Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [21280-21300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
20428ΘέμιδαΘέ-μι-δα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) Θέμις {Θέμιδ-ος} 1. (μτφ.) δικαιοσύνη: ο ζυγός/το σπαθί της ~ος (: τα σύμβολά της). 2. ΜΥΘ. αρχαία ελληνική θεά της δικαιοσύνης η οποία ήταν υπεύθυνη για την τήρηση της ηθικής τάξης σε θεούς και ανθρώπους. ● ΣΥΜΠΛ.: Θέμιδος μέλαθρον: το κτίριο του Αρείου Πάγου., οι λειτουργοί/υπηρέτες της Θέμιδος/Θέμιδας: όσοι ασκούν νομικό επάγγελμα, δικηγόροι και κυρ. δικαστές. Πβ. δικαστική εξουσία., ο ναός της Δικαιοσύνης/της Θέμιδος βλ. δικαιοσύνη ● ΦΡ.: η δικαιοσύνη είναι τυφλή βλ. τυφλός [< αρχ. Θέμις, αγγλ. Themis]
20429θεμιτός, ή, ό θε-μι-τός επίθ.: σύμφωνος με το δίκαιο, επιτρεπτός, νόμιμος: ~ός: ανταγωνισμός/σκοπός. ~ή: επιδίωξη/πολιτική/πρακτική/φιλοδοξία/χρήση (υπηρεσιών). ~ό: αποτέλεσμα/δικαίωμα/μέσο (πβ. έννομος)/όριο. Είναι απολύτως/συνταγματικά ~ό να ... Πβ. δίκαιος, σύννομος.|| (ως ουσ.) Το ~ό των αιτημάτων τους. ΑΝΤ. αθέμιτος, παράνομος ● επίρρ.: θεμιτά [< αρχ. θεμιτός]
6970Θεό

& αρχέ- & αρχε-: πρόθημα που δηλώνει 1. τον επικεφαλής: αρχι-δικαστής. Aρχι-μάστορας (πβ. πρωτο-). Αρχι-σύμβουλος. Αρχ-ιερέας.|| (ως τίτλος του πρώτου στην ιεραρχία:) ~πλοίαρχος.|| (την αντίστοιχη ιδιότητα:) Αρχι-συνταξία. Αρχ-ιεροσύνη.|| (τον τόπο:) Αρχι-επισκοπή. 2. (προφ.-επιτατ.-μειωτ.) τον ύψιστο βαθμό αρνητικής ιδιότητας: αρχι-κλέφτης/~λαμόγιο/~μαφιόζος/~τεμπέλης/~τσιγκούνης. 3. τον αρχικό: αρχι-μηνιά/~χρονιά. Αρχί-γραμμα. 4. τον πανάρχαιο ή πρωταρχικό: αρχέ-γονος.|| Τα αρχέ-τυπα.

20431θεο- & θεό-& θε-: πρόθημα λέξεων 1. με αναφορά στο θεό ή τα θεία: Θεο-κρατία/~δικία.|| (κατ' επέκτ.) Θεό-πνευστος/~σταλτος.|| (μτφ.) Θεο-ποιώ. Θε-άρεστος.|| (αρνητ.) Θεο-μπαίχτης. 2. (επιτατ.) εντελώς ή πάρα πολύ: θεο-πάλαβος/~νήστικος. Θεό-γυμνος (πβ. ολό-)/~κλειστος/~κουφος/~χοντρος.|| Θεο-σκότεινος. Θεό-ξερος Πβ. κατά-. || Θεο-γκόμενα. Βλ. παν-.
20432Θεογεννήτρια & ΘεογεννήτωρΘε-ο-γεν-νή-τρι-α επίθ./ουσ.: ΕΚΚΛΗΣ. προσωνυμία της Θεοτόκου. Πβ. Θεομήτωρ. [< μεσν. θεογεννήτρια]
20433θεόγυμνος, η, ο θε-ό-γυ-μνος επίθ. (επιτατ.): εντελώς γυμνός: Κολυμπούσαν ~οι (= ολόγυμνοι, τσίτσιδοι). Βλ. ημίγυμνος.|| (μτφ.) ~οι: τοίχοι. Βλ. θεο-.
