| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20456 | θεόμουρλος | , η, ο θε-ό-μουρ-λος επίθ. (προφ.-επιτατ.): θεότρελος, θεοπάλαβος: Καλά, είσαι ~ (: για δέσιμο)! Βλ. θεο-. | |
| 20457 | θεομπαίχτης | θε-ο-μπαί-χτης ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. θεομπαίχτρα} (λαϊκό-μειωτ.): αυτός που κοροϊδεύει τα θεία και κατ' επέκτ. εξαπατά τους ανθρώπους, χωρίς να σέβεται γραπτούς και άγραφους νόμους. Πβ. αθεόφοβος, απατεώνας, ασεβής. | |
| 20458 | θεονήστικος | , η/ια, ο θε-ο-νή-στι-κος επίθ. (προφ.-επιτατ.): τελείως νηστικός. Βλ. θεο-. | |
| 20459 | θεοπάλαβος | θε-ο-πά-λα-βος επίθ. (προφ.-επιτατ.): θεότρελος. Βλ. θεο-. ΣΥΝ. θεόμουρλος | |
| 20460 | θεόπεμπτος | , η, ο θε-ό-πε-μπτος επίθ. (λόγ.): θεόσταλτος: ~η: ευκαιρία/τιμωρία/τύχη. ~ο: δώρο (: ουρανοκατέβατο). Πβ. ουρανό-πεμπτος, -σταλτος. [< αρχ. θεόπεμπτος] | |
| 20461 | θεοπνευστία | θε-ο-πνευ-στί-α ουσ. (θηλ.): ΘΕΟΛ. ιδιότητα ιερού κειμένου που θεωρείται προϊόν θείας έμπνευσης: ~ της Αγίας Γραφής/Βίβλου. [< μτγν. θεοπνευστία] | |
| 20462 | θεόπνευστος | , η, ο θε-ό-πνευ-στος επίθ.: ΘΕΟΛ. που αποδίδεται σε θεία έμπνευση ή εμπνέεται από τον Θεό: ~ος: λόγος. ~η: διδασκαλία. ~ο: έργο/κείμενο/σύγγραμμα. ~α: Ευαγγέλια.|| ~οι: Απόστολοι. Πβ. ένθεος, θεοφώτιστος. [< μτγν. θεόπνευστος] | |
| 20463 | θεοποίηση | θε-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-συχνά αρνητ. συνυποδ.) εξύψωση έννοιας, ιδέας, προσώπου σε αντικείμενο λατρείας: ~ της επιστήμης/του κέρδους/του πλούτου/της τεχνολογίας/του χρήματος.|| ~ των καλλιτεχνών. Πβ. ειδωλοποίηση, εξιδανίκευση, μυθοποίηση. Βλ. αποθέωση. 2. (κυρ. παλαιότ.) απόδοση θεϊκών ή υπερφυσικών χαρακτηριστικών σε κάποιον ή κάτι: ~ αυτοκρατόρων/βασιλέων/των ηρώων/(στοιχείων) της φύσης. Βλ. -ποίηση. [< 2: μτγν. θεοποίησις, γαλλ. déification] | |
| 20464 | θεοποιώ | [θεοποιῶ] θε-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {θεοποι-είς ..., -ώντας | θεοποί-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) καθιστώ κάτι αντικείμενο λατρείας: ~ τα υλικά αγαθά/τον ανταγωνισμό/τη βία/την επιτυχία/το χρήμα. Πβ. εξιδανικεύω, ειδωλο-, μυθο-ποιώ. Βλ. αποθεώνω.|| (παλαιότ.) ~ησαν τα ουράνια σώματα/τη φύση (: απέδωσαν θεϊκές ιδιότητες). [< μτγν. θεοποιῶ ΄κάνω θεό’, γαλλ. déifier] | |
