| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20416 | θεματολογία | θε-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. το σύνολο θεμάτων μελέτης ή συζήτησης: ~ (ραδιοφωνικής/τηλεοπτικής) εκπομπής/περιοδικού/συνεδρίου. Αντλεί τη ~ του από την καθημερινότητα. Πβ. θεματική, θεματογραφία. Βλ. -λογία. 2. βιβλίο με συλλογή κυρ. αρχαίων ελληνικών ή λατινικών κειμένων για άσκηση των μαθητών. | |
| 20417 | θεματολογικός | , ή, ό θε-μα-το-λο-γι-κός επίθ.: που είναι σχετικός με τη θεματολογία: ~ός: άξονας/πυρήνας (έργου). ~ή: ενότητα/κατάταξη/ποικιλία/συνάφεια. ~ό: πλαίσιο. Μελέτη που καλύπτει ένα ευρύ ~ό φάσμα. Πβ. θεματ-, θεματογραφ-ικός. ● επίρρ.: θεματολογικά | |
| 20418 | θεματολόγιο | θε-μα-το-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ειδικό αντικείμενο μελέτης και κατ’ επέκτ. κατάλογος θεμάτων στο πλαίσιο παρουσίασης, διδασκαλίας ή επίσημης συνάντησης: Το ~ με το οποίο έχει ασχοληθεί ο τιμώμενος καθηγητής είναι …|| Ευρωπαϊκό ψηφιακό ~. ~ διαλέξεων/ημερίδας/σεμιναρίου/συνεδρίου. Αναλυτικό ~ επιμορφωτικών προγραμμάτων. Το ~ της διάσκεψης/της συνόδου. Πβ. ατζέντα. Βλ. -λόγιο. 2. (ειδικότ. στις τέχνες και τη λογοτεχνία) σύνολο θεματικών επιλογών ή μοτίβων: τo ~ της δημοτικής ποίησης.|| Διάκοσμος με πλούσιο εικονογραφικό ~. Το ~ της ελληνιστικής γλυπτικής/της μεταβυζαντινής ζωγραφικής. Πβ. θεματική, θεματογραφία, θεματολογία. | |
| 20419 | θεματοφύλακας | θε-μα-το-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που έχει την ευθύνη διαφύλαξης και προάσπισης πνευματικών κυρ. αξιών: ~ της πολιτιστικής κληρονομιάς/της ιστορικής μνήμης. Πβ. θησαυροφύλακας, τηρητής, υπερασπιστής, φρουρός.|| (ειρων.-μειωτ.) Παρουσιάζεται ως ~/παριστάνει τον ~α της ηθικής τάξης. Πβ. προστάτης. ΑΝΤ. εχθρός (1), υπονομευτής (1) 2. ΝΟΜ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει αναλάβει τη φύλαξη ξένης κινητής περιουσίας και έχει ευθύνη για την επένδυσή της μέχρι την επιστροφή της στον δικαιούχο (παρακαταθέτη): Εκτελεί καθήκοντα/χρέη ~α. Βλ. παρακαταθήκη, -φύλακας. | |
| 20420 | θεμελιακός | , ή, ό θε-με-λι-α-κός επίθ. 1. (μτφ.) πρωταρχικής σημασίας, θεμελιώδης: ~ός: παράγοντας/ρόλος/στόχος. ~ή: αρχή/διαφορά/έννοια/σημασία. ~ό: αίτημα/ερώτημα/ζήτημα/πρόβλημα/στοιχείο. ~ά: δικαιώματα/συμπεράσματα. Πβ. βασικός, νευραλγικός, ουσιώδης, ριζικός. 2. (σπάν.) που είναι σχετικός με τα θεμέλια ενός οικοδομήματος: ~ή: γείωση. ● επίρρ.: θεμελιακά [< μτγν. θεμελιακός] | |
