων: τo ~ της δημοτικής ποίησης.|| Διάκοσμος με πλούσιο εικονογραφικό ~. Το ~ της ελληνιστικής γλυπτικής/της μεταβυζαντινής ζωγραφικής. Πβ. θεματική, θεματογραφία, θεματολογία.
20419θεματοφύλακαςθε-μα-το-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που έχει την ευθύνη διαφύλαξης και προάσπισης πνευματικών κυρ. αξιών: ~ της πολιτιστικής κληρονομιάς/της ιστορικής μνήμης. Πβ. θησαυροφύλακας, τηρητής, υπερασπιστής, φρουρός.|| (ειρων.-μειωτ.) Παρουσιάζεται ως ~/παριστάνει τον ~α της ηθικής τάξης. Πβ. προστάτης. ΑΝΤ. εχθρός (1), υπονομευτής (1) 2. ΝΟΜ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει αναλάβει τη φύλαξη ξένης κινητής περιουσίας και έχει ευθύνη για την επένδυσή της μέχρι την επιστροφή της στον δικαιούχο (παρακαταθέτη): Εκτελεί καθήκοντα/χρέη ~α. Βλ. παρακαταθήκη, -φύλακας.
20420θεμελιακός, ή, ό θε-με-λι-α-κός επίθ. 1. (μτφ.) πρωταρχικής σημασίας, θεμελιώδης: ~ός: παράγοντας/ρόλος/στόχος. ~ή: αρχή/διαφορά/έννοια/σημασία. ~ό: αίτημα/ερώτημα/ζήτημα/πρόβλημα/στοιχείο. ~ά: δικαιώματα/συμπεράσματα. Πβ. βασικός, νευραλγικός, ουσιώδης, ριζικός. 2. (σπάν.) που είναι σχετικός με τα θεμέλια ενός οικοδομήματος: ~ή: γείωση. ● επίρρ.: θεμελιακά [< μτγν. θεμελιακός]
20421θεμέλιοθε-μέ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {θεμελί-ου | -ων} 1. το κατώτερο τμήμα οικοδομικής κατασκευής που τη στηρίζει: τα ~α της οικοδομής/της πολυκατοικίας. Διάνοιξη/εκσκαφές/κατασκευή/χάραξη ~ων. Διάβρωση των ~ων. Εργασίες ενίσχυσης/σκυροδέτησης ~ων. Έριξαν τα ~α/μπήκαν τα ~α. Πλημμύρισαν τα ~α. Το σπίτι είναι ακόμα στα ~α (: στην αρχή). Διακρίνονται/εντοπίστηκαν τα ~α αρχαίου ναού. Βλ. βάθρο, κρηπίδωμα.|| {σπανιότ. στον εν.} (ΑΡΧΙΤ.) Αλληλεπίδραση/διεπαφή εδάφους-~ου-ανωδομής. 2. (μτφ.) η βάση πάνω στην οποία στηρίζεται κάποιος ή κάτι: άνθρωπος με γερά ~α (= με αρχές, ηθικά ερείσματα). Τα ιδεολογικά/κοινωνικά/οικονομικά/πνευματικά/πολιτικά ~α μιας κοινωνίας. Ενίσχυση/υπονόμευση των συνταγματικών ~ων/των ~ων της δημοκρατίας. Τα ~α της δυτικής σκέψης. Τριγμοί στα ~α της οικονομίας. Βόμβα/δυναμίτης στα ~α του κράτους το δημόσιο χρέος. Η συνεργασία/σχέση τους έχει ακλόνητα/βαθιά/ισχυρά/καλά/σαθρά/σάπια/σταθερά/στέρεα ~α. Βάζω/θέτω/ρίχνω/χτίζω τα ~α για ένα καλύτερο μέλλον. Έχουν διαβρωθεί/κλονίζονται/σείονται/τρίζουν/υποσκάπτονται τα ~α ενός γάμου/θεσμού/κόμματος. {σπανιότ. στον εν.