| 20465 | θεοπρεπής | , ής, ές θε-ο-πρε-πής επίθ. (λόγ., κυρ. σε εκκλησ. κείμενα): που αρμόζει στον Θεό· κατ' επέκτ. θαυμάσιος, εξαίρετος: ~ής: ύμνος. ~ής: διδασκαλία. ~ές: έργο (πβ. θεάρεστος). Βλ. -πρεπής. ● επίρρ.: θεοπρεπώς [-ῶς] [< αρχ. θεοπρεπής] | |
| 20466 | θεόρατος | , η, ο θε-ό-ρα-τος επίθ.: που έχει πολύ μεγάλες διαστάσεις: ~ος: βράχος. ~η: πόρτα. ~ο: άγαλμα/βουνό/τείχος. ~ες: βελανιδιές/φλόγες. ~α: κύματα. Πβ. γιγάντιος, πελώριος, τεράστιος.|| ~ος: άνδρας. ~η: γυναίκα. Πβ. γιγαντόσωμος, πανύψηλος. | |
| 20467 | θεός | θε-ός ουσ. (αρσ.) 1. {χωρ. πληθ.} (με κεφαλ. Θ) (στις μονοθεϊστικές θρησκείες και συνήθ. στη χριστιανική) η υπέρτατη οντότητα που λατρεύεται ως δημιουργός του κόσμου: ο αληθινός/ένας και μοναδικός/πάνσοφος/παντοδύναμος/φιλεύσπλαχνος ~. Ο τριαδικός/τρισάγιος ~ (= η Αγία Τριάδα). Η βασιλεία/ο δούλος/το έλεος/η πρόνοια/το τέκνο/η ύπαρξη του ~ού. Οι τρεις υποστάσεις του ~ού (: Πατέρας, Yιός και Άγιο Πνεύμα). Παράκληση/πίστη/προσευχή στον ~ό. Λατρεύω τον/πιστεύω στον ~ό. Ζητώ από τον ~ό να ... Υπάρχει ~; Χαρίσματα που έδωσε ο ~ στον άνθρωπο. Να ευχαριστείς τον ~ό για όσα έχεις. Πβ. Κτίστης, Κύριος, Πανάγαθος, Παντοκράτορας, Πλάστης. Βλ. Παναγία, Χριστός.|| (ευχετ.) Ο ~ να σε ευλογεί/φωτίζει! Ο ~ να μας λυπηθεί! Με τη βοήθεια του ~ού ... (λόγ.) Είθε ο ~ να μας βοηθήσει! Πβ. Μεγαλοδύναμος.|| (προφ.) Δεν είμαι ~ να ξέρω τι θα συμβεί! Ζει ξεχασμένος από τον ~ό (: τον έχουν εγκαταλείψει όλοι). (για δήλωση απορίας:) Τι στον ~ό (= τι στο καλό) συμβαίνει;|| (στη γεν.) Βροχούλα/νεράκι/πλάσμα του ~ού (για κάτι αγνό, αθώο). Άνθρωπος του ~ού (για κληρικό ή ευσεβή άνθρωπο).|| Ο ~ των Εβραίων (: Ιεχωβά)/των μουσουλμάνων (: Αλλάχ).|| (για φυσικά φαινόμενα:) Αστράφτει/βρέχει ο ~. Βλ. θεούλης. 2. (στις πολυθεϊστικές θρησκείες) κάθε οντότητα με υπερφυσικές δυνάμεις, θεότητα: ποτάμιος ~. Αθάνατοι/ουράνιοι/τοπικοί/χθόνιοι ~οί.|| (ΜΥΘ.) ~ του κάτω κόσμου (: ο Πλούτωνας)/της μουσικής (: ο Απόλλωνας)/του πολέμου (: ο Άρης). Ο ~ Διόνυσος/Ήφαιστος/Ποσειδώνας. Οι δώδεκα ~οί του Ολύμπου/οι ολύμπιοι ~οί (πβ. πάνθεον). ~οί και ημίθεοι (βλ. ισόθεος)/ήρωες. ~οί και θνητοί. Δίας, ο πατέρας των ~ών και των ανθρώπων.|| Ο ~ του χρήματος (: ο μαμωνάς). 