| 20421 | θεμέλιο | θε-μέ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {θεμελί-ου | -ων} 1. το κατώτερο τμήμα οικοδομικής κατασκευής που τη στηρίζει: τα ~α της οικοδομής/της πολυκατοικίας. Διάνοιξη/εκσκαφές/κατασκευή/χάραξη ~ων. Διάβρωση των ~ων. Εργασίες ενίσχυσης/σκυροδέτησης ~ων. Έριξαν τα ~α/μπήκαν τα ~α. Πλημμύρισαν τα ~α. Το σπίτι είναι ακόμα στα ~α (: στην αρχή). Διακρίνονται/εντοπίστηκαν τα ~α αρχαίου ναού. Βλ. βάθρο, κρηπίδωμα.|| {σπανιότ. στον εν.} (ΑΡΧΙΤ.) Αλληλεπίδραση/διεπαφή εδάφους-~ου-ανωδομής. 2. (μτφ.) η βάση πάνω στην οποία στηρίζεται κάποιος ή κάτι: άνθρωπος με γερά ~α (= με αρχές, ηθικά ερείσματα). Τα ιδεολογικά/κοινωνικά/οικονομικά/πνευματικά/πολιτικά ~α μιας κοινωνίας. Ενίσχυση/υπονόμευση των συνταγματικών ~ων/των ~ων της δημοκρατίας. Τα ~α της δυτικής σκέψης. Τριγμοί στα ~α της οικονομίας. Βόμβα/δυναμίτης στα ~α του κράτους το δημόσιο χρέος. Η συνεργασία/σχέση τους έχει ακλόνητα/βαθιά/ισχυρά/καλά/σαθρά/σάπια/σταθερά/στέρεα ~α. Βάζω/θέτω/ρίχνω/χτίζω τα ~α για ένα καλύτερο μέλλον. Έχουν διαβρωθεί/κλονίζονται/σείονται/τρίζουν/υποσκάπτονται τα ~α ενός γάμου/θεσμού/κόμματος. {σπανιότ. στον εν.} Το Πανεπιστήμιο ως ~ της γνώσης/της επιστήμης. Η τεχνολογία αποτελεί ~ για την ανάπτυξη. Πβ. στήριγμα.|| (ΝΟΜ.) Το δικαιοπρακτικό ~ (: πάνω στο οποίο βασίζεται μια έννομη σχέση). ● ΦΡ.: εκ θεμελίων (λόγ.) 1. από τη βάση: ~ ~ (ανα)κατασκευή/ανέγερση/ανοικοδόμηση του ναού (= πλήρης). Το σπίτι ανακαινίστηκε/κατασκευάστηκε ~ ~.|| ~ ~ καταστροφή της πόλης από τον σεισμό (= ολοκληρωτική). Κτίρια που καταστράφηκαν ~ ~ (= ολοσχερώς). ΣΥΝ. συθέμελα 2. (μτφ.) κατά τρόπο απόλυτο, ριζικό: ~ ~ (= γενική) ανοδιοργάνωση (διοικητικής δομής)/μεταρρύθμιση (μιας πολιτικής). Το σύστημα πρέπει να αλλάξει ~ ~ (πβ. άρδην, συνολικά). ΣΥΝ. εκ βάθρων [< 1: αρχ. θεμέλιον 2: γαλλ. fondement] | |
| 20422 | θεμέλιος | , ος/α, ο θε-μέ-λι-ος επίθ. (λόγ.): μόνο στα ● ΣΥΜΠΛ.: θεμέλια ουσία: ΑΝΑΤ. ζελατινώδης ουσία που υπάρχει ανάμεσα στα κύτταρα των συνδετικών ιστών. Πβ. εκτό-, υαλό-πλασμα. [< αγγλ. ground substance] , θεμέλιος λίθος 1. (μτφ.) στήριγμα, βάση ιδεολογικού συστήματος ή θεσμού: ~ ~ της δημοκρατίας/της ελευθερίας. Η οικογένεια είναι ο ~ ~ της κοινωνίας. ΣΥΝ. ακρογωνιαίος λίθος (1) 2. ο πρώτος λίθος, συνήθ. μαρμάρινη επιγραφή, πέτρα ή άλλο δομικό υλικό, που τίθεται συμβολικά κατά την τελετή θεμελίωσης κτιρίου: Μπήκε/τοποθετήθηκε ο ~ ~ για την ανέγερση της εκκλησίας/του νοσοκομείου/του σχολείου. [< αρχ. θεμέλιος] | |
| 20423 | θεμελιώδης | , ης, ες θε-με-λι-ώ-δης επίθ. {θεμελιώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών}: πρωταρχικής σημασίας, βασικός: ~ης: παράγοντας/ρόλος (πβ. νευραλγικός)/στόχος. ~ης: αρχή/διαφορά/έννοια. ~ες: αξίωμα/έργο/ερώτημα/θεώρημα/στοιχείο. ~εις: αξίες/διατάξεις/ελευθερίες. ~η: δικαιώματα. Πβ. ζωτικός, θεμελιακός, κεφαλαιώδης, ουσιώδης, πρωταρχικός, πρωτεύων.|| (ΦΥΣ.) ~η: σωματίδια. ~η και συμπληρωματικά μεγέθη. Βλ. -ώδης. ● επίρρ.: θεμελιωδώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: θεμελιώδης ανάλυση: ΟΙΚΟΝ. μέθοδος πρόβλεψης των μετοχικών τιμών και της μελλοντικής απόδοσης εταιρείας μέσω της ανάλυσης της οικονομικής της κατάστασης. [< αγγλ. fundamental analysis] , θεμελιώδης νόμος/θεμελιώδεις νόμοι βλ. νόμος [< γαλλ. fondamental] | |
