| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20436 | θεοδόλιχος | θε-ο-δό-λι-χος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίχου} ΤΟΠΟΓΡ.-ΑΣΤΡΟΝ.: οπτικό όργανο για τη μέτρηση γωνιών του αζιμουθίου και των ζενιθιακών αποστάσεων: ηλεκτρονικός/ψηφιακός ~. ~ με τρίποδα. Πβ. ταχύμετρο. Βλ. σταδία, χωροβάτης. [< γαλλ. théodolite] | |
| 20437 | θεοειδής | , ής, ές θε-ο-ει-δής επίθ. (κυρ. σε εκκλησ. κείμενα): που μοιάζει με τον Θεό και κατ' επέκτ. υπερβαίνει το συνηθισμένο: ~ής: ύπαρξη/ψυχή. Βλ. -ειδής, θεόμορφος, ισόθεος. [< αρχ. θεοειδής] | |
| 20438 | θεόθεν | θε-ό-θεν επίρρ. (λόγ., κυρ. σε εκκλησ. κείμενα): από τον Θεό: ~ αλήθεια/χάρις. [< αρχ. θεόθεν] | |
| 20439 | θεόκλειστος | , η, ο θε-ό-κλει-στος επίθ. (επιτατ.): ερμητικά κλειστός: ~ο: σπίτι. ~α: παράθυρα. Πβ. κατά-, ολό-κλειστος. ΑΝΤ. ορθάνοιχτος.|| (σπάν.-μτφ.) ~α: μυαλά/στόματα. | |
| 20440 | θεόκουφος | , η, ο θε-ό-κου-φος επίθ. (επιτατ.) 1. (μειωτ.) που δεν ακούει καθόλου, εντελώς κουφός. Βλ. θεο-. 2. (μτφ.-νεαν. αργκό) για κάτι που είναι υπερβολικά παράλογο, ασυνήθιστο: ~η: ερώτηση/πρόταση.|| (ως ουσ.) ~ο μου ακούγεται (= εντελώς παλαβό). | |
| 20441 | θεοκράτης | θε-ο-κρά-της ουσ. (αρσ.): οπαδός της θεοκρατίας ή πρόσωπο που ασκεί εξουσία σε θεοκρατικό καθεστώς. Βλ. -κράτης. [< γαλλ. théocrate, γερμ. Theokrat, αγγλ. theocrat] | |
| 20442 | θεοκρατία | θε-ο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) & θεοκρατισμός (ο): ΠΟΛΙΤ. -ΘΡΗΣΚ. πολιτικό και θρησκευτικό σύστημα, κατά το οποίο η διακυβέρνηση του κράτους καθορίζεται από τον θείο νόμο και η εξουσία ασκείται συχνά από τον ανώτερο κλήρο: καθεστώς ~ας.|| (ΙΣΤ.) Βυζαντινή ~. Βλ. -κρατία. [< μτγν. θεοκρατία, γαλλ. théocratie, γερμ. Theokratie, αγγλ. theocracy] | |
| 20443 | θεοκρατικός | , ή, ό θε-ο-κρα-τι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. -ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τη θεοκρατία: ~ός: θεσμός/μεσαίωνας/ολοκληρωτισμός. ~ή: αντίληψη/εξουσία/κοινωνία/κυβέρνηση. ~ό: καθεστώς/κράτος (ΑΝΤ. κοσμικό, λαϊκό)/σύστημα. [< γαλλ. théocratique, γερμ. theokratisch, αγγλ. theocratic] | |
| 20444 | θεολογία | θε-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Θ) ΘΕΟΛ. 1. επιστήμη που μελετά τη φύση του Θεού και τις ιδιότητες που Του αποδίδονται, τη σχέση Του με τον άνθρωπο και το Σύμπαν, θέματα θρησκευτικής πίστης, πρακτικής και εμπειρίας, ιδ. της χριστιανικής, καθώς και την ιστορία και το περιεχόμενο των θρησκειών· συνεκδ. η αντίστοιχη πανεπιστημιακή σχολή ή οι σχετικές σπουδές: βιβλική/δογματική/ερμηνευτική/ηθική/ιστορική/κοινωνική/λειτουργική/ορθόδοξη/πατερική (βλ. πατρολογία)/πρακτική/συμβολική ~. ~ της Παλαιάς/Καινής Διαθήκης. Φυσική ~ (: στηρίζεται στην ανθρώπινη λογική)/εκκλησιαστική ~ (: βασίζεται στη θεία αποκάλυψη). Βλ. αγιο-, εκκλησιο-, θρησκειο-λογία, ποιμαντική.|| Σπούδασε συγκριτική ~. Βλ. -λογία. 2. το σύνολο των θεωριών ή αντιλήψεων κυρ. προσώπου ή σχολής για τον Θεό: ορφική/σχολαστική/φεμινιστική ~. Η ~ του Ομήρου/του Πλάτωνα/των Προσωκρατικών φιλοσόφων. ● ΣΥΜΠΛ.: καταφατική θεολογία βλ. καταφατικός, νηπτική θεολογία βλ. νηπτικός [< αρχ. θεολογία ‘επιστήμη των θείων πραγμάτων’, γαλλ. théologie, γερμ. Theologie, αγγλ. theology] | |