3. (μτφ.) όποιος ή ό,τι αποτελεί αντικείμενο λατρείας, θαυμασμού: ~ της υποκριτικής. Οι σύγχρονοι ~οί του ελληνικού αθλητισμού. (προφ.-επιτατ.) Eίσαι ~ (: άπαικτος, καταπληκτικός, φοβερός)! Τον έχουν σαν ~ό (βλ. αποθεώνω).|| Είναι ~ (= κούκλος, παίδαρος)! Τον έχουν κάνει ~ό (βλ. είδωλο, ίνδαλμα).|| Ο μοναδικός ~ του είναι το χρήμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ο καλός Θεός/θεούλης (οικ.) 1. για δήλωση της καλοσύνης και της μεγαλοσύνης του Θεού: ~ ~ δεν αφήνει κανέναν αβοήθητο. Με λυπήθηκε ~ ~. 2. επίκληση στη θεία δύναμη για την επίτευξη κάποιου σκοπού: Μακάρι ~ ~ να σε βοηθήσει να πάρεις τη σωστή απόφαση., ο Λόγος (του Θεού) 1. ΕΚΚΛΗΣ. η Βίβλος ή γενικότ. η χριστιανική διδασκαλία, διδαχή: Δίδαξε τον ~ο ~. Ζει σύμφωνα με τον ~ο. Πβ. Ευαγγέλιο. 2. ΘΕΟΛ. & ο Υιός και Λόγος του Θεού/ο ενσαρκωμένος Λόγος του Θεού: το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας, ο Ιησούς Χριστός: η ενανθρώπηση του ~ου ~., (η) ευλογία (του) Θεού βλ. ευλογία, Άγνωστος Θεός βλ. άγνωστος, αρνάκι του Θεού βλ. αρνί, δώρο Θεού βλ. δώρο, η χάρις/χάρη του Θεού/του Αγίου Πνεύματος βλ. χάρις, ο Αμνός (του Θεού) βλ. αμνός, ο οίκος (του) Θεού βλ. οίκος, ο φτερωτός θεός βλ. φτερωτός ● ΦΡ.: (και/κι) ο Θεός βοηθός (ευχετ.): σε περιπτώσεις που κάποιος πρόκειται να αποτολμήσει κάτι: Άντε και/προχώρα και ~ ~! Πβ. ο Θεός να βάλει το χέρι του., από Θεού άρξασθε/άρξασθαι (λόγ.): πριν κάνουμε οτιδήποτε, ας προσευχηθούμε πρώτα στον Θεό να μας βοηθήσει., δεν έχει το Θεό του (οικ.): για πρόσωπο που δεν έχει φραγμούς ή συμπεριφέρεται με παράτολμο τρόπο: Άκου θράσος! Αυτός ο άνθρωπος ~ ~ (: είναι αθεόφοβος)! Δεν έχεις ~ σου πια (= δεν αντέχεσαι, είσαι ανυπόφορος)!, δόξα τω Θεώ/δόξα σοι ο Θεός/δόξα να 'χει ο Θεός/ο Κύριος (προφ.): έκφρ. ικανοποίησης από πιστό σε περιπτώσεις που πάνε καλά τα πράγματα: ~ ~ είμαι καλά/πέρασα τις εξετάσεις.|| (ειρων.) ~ ~, μας θυμήθηκες!, έδωσε ο Θεός (προφ.): ευτυχώς, επιτέλους: ~ ~ και προσγειωθήκαμε/φτάσαμε κάποια στιγμή., εκ/από Θεού (λόγ.): δοσμένος από τον Θεό: ~ ~ Λόγος/σοφία., ελέω Θεού (λόγ.): με τη χάρη και την ευσπλαχνία του Θεού: ~ ~ αυτοκράτορας/βασιλεία/πάπας.|| (ειρων.) ~ ~ εξουσία., ένας Θεός ξέρει (προφ.): κανείς δεν γνωρίζει: ~ ~ πότε θα τον ξαναδώ/πώς γλίτωσε/τι απέγινε! ΣΥΝ. Κύριος οίδε, ο Θεός και η ψυχή του!, έχει ο Θεός & κι έχει ο Θεός για όλους: προς δήλωση αισιοδοξίας, υπομονής, προσδοκίας για κάτι καλύτερο: Μην ανησυχείς, καλά να 'σαι ~ ~!