| 20424 | θεμελιώνω | θε-με-λι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {θεμελίω-σε, θεμελιώ-θηκε, -μένος, θεμελιών-οντας} 1. βάζω τα θεμέλια οικοδομήματος ή θέτω συμβολικά τον θεμέλιο λίθο, σηματοδοτώντας την έναρξη εργασιών κατασκευαστικού έργου: Οικισμός ~μένος σε πλαγιά. ΑΝΤ. εκ~, ξε~.|| Ο υπουργός ~σε το δημοτικό σχολείο ... (πβ. εγκαινιάζω). ~θηκε το νέο κτίριο ... Πβ. ιδρύω. Βλ. ανα~. 2. (μτφ.) βασίζω σε επιχειρήματα, τεκμηριώνω· στηρίζω: ~σε τις απόψεις/τη γνώμη του. ~μένη: θέση (ΑΝΤ. αθεμελίωτος).|| Η δημοκρατία ~εται στην ελευθερία (= εδράζεται, εδραιώνεται).|| (ΝΟΜ.) ~ει αξίωση αποζημιώσεως. ~ει δικαίωμα κανονικής άδειας/συνταξιοδότησης. ~μένη: απαίτηση. Πβ. κατοχυρώνω, στοιχειοθετεί. 3. (μτφ.) θέτω τις βάσεις θεωρίας, επιστήμης, ιδεολογικού συστήματος. Πβ. δημιουργώ, (εγκαθ)ιδρύω. Βλ. ανα~. [< 1: μεσν. θεμελιώνω 2,3: μτγν. ~] | |
| 20425 | θεμελίωση | θε-με-λί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. τοποθέτηση θεμελίων ή θεμελίου λίθου σε οικοδόμημα, έναρξη οικοδομικών εργασιών· τα ίδια τα θεμέλια: τελετή ~ης σχολικής μονάδας. Πβ. ίδρυση. ΑΝΤ. εκ~, ξεθεμελίωμα. Βλ. εγκαίνια.|| Κτίριο με βαθιά/επιφανειακή ~. Βλ. κοιτόστρωση, πεδιλοδοκός. 2. (μτφ.) στήριξη άποψης, επιχειρημάτων σε λογικές βάσεις με παρουσίαση τεκμηρίων: αξιωματική/θεσμική/θεωρητική/μαθηματική ~. ~ των διεκδικήσεων/προτάσεων. Πβ. στοιχειοθέτηση, τεκμηρίωση, υποστήριξη.|| (ΝΟΜ.) ~ συνταξιοδοτικού δικαιώματος (: συμπλήρωση συγκεκριμένων ετών εργασιακού βίου, πβ. κατοχύρωση). 3. (μτφ.) ίδρυση, σύσταση: ~ της δημοκρατίας/της ειρήνης (πβ. εδραίωση)/της επιστήμης των υπολογιστών. Πβ. δημιουργία. Βλ. ανα~. [< 1: μτγν. θεμελίωσις] | |
| 20426 | θεμελιωτής | θε-με-λι-ω-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. θεμελιώτρια} 1. (μτφ.) αυτός που θέτει τις βάσεις επιστήμης, θεωρίας, θρησκείας, συστήματος: ο ~ της ιατρικής/των μαθηματικών/του χριστιανισμού. Πβ. δημιουργός, ιδρυτής, πατριάρχης. Βλ. πρωτεργάτης. 2. (σπάν.-λόγ.) πρόσωπο που έχει θεμελιώσει οικοδόμημα: ο ~ του ναού. [< 2: μτγν. θεμελιωτής] | |
| 20427 | θεμελιωτικός | , ή, ό θε-με-λι-ω-τι-κός επίθ.: που θεμελιώνει κάτι: (ΝΟΜ.) ~ή: θητεία/υπηρεσία (: που προσμετράται στα συντάξιμα έτη). ~ό: δικαίωμα (για λήψη μερίσματος/συνταξιοδότησης).|| (μτφ.) ~ή: αρχή/βάση/δύναμη (πβ. θεμελιώδης). Βλ. εκ~. ● επίρρ.: θεμελιωτικά [< μτγν. θεμελιωτικός] | |