} Το Πανεπιστήμιο ως ~ της γνώσης/της επιστήμης. Η τεχνολογία αποτελεί ~ για την ανάπτυξη. Πβ. στήριγμα.|| (ΝΟΜ.) Το δικαιοπρακτικό ~ (: πάνω στο οποίο βασίζεται μια έννομη σχέση). ● ΦΡ.: εκ θεμελίων (λόγ.) 1. από τη βάση: ~ ~ (ανα)κατασκευή/ανέγερση/ανοικοδόμηση του ναού (= πλήρης). Το σπίτι ανακαινίστηκε/κατασκευάστηκε ~ ~.|| ~ ~ καταστροφή της πόλης από τον σεισμό (= ολοκληρωτική). Κτίρια που καταστράφηκαν ~ ~ (= ολοσχερώς). ΣΥΝ. συθέμελα 2. (μτφ.) κατά τρόπο απόλυτο, ριζικό: ~ ~ (= γενική) ανοδιοργάνωση (διοικητικής δομής)/μεταρρύθμιση (μιας πολιτικής). Το σύστημα πρέπει να αλλάξει ~ ~ (πβ. άρδην, συνολικά). ΣΥΝ. εκ βάθρων [< 1: αρχ. θεμέλιον 2: γαλλ. fondement]
20422θεμέλιος, ος/α, ο θε-μέ-λι-ος επίθ. (λόγ.): μόνο στα ● ΣΥΜΠΛ.: θεμέλια ουσία: ΑΝΑΤ. ζελατινώδης ουσία που υπάρχει ανάμεσα στα κύτταρα των συνδετικών ιστών. Πβ. εκτό-, υαλό-πλασμα. [< αγγλ. ground substance] , θεμέλιος λίθος 1. (μτφ.) στήριγμα, βάση ιδεολογικού συστήματος ή θεσμού: ~ ~ της δημοκρατίας/της ελευθερίας. Η οικογένεια είναι ο ~ ~ της κοινωνίας. ΣΥΝ. ακρογωνιαίος λίθος (1) 2. ο πρώτος λίθος, συνήθ. μαρμάρινη επιγραφή, πέτρα ή άλλο δομικό υλικό, που τίθεται συμβολικά κατά την τελετή θεμελίωσης κτιρίου: Μπήκε/τοποθετήθηκε ο ~ ~ για την ανέγερση της εκκλησίας/του νοσοκομείου/του σχολείου. [< αρχ. θεμέλιος]
20423θεμελιώδης, ης, ες θε-με-λι-ώ-δης επίθ. {θεμελιώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών}: πρωταρχικής σημασίας, βασικός: ~ης: παράγοντας/ρόλος (πβ. νευραλγικός)/στόχος. ~ης: αρχή/διαφορά/έννοια. ~ες: αξίωμα/έργο/ερώτημα/θεώρημα/στοιχείο. ~εις: αξίες/διατάξεις/ελευθερίες. ~η: δικαιώματα. Πβ. ζωτικός, θεμελιακός, κεφαλαιώδης, ουσιώδης, πρωταρχικός, πρωτεύων.|| (ΦΥΣ.) ~η: σωματίδια. ~η και συμπληρωματικά μεγέθη. Βλ. -ώδης. ● επίρρ.: θεμελιωδώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: θεμελιώδης ανάλυση: ΟΙΚΟΝ. μέθοδος πρόβλεψης των μετοχικών τιμών και της μελλοντικής απόδοσης εταιρείας μέσω της ανάλυσης της οικονομικής της κατάστασης. [< αγγλ. fundamental analysis] , θεμελιώδης νόμος/θεμελιώδεις νόμοι βλ. νόμος [< γαλλ. fondamental]