20434θεοδίδακτος, η, ο θε-ο-δί-δα-κτος επίθ.: (σε εκκλησ. κείμενα) που τον έχει διδάξει ο Θεός: ~ος: Απόστολος. ~ο: κήρυγμα. Πβ. θεόπνευστος, θεοφώτιστος. [< μτγν. θεοδίδακτος]
20435θεοδικίαθε-ο-δι-κί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΘΕΟΛ. εκδήλωση της εύνοιας ή οργής του Θεού για τις πράξεις των ανθρώπων μέσω θεόσταλτων σημείων. Βλ. δεισιδαιμονία, πρόληψη. 2. ΦΙΛΟΣ. θεωρία που προσπαθεί να συμβιβάσει την έννοια του καλού και παντοδύναμου Θεού με την παρουσία του κακού και της δυστυχίας στον κόσμο. [< γερμ. Theodizee, γαλλ. théodicée]
20436θεοδόλιχοςθε-ο-δό-λι-χος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίχου} ΤΟΠΟΓΡ.-ΑΣΤΡΟΝ.: οπτικό όργανο για τη μέτρηση γωνιών του αζιμουθίου και των ζενιθιακών αποστάσεων: ηλεκτρονικός/ψηφιακός ~. ~ με τρίποδα. Πβ. ταχύμετρο. Βλ. σταδία, χωροβάτης. [< γαλλ. théodolite]
20437θεοειδής, ής, ές θε-ο-ει-δής επίθ. (κυρ. σε εκκλησ. κείμενα): που μοιάζει με τον Θεό και κατ' επέκτ. υπερβαίνει το συνηθισμένο: ~ής: ύπαρξη/ψυχή. Βλ. -ειδής, θεόμορφος, ισόθεος. [< αρχ. θεοειδής]
20438θεόθενθε-ό-θεν επίρρ. (λόγ., κυρ. σε εκκλησ. κείμενα): από τον Θεό: ~ αλήθεια/χάρις. [< αρχ. θεόθεν]
20439θεόκλειστος, η, ο θε-ό-κλει-στος επίθ. (επιτατ.): ερμητικά κλειστός: ~ο: σπίτι. ~α: παράθυρα. Πβ. κατά-, ολό-κλειστος. ΑΝΤ. ορθάνοιχτος.|| (σπάν.-μτφ.) ~α: μυαλά/στόματα.
20440θεόκουφος, η, ο θε-ό-κου-φος επίθ. (επιτατ.) 1. (μειωτ.) που δεν ακούει καθόλου, εντελώς κουφός. Βλ. θεο-. 2. (μτφ.-νεαν. αργκό) για κάτι που είναι υπερβολικά παράλογο, ασυνήθιστο: ~η: ερώτηση/πρόταση.|| (ως ουσ.) ~ο μου ακούγεται (= εντελώς παλαβό).