| 20428 | Θέμιδα | Θέ-μι-δα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) Θέμις {Θέμιδ-ος} 1. (μτφ.) δικαιοσύνη: ο ζυγός/το σπαθί της ~ος (: τα σύμβολά της). 2. ΜΥΘ. αρχαία ελληνική θεά της δικαιοσύνης η οποία ήταν υπεύθυνη για την τήρηση της ηθικής τάξης σε θεούς και ανθρώπους. ● ΣΥΜΠΛ.: Θέμιδος μέλαθρον: το κτίριο του Αρείου Πάγου., οι λειτουργοί/υπηρέτες της Θέμιδος/Θέμιδας: όσοι ασκούν νομικό επάγγελμα, δικηγόροι και κυρ. δικαστές. Πβ. δικαστική εξουσία., ο ναός της Δικαιοσύνης/της Θέμιδος βλ. δικαιοσύνη ● ΦΡ.: η δικαιοσύνη είναι τυφλή βλ. τυφλός [< αρχ. Θέμις, αγγλ. Themis] | |
| 20429 | θεμιτός | , ή, ό θε-μι-τός επίθ.: σύμφωνος με το δίκαιο, επιτρεπτός, νόμιμος: ~ός: ανταγωνισμός/σκοπός. ~ή: επιδίωξη/πολιτική/πρακτική/φιλοδοξία/χρήση (υπηρεσιών). ~ό: αποτέλεσμα/δικαίωμα/μέσο (πβ. έννομος)/όριο. Είναι απολύτως/συνταγματικά ~ό να ... Πβ. δίκαιος, σύννομος.|| (ως ουσ.) Το ~ό των αιτημάτων τους. ΑΝΤ. αθέμιτος, παράνομος ● επίρρ.: θεμιτά [< αρχ. θεμιτός] | |
| 6970 | Θεό | & αρχέ- & αρχε-: πρόθημα που δηλώνει 1. τον επικεφαλής: αρχι-δικαστής. Aρχι-μάστορας (πβ. πρωτο-). Αρχι-σύμβουλος. Αρχ-ιερέας.|| (ως τίτλος του πρώτου στην ιεραρχία:) ~πλοίαρχος.|| (την αντίστοιχη ιδιότητα:) Αρχι-συνταξία. Αρχ-ιεροσύνη.|| (τον τόπο:) Αρχι-επισκοπή. 2. (προφ.-επιτατ.-μειωτ.) τον ύψιστο βαθμό αρνητικής ιδιότητας: αρχι-κλέφτης/~λαμόγιο/~μαφιόζος/~τεμπέλης/~τσιγκούνης. 3. τον αρχικό: αρχι-μηνιά/~χρονιά. Αρχί-γραμμα. 4. τον πανάρχαιο ή πρωταρχικό: αρχέ-γονος.|| Τα αρχέ-τυπα. | |
| 20431 | θεο- & θεό- | & θε-: πρόθημα λέξεων 1. με αναφορά στο θεό ή τα θεία: Θεο-κρατία/~δικία.|| (κατ' επέκτ.) Θεό-πνευστος/~σταλτος.|| (μτφ.) Θεο-ποιώ. Θε-άρεστος.|| (αρνητ.) Θεο-μπαίχτης. 2. (επιτατ.) εντελώς ή πάρα πολύ: θεο-πάλαβος/~νήστικος. Θεό-γυμνος (πβ. ολό-)/~κλειστος/~κουφος/~χοντρος.|| Θεο-σκότεινος. Θεό-ξερος Πβ. κατά-. || Θεο-γκόμενα. Βλ. παν-. | |
| 20432 | Θεογεννήτρια & Θεογεννήτωρ | Θε-ο-γεν-νή-τρι-α επίθ./ουσ.: ΕΚΚΛΗΣ. προσωνυμία της Θεοτόκου. Πβ. Θεομήτωρ. [< μεσν. θεογεννήτρια] | |
| 20433 | θεόγυμνος | , η, ο θε-ό-γυ-μνος επίθ. (επιτατ.): εντελώς γυμνός: Κολυμπούσαν ~οι (= ολόγυμνοι, τσίτσιδοι). Βλ. ημίγυμνος.|| (μτφ.) ~οι: τοίχοι. Βλ. θεο-. | |
| 20434 | θεοδίδακτος | , η, ο θε-ο-δί-δα-κτος επίθ.: (σε εκκλησ. κείμενα) που τον έχει διδάξει ο Θεός: ~ος: Απόστολος. ~ο: κήρυγμα. Πβ. θεόπνευστος, θεοφώτιστος. [< μτγν. θεοδίδακτος] | |
| 20435 | θεοδικία | θε-ο-δι-κί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΘΕΟΛ. εκδήλωση της εύνοιας ή οργής του Θεού για τις πράξεις των ανθρώπων μέσω θεόσταλτων σημείων. Βλ. δεισιδαιμονία, πρόληψη. 2. ΦΙΛΟΣ. θεωρία που προσπαθεί να συμβιβάσει την έννοια του καλού και παντοδύναμου Θεού με την παρουσία του κακού και της δυστυχίας στον κόσμο. [< γερμ. Theodizee, γαλλ. théodicée] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