|| Δεν βαριέσαι, ~ ~., Θεέ και Κύριε! (προφ.): για να δηλωθεί ευχάριστη ή δυσάρεστη συνήθ. έκπληξη: ~ ~ τι πράγματα είναι αυτά/τι άλλο θα δουν τα ματάκια μας (: έλα Χριστέ και Παναγιά/Χριστέ μου)!, Θεέ μου! (ως επιφών.): προς δήλωση: (αποδοκιμασίας/δυσαρέσκειας/έκπληξης:) Τι άλλο θ΄ακούσω, ~ ~! Τι ντροπή, ~ ~! Τι άνθρωπος, ~ ~! Έλα ~ ~! Τι πράγματα είν’ αυτά! (πβ. Θεός φυλάξοι, Χριστός κι Απόστολος).|| (παράκλησης/ευχής:) Βόηθα/λυπήσου με, ~ ~! ~ ~, κάνε/μακάρι να ...! ~ ~, δωσ' του δύναμη/φώτιση!|| (φόβου:) ~ ~ (= μαμά/μανούλα μου)! ΣΥΝ. Χριστέ μου/Χριστούλη μου!, θέλημα (του) Θεού: η θεϊκή βούληση ως νόμος ή παρέμβαση στα ανθρώπινα: Ήταν ~ ~ να συναντηθούμε (: ήταν γραφτό, μοιραίο)., Θεοί και δαίμονες: όλοι, οι πάντες: τους κυνηγούν ~ ~, Θεός σχωρέσ΄τον/την ψυχή του! & να συγχωρεθεί η ψυχή του (ευχετ.): ο Θεός να τον συγχωρήσει, να τον αναπαύσει., Θεός φυλάξοι!: έκφραση απευχής ή έντονης αποδοκιμασίας: Φαντάσου να συμβεί και τίποτα χειρότερο! ~ ~!|| Τι πράγματα είναι αυτά! ~ ~!, ο (ίδιος ο) Θεός να κατέβει κάτω (προφ.): για κανέναν λόγο, σε καμία περίπτωση: ~ ~, δεν αλλάζω γνώμη., ο Θεός αργεί, μα δε λησμονεί (παροιμ.): η θεϊκή δικαιοσύνη επέρχεται τελικά κι ας καθυστερεί: Από κάπου θα το βρει: ~ ~! Πβ. όλα εδώ πληρώνονται, έστι δίκης οφθαλμός ος τα πανθ' ορά., ο Θεός είναι μεγάλος (προφ.): για δήλωση ελπίδας, αισιοδοξίας: ~ ~, θα μας βοηθήσει!, ο Θεός και η ψυχή του! (προφ.): για κάτι που δεν γνωρίζουμε ή για το οποίο δεν είμαστε βέβαιοι: Τώρα, τι θα γίνει/τι έγραψε/πώς πήγε στις εξετάσεις, ~ ~! ΣΥΝ. ένας Θεός ξέρει, ο Θεός μαζί σου!: (συχνά σε αποχαιρετισμό) ο Θεός να σε προστατεύει: Γεια σου/στο καλό και ~ ~!, ο Θεός να (σε/μας) φυλάει (προφ.): να (σε/μας) προστατεύει: ~ να μας ~ από τις αρρώστιες/τους σεισμούς! ~ να σε ~ απ' τη γλωσσοφαγιά της!, ο Θεός να δώσει/να δώσει ο Θεός & να μη (το) δώσει ο Θεός (προφ.): μακάρι ή μακάρι να μη: ~ ~ (και) να μην αρρωστήσει/να πάνε όλα καλά.|| Εύχομαι να μη δώσει σε κανέναν ο Θεός τέτοιο πόνο!, ο Θεός να το κάνει (προφ.