| 20445 | θεολογικός | , ή, ό θε-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΘΕΟΛ. που σχετίζεται με τη θεολογία: ~ός: διάλογος/στοχασμός. ~ή: σκέψη/συζήτηση. ~ό: έργο/ερώτημα/κείμενο/περιεχόμενο/συνέδριο. ~ές: αναζητήσεις/απόψεις/διαφορές/μελέτες/σπουδές. ~ά: ζητήματα. Βλ. εκκλησιαστικός, θρησκευτικός. ● Ουσ.: Θεολογική (η) & (προφ.) Θεολογικό (το): ενν. σχολή ή τμήμα. ● επίρρ.: θεολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. θεολογικός, γαλλ. théologique, γερμ. theologisch, αγγλ. theologic(al)] | |
| 20446 | θεολόγος | θε-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με αντικείμενο μελέτης τη θεολογία· ειδικότ. καθηγητής θεολογίας: καθολικός/ορθόδοξος/προτεστάντης/χριστιανός ~.|| Ήρθε καινούργιος ~ στο σχολείο. Βλ. -λόγος. [< αρχ. θεολόγος ‘αυτός που συζητά για τους θεούς ή τη θεότητα’, γαλλ. théologien, γερμ. Theologe, αγγλ. theologian] | |
| 20447 | θεολογώ | [θεολογῶ] θε-ο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {θεολογ-εί, -ώντας | θεολόγ-ησε, -ήσει} (σπάν.-λόγ.): διδάσκω τον λόγο του Θεού ή μιλώ για θεολογικά ζητήματα: ~ούν ερμηνεύοντας την Αγία Γραφή. Βλ. -λογώ. [< αρχ. θεολογῶ] | |
| 20448 | θεομαχία | θε-ο-μα-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΜΥΘ. αναμέτρηση, μάχη μεταξύ θεών. Βλ. τιτανομαχία. 2. (λόγ.) πολεμική που ασκείται στην πίστη περί ύπαρξης του Θεού. Βλ. αθεΐα, -μαχία. [< 1: αρχ. θεομαχία] | |
| 20449 | θεομάχος | θε-ο-μά-χος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αυτός που αντιτίθεται στην πίστη περί ύπαρξης του Θεού. Βλ. άθεος, -μάχος. [< μτγν. θεομάχος] | |
| 20450 | θεομηνία | θε-ο-μη-νί-α ουσ. (θηλ.): ακραία καιρικά ή φυσικά φαινόμενα που εκδηλώνονται με μεγάλη ένταση και προκαλούν καταστροφές, τραυματισμούς ή/και απώλειες ζωών: φονική ~. Πρωτοφανής ~ έπληξε/χτύπησε τη χώρα. Ανθρωπιστική βοήθεια προς τους πληγέντες από τη ~. Ζημιές λόγω ~ας. Πβ. κοσμοχαλασιά, οργή θεού, φυσική καταστροφή. Βλ. κακοκαιρία, κατακλυσμός, πλημμύρα, σεισμός, τυφώνας. [< μτγν. θεομηνία 'οργή Θεού'] | |
| 20451 | θεομηνιόπληκτος | , η, ο θε-ο-μη-νι-ό-πλη-κτος επίθ./ουσ. (επίσ.): (για πρόσωπο ή τόπο) που έχει πληγεί από θεομηνία: ~οι: αγρότες. Ο νομός κηρύχθηκε/χαρακτηρίστηκε ~. Βλ. -πληκτος. | |
| 20452 | θεομητορικός | , ή, ό θε-ο-μη-το-ρι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που αναφέρεται στην Παναγία: ~ός: ύμνος. ~ή: εικόνα. ● ΣΥΜΠΛ.: θεομητορική εορτή βλ. εορτή [< μτγν. θεομητορικός] | |
| 20453 | Θεομήτωρ | Θε-ο-μή-τωρ ουσ. (θηλ.) {Θεομήτορ-ος}: ΕΚΚΛΗΣ. προσωνυμία της Θεοτόκου. Πβ. Θεογεννήτρια. [< μτγν. θεομήτωρ] | |
| 20454 | θεομίσητος | , η, ο θε-ο-μί-ση-τος επίθ. (λόγ.): μισητός από τον Θεό, απεχθής. ΑΝΤ. θεάρεστος, θεοφιλής [< αρχ. θεομίσητος] | |
| 20455 | θεόμορφος | , η, ο θε-ό-μορ-φος επίθ. (λόγ.-λογοτ.): που μοιάζει με θεό, εξαιρετικά όμορφος. Πβ. αγγελόμορφος. Βλ. θεοειδής, -μορφος. [< μτγν. θεόμορφος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