20424θεμελιώνωθε-με-λι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {θεμελίω-σε, θεμελιώ-θηκε, -μένος, θεμελιών-οντας} 1. βάζω τα θεμέλια οικοδομήματος ή θέτω συμβολικά τον θεμέλιο λίθο, σηματοδοτώντας την έναρξη εργασιών κατασκευαστικού έργου: Οικισμός ~μένος σε πλαγιά. ΑΝΤ. εκ~, ξε~.|| Ο υπουργός ~σε το δημοτικό σχολείο ... (πβ. εγκαινιάζω). ~θηκε το νέο κτίριο ... Πβ. ιδρύω. Βλ. ανα~. 2. (μτφ.) βασίζω σε επιχειρήματα, τεκμηριώνω· στηρίζω: ~σε τις απόψεις/τη γνώμη του. ~μένη: θέση (ΑΝΤ. αθεμελίωτος).|| Η δημοκρατία ~εται στην ελευθερία (= εδράζεται, εδραιώνεται).|| (ΝΟΜ.) ~ει αξίωση αποζημιώσεως. ~ει δικαίωμα κανονικής άδειας/συνταξιοδότησης. ~μένη: απαίτηση. Πβ. κατοχυρώνω, στοιχειοθετεί. 3. (μτφ.) θέτω τις βάσεις θεωρίας, επιστήμης, ιδεολογικού συστήματος. Πβ. δημιουργώ, (εγκαθ)ιδρύω. Βλ. ανα~. [< 1: μεσν. θεμελιώνω 2,3: μτγν. ~]
20425θεμελίωσηθε-με-λί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. τοποθέτηση θεμελίων ή θεμελίου λίθου σε οικοδόμημα, έναρξη οικοδομικών εργασιών· τα ίδια τα θεμέλια: τελετή ~ης σχολικής μονάδας. Πβ. ίδρυση. ΑΝΤ. εκ~, ξεθεμελίωμα. Βλ. εγκαίνια.|| Κτίριο με βαθιά/επιφανειακή ~. Βλ. κοιτόστρωση, πεδιλοδοκός. 2. (μτφ.) στήριξη άποψης, επιχειρημάτων σε λογικές βάσεις με παρουσίαση τεκμηρίων: αξιωματική/θεσμική/θεωρητική/μαθηματική ~. ~ των διεκδικήσεων/προτάσεων. Πβ. στοιχειοθέτηση, τεκμηρίωση, υποστήριξη.|| (ΝΟΜ.) ~ συνταξιοδοτικού δικαιώματος (: συμπλήρωση συγκεκριμένων ετών εργασιακού βίου, πβ. κατοχύρωση). 3. (μτφ.) ίδρυση, σύσταση: ~ της δημοκρατίας/της ειρήνης (πβ. εδραίωση)/της επιστήμης των υπολογιστών. Πβ. δημιουργία. Βλ. ανα~. [< 1: μτγν. θεμελίωσις]
20426θεμελιωτήςθε-με-λι-ω-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. θεμελιώτρια} 1. (μτφ.) αυτός που θέτει τις βάσεις επιστήμης, θεωρίας, θρησκείας, συστήματος: ο ~ της ιατρικής/των μαθηματικών/του χριστιανισμού. Πβ. δημιουργός, ιδρυτής, πατριάρχης. Βλ. πρωτεργάτης. 2. (σπάν.-λόγ.) πρόσωπο που έχει θεμελιώσει οικοδόμημα: ο ~ του ναού. [< 2: μτγν. θεμελιωτής]
20427θεμελιωτικός, ή, ό θε-με-λι-ω-τι-κός επίθ.: που θεμελιώνει κάτι: (ΝΟΜ.) ~ή: θητεία/υπηρεσία (: που προσμετράται στα συντάξιμα έτη). ~ό: δικαίωμα (για λήψη μερίσματος/συνταξιοδότησης).|| (μτφ.) ~ή: αρχή/βάση/δύναμη (πβ. θεμελιώδης). Βλ. εκ~. ● επίρρ.: θεμελιωτικά [< μτγν. θεμελιωτικός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.