-μειωτ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος/κάτι δεν πληροί τις προδιαγραφές: Μείναμε σ' ένα ξενοδοχείο, (που) ~ ~ (ξενοδοχείο), σκέτο αχούρι!, προς Θεού/για το Θεό (επιτατ.): έκφραση αποτροπής, παράκλησης ή απόρριψης κάποιου ενδεχομένου: ~ ~, όχι άλλα λάθη! ~ ~, ας τους δοθεί μια ευκαιρία!|| ~ ~ δεν ήθελα να πω κάτι τέτοιο/δεν το εννοούσα. ~ ~ δεν το έκανα εσκεμμένα., πρώτα ο Θεός: με τη βοήθεια του Θεού, αν όλα πάνε καλά: Στο τέλος του χρόνου, ~ ~, επιστρέφει. Πβ. αν θέλει ο Θεός., συν Θεώ (λόγ.): με τη βοήθεια του Θεού., υπάρχει Θεός!: για να δηλωθεί ότι κάποιος νιώθει δικαίωση: Κατάλαβε το λάθος του και μου ζήτησε συγγνώμη. Τελικά ~ ~!, (αυτό/το άδικο) δεν το θέλει ούτε ο Θεός βλ. θέλω, (κι/για) αύριο έχει ο Θεός βλ. αύριο, αγαπά ο Θεός τον κλέφτη, αγαπά και τον νοικοκύρη βλ. κλέφτης, άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε Θεός κελεύει βλ. βουλή, αμαρτία από τον Θεό βλ. αμαρτία, αν θέλει ο Θεός βλ. θέλω, ανάγκα και (οι) θεοί πείθονται βλ. ανάγκη, απ΄ τον Θεό να τό 'βρει! βλ. βρίσκω, απειλεί θεούς και δαίμονες βλ. απειλώ, από μηχανής θεός βλ. μηχανή, βλέπω Θεού/Κυρίου πρόσωπο βλ. πρόσωπο, για (τ') όνομα του Θεού/της Παναγίας/του Χριστού (και της Παναγίας)! βλ. όνομα, διάπυρος προς Θεόν/προς Κύριον ευχέτης βλ. ευχέτης, ενώπιον Θεού και ανθρώπων βλ. ενώπιον, έτσι το θέλησε η μοίρα/ο Θεός/η τύχη βλ. θέλω, η δόξα του Θεού βλ. δόξα, ήμαρτον Παναγία μου/Θεέ μου/Χριστέ μου/Κύριε! βλ. ήμαρτον, Θε(έ)/Παναγιά/Xριστέ μου φύλαγε βλ. φυλάω, Θεός σχωρέσ'/να συγχωρεθούν τα πεθαμένα σου! βλ. πεθαμένος, Θεού θέλοντος (και καιρού επιτρέποντος) βλ. θέλω, κι αύριο μέρα (του Θεού) είναι βλ. μέρα, κι/και άγιος ο Θεός βλ. άγιος, κοιμήθηκε ο θεός βλ. κοιμάμαι, μάρτυς/μάρτυράς μου ο Θεός βλ. μάρτυρας, μετά φόβου Θεού βλ. φόβος, να 'μαστε καλά/να μας έχει ο Θεός καλά να ... βλ. καλά, ο δρόμος του Θεού/του Χριστού βλ. δρόμος, ο Θεός να βάλει το χέρι του/να κάνει το θαύμα του βλ. χέρι, ο Θεός να με βγάλει ψεύτη βλ. ψεύτης, ψεύτρα, ο Θεός να/ας με σ(υγ)χωρέσει/Θεέ μου συγχώρεσέ/σ(υγ)χώρα με βλ. συγχωρώ, οργή Θεού βλ. οργή, ποιος είδε τον Θεό και δεν (τον) φοβήθηκε βλ. βλέπω, στην ευχή του Θεού (και της Παναγίας) βλ. ευχή, στο έλεος του Θεού βλ. έλεος, τα ελέη του Θεού βλ. έλεος, τέλος και τω Θεώ δόξα βλ. τέλος, τέρμα Θεού βλ. τέρμα, το Θεό μπάρμπα να 'χεις