20441θεοκράτηςθε-ο-κρά-της ουσ. (αρσ.): οπαδός της θεοκρατίας ή πρόσωπο που ασκεί εξουσία σε θεοκρατικό καθεστώς. Βλ. -κράτης. [< γαλλ. théocrate, γερμ. Theokrat, αγγλ. theocrat]
20442θεοκρατίαθε-ο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) & θεοκρατισμός (ο): ΠΟΛΙΤ. -ΘΡΗΣΚ. πολιτικό και θρησκευτικό σύστημα, κατά το οποίο η διακυβέρνηση του κράτους καθορίζεται από τον θείο νόμο και η εξουσία ασκείται συχνά από τον ανώτερο κλήρο: καθεστώς ~ας.|| (ΙΣΤ.) Βυζαντινή ~. Βλ. -κρατία. [< μτγν. θεοκρατία, γαλλ. théocratie, γερμ. Theokratie, αγγλ. theocracy]
20443θεοκρατικός, ή, ό θε-ο-κρα-τι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. -ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τη θεοκρατία: ~ός: θεσμός/μεσαίωνας/ολοκληρωτισμός. ~ή: αντίληψη/εξουσία/κοινωνία/κυβέρνηση. ~ό: καθεστώς/κράτος (ΑΝΤ. κοσμικό, λαϊκό)/σύστημα. [< γαλλ. théocratique, γερμ. theokratisch, αγγλ. theocratic]
20444θεολογίαθε-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Θ) ΘΕΟΛ. 1. επιστήμη που μελετά τη φύση του Θεού και τις ιδιότητες που Του αποδίδονται, τη σχέση Του με τον άνθρωπο και το Σύμπαν, θέματα θρησκευτικής πίστης, πρακτικής και εμπειρίας, ιδ. της χριστιανικής, καθώς και την ιστορία και το περιεχόμενο των θρησκειών· συνεκδ. η αντίστοιχη πανεπιστημιακή σχολή ή οι σχετικές σπουδές: βιβλική/δογματική/ερμηνευτική/ηθική/ιστορική/κοινωνική/λειτουργική/ορθόδοξη/πατερική (βλ. πατρολογία)/πρακτική/συμβολική ~. ~ της Παλαιάς/Καινής Διαθήκης. Φυσική ~ (: στηρίζεται στην ανθρώπινη λογική)/εκκλησιαστική ~ (: βασίζεται στη θεία αποκάλυψη). Βλ. αγιο-, εκκλησιο-, θρησκειο-λογία, ποιμαντική.|| Σπούδασε συγκριτική ~. Βλ. -λογία. 2. το σύνολο των θεωριών ή αντιλήψεων κυρ. προσώπου ή σχολής για τον Θεό: ορφική/σχολαστική/φεμινιστική ~. Η ~ του Ομήρου/του Πλάτωνα/των Προσωκρατικών φιλοσόφων. ● ΣΥΜΠΛ.: καταφατική θεολογία βλ. καταφατικός, νηπτική θεολογία βλ. νηπτικός [< αρχ. θεολογία ‘επιστήμη των θείων πραγμάτων’, γαλλ. théologie, γερμ. Theologie, αγγλ. theology]
20445θεολογικός, ή, ό θε-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΘΕΟΛ. που σχετίζεται με τη θεολογία: ~ός: διάλογος/στοχασμός. ~ή: σκέψη/συζήτηση. ~ό: έργο/ερώτημα/κείμενο/περιεχόμενο/συνέδριο. ~ές: αναζητήσεις/απόψεις/διαφορές/μελέτες/σπουδές. ~ά: ζητήματα. Βλ. εκκλησιαστικός, θρησκευτικός. ● Ουσ.: Θεολογική (η) & (προφ.) Θεολογικό (το): ενν. σχολή ή τμήμα. ● επίρρ.: θεολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. θεολογικός, γαλλ. théologique, γερμ. theologisch, αγγλ. theologic(al)]
20446θεολόγοςθε-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με αντικείμενο μελέτης τη θεολογία· ειδικότ. καθηγητής θεολογίας: καθολικός/ορθόδοξος/προτεστάντης/χριστιανός ~.|| Ήρθε καινούργιος ~ στο σχολείο. Βλ. -λόγος. [< αρχ. θεολόγος ‘αυτός που συζητά για τους θεούς ή τη θεότητα’, γαλλ. théologien, γερμ. Theologe, αγγλ. theologian]
20447θεολογώ[θεολογῶ] θε-ο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {θεολογ-εί, -ώντας | θεολόγ-ησε, -ήσει} (σπάν.-λόγ.): διδάσκω τον λόγο του Θεού ή μιλώ για θεολογικά ζητήματα: ~ούν ερμηνεύοντας την Αγία Γραφή. Βλ. -λογώ. [< αρχ. θεολογῶ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.