βλ. μπάρμπας, το πολύ το "Κύριε ελέησον" το βαριέται κι ο Θεός/κι ο παπάς βλ. βαριέμαι, τον ξέχασε ο Χάρος/ο Θεός βλ. ξεχνώ, φόβος Θεού βλ. φόβος, φωνή λαού, οργή Θεού βλ. οργή, φωτιά (να πέσει)/ο Θεός να με κάψει βλ. καίω, φωτιά να σε κάψει! βλ. καίω, χαρά θεού βλ. χαρά, χρυσό/Θεό/Χριστό τον έκανα βλ. χρυσός ● βλ. θεά [< αρχ. θεός] | |
| 20468 | θεοσέβεια | θε-ο-σέ-βει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σεβασμός προς τον Θεό, ευσέβεια: βαθιά ~. Πίστη και ~. Πβ. ευλάβεια, θρησκευτικότητα, φιλοθεΐα. ΑΝΤ. ασέβεια [< αρχ. θεοσέβεια] | |
| 20469 | θεοσεβής | , ής, ές θε-ο-σε-βής επίθ. (λόγ.): που σέβεται τον Θεό, ευλαβής: ~ής: χριστιανός. Πβ. ευσεβής, θεοφοβούμενος, θρήσκος. ΣΥΝ. θεοσεβούμενος ΑΝΤ. ασεβής [< αρχ. θεοσεβής] | |
| 20470 | θεοσεβούμενος | , η, ο θε-ο-σε-βού-με-νος επίθ.: θεοσεβής. | |
| 20471 | θεοσκότεινος | , η, ο θε-ο-σκό-τει-νος επίθ. (επιτατ.): που καλύπτεται από απόλυτο σκοτάδι: ~ος: δρόμος/χώρος. ~η: αίθουσα/νύχτα. ~ο: δωμάτιο/υπόγειο (βλ. ανήλιος).|| (μτφ.) ~η: περίοδος. ~ο: μέλλον (: ζοφερό). Βλ. θεο-. ΣΥΝ. κατασκότεινος, ολοσκότεινος ΑΝΤ. κατάφωτος, ολόφωτος ● επίρρ.: θεοσκότεινα | |
| 20472 | θεοσοφία | θε-ο-σο-φί-α ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ. σύνολο ετερόκλιτων θρησκευτικών, φιλοσοφικών και μυστικιστικών ιδεών που συνοψίζονται στην πεποίθηση ότι υπάρχει μία βαθύτερη γνώση του κόσμου, την οποία μπορεί να αποκτήσει ο άνθρωπος μέσα από την προσωπική κατανόηση του Θεού και την ένωσή του με Αυτόν. Βλ. ανθρωποσοφία. ΣΥΝ. θεοσοφισμός [< μτγν. θεοσοφία 'γνώση των θείων θεμάτων', γαλλ. théosophie, γερμ. Theosophie, αγγλ. theosophy] | |
| 20473 | θεοσοφικός | , ή, ό θε-ο-σο-φι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με τη θεοσοφία: ~ός: μυστικισμός. ~ή: διδασκαλία. ~ό: κίνημα. [< γαλλ. théosophique, γερμ. theosophisch, αγγλ. theosophic(al)] | |
| 20474 | θεοσοφισμός | θε-ο-σο-φι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. θεοσοφία. [< γαλλ. théosophisme, αγγλ. theosophism] | |
| 20475 | θεοσοφιστής | θε-ο-σο-φι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. θεοσοφίστρια}: οπαδός της θεοσοφίας. ΣΥΝ. θεόσοφος [< γαλλ. théosophe, γερμ. Theosoph, αγγλ. theosoph] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