Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [21320-21340]

IDΛήμμαΕρμηνεία
20474θεοσοφισμόςθε-ο-σο-φι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. θεοσοφία. [< γαλλ. théosophisme, αγγλ. theosophism]
20475θεοσοφιστήςθε-ο-σο-φι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. θεοσοφίστρια}: οπαδός της θεοσοφίας. ΣΥΝ. θεόσοφος [< γαλλ. théosophe, γερμ. Theosoph, αγγλ. theosoph]
20476θεόσοφοςθε-ό-σο-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): θεοσοφιστής. [< μτγν. θεόσοφος 'αυτός που έχει θεϊκή σοφία', γαλλ. théosophe, γερμ. Theosoph, αγγλ. theosoph]
20477θεόσταλτος, η, ο θε-ό-σταλ-τος επίθ. (λόγ.): σταλμένος από τον Θεό και κατ' επέκτ. ανέλπιστος: ~ος: άγγελος. ~η: δύναμη. ~ο: μήνυμα/όνειρο/σημάδι.|| (μτφ.) ~η: ευκαιρία (πβ. αναπάντεχος). ~ο: δώρο (= δώρο Θεού). Πβ. θεόπεμπτος, ουρανοκατέβατος, ουρανό-πεμπτος, -σταλτος.
20478θεόστραβος, η, ο θε-ό-στρα-βος επίθ. (προφ.-επιτατ.) 1. (μειωτ.) θεότυφλος. Βλ. θεο-. 2. που δεν είναι καθόλου ίσιος: ~η: μύτη. ~α: δόντια/πόδια. Πβ. στρεβλός. ΑΝΤ. ολόισιος ● επίρρ.: θεόστραβα
20479θεότηταθε-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΘΡΗΣΚ. θεός ή θεά: αρχαία ελληνική/βαβυλωνιακή/ινδουιστική/μινωική ~. Λατρεία ~ας. 2. ΘΕΟΛ. (σπάν.) η υπόσταση του Θεού, η θεϊκή του φύση: η ~ του Ιησού Χριστού. Βλ. -ότητα. [< μτγν. θεότης]
20480θεοτικός, ή/ιά, ό θε-ο-τι-κός επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): θεϊκός: ~ή: εμπειρία. Πβ. θείος.|| (ως ουσ., παλαιότ., ιερά σκεύη, βιβλία και άλλα αντικείμενα που χρησιμοποιούνται τελετουργικά κυρ. για τη θεραπεία ασθενών:) Το έριξε στα ~ά. [< μεσν. θεοτικός]
20481θεοτοκίοθε-ο-το-κί-ο ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. τροπάριο που εγκωμιάζει τη Θεοτόκο: αναστάσιμα/δογματικά ~α. Βλ. Άξιον Εστί. [< μεσν. θεοτοκίον]
20482ΘεοτόκοςΘε-ο-τό-κος ουσ. (θηλ.): η Παναγία: ο Ευαγγελισμός/η Κοίμηση/η Υπαπαντή της ~ου. Πβ. Αειπάρθενος, Θεομήτωρ. ● ΣΥΜΠΛ.: τα Εισόδια της Θεοτόκου/της Παναγίας βλ. Εισόδια [< μτγν. θεοτόκος ‘μητέρα του θεού’]
20483θεοτοκωνύμιοΘε-ο-το-κω-νύ-μιο ουσ. (ουδ.): προσωνύμιο που αποδίδει η εκκλησιαστική και λαογραφική παράδοση στη Θεοτόκο: Γλυκοφιλούσα/Ευαγγελίστρια/Μεγαλόχαρη/Μυρτιδιώτισσα/Πορταΐτισσα/Φανερωμένη.
20484θεότρελος, η, ο θε-ό-τρε-λος επίθ. (προφ.-επιτατ.): τελείως τρελός: ~η: κωμωδία/παρέα. Βλ. θεο-. ΣΥΝ. θεόμουρλος, θεοπάλαβος ● επίρρ.: θεότρελα
20485θεότυφλος, η, ο θε-ό-τυ-φλος επίθ. (επιτατ.-μειωτ.): εντελώς τυφλός. Πβ. θεόστραβος. Βλ. θεο-.
20486θεούληςθε-ού-λης ουσ. (αρσ.) (υποκ.): θεός. ● ΣΥΜΠΛ.: ο καλός Θεός/θεούλης βλ. θεός ● ΦΡ.: θεούλη μου!: (επιφων.) επίκληση στον Θεό ή δήλωση φόβου ή έκπληξης, θετικής ή αρνητικής: Δωσ' του, ~ ~, δύναμη να τα καταφέρει.|| ~ ~, τι φριχτό θέαμα!|| ~ ~, τι υπέροχο σπίτι!
20487θεουργίαθε-ουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): είδος μαγείας μέσω της επίκλησης αγαθών πνευμάτων· κατ' επέκτ. τσαρλατανισμός. [< μτγν. θεουργία, γαλλ. théurgie, αγγλ. theurgy]
20488θεουργικός, ή, ό θε-ουρ-γι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τη θεουργία: ~ή: ένωση/θεραπευτική. ~ές: τελετές. Πβ. μαγικός. [< μτγν. θεουργικός, γαλλ. théurgique, αγγλ. theurgic]
20489θεουργόςθε-ουρ-γός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): μύστης θεουργικών τελετών· κατ' επέκτ. τσαρλατάνος. Πβ. αγύρτης, θαυματοποιός, μάγος. Βλ. ιεροφάντης. [< μτγν. επίθ. θεουργός ‘σχετικός με μυστικιστική τελετή’, γαλλ. théurgiste, αγγλ. theurgist]
20490θεούσα[θεοῦσα] θε-ού-σα ουσ. (θηλ.) {σπανιότ.-καταχρ. αρσ. θεούσος} (συνήθ. ειρων.): υπερβολικά θρησκόληπτη και συντηρητική γυναίκα: (κ. ως επίθ.) ~ γειτόνισσα. Βλ. ηθικολόγος, χαμηλοβλεπούσα.
20491ΘεοφάνειαΘε-ο-φά-νει-α ουσ. (ουδ.) (τα) {Θεοφανεί-ων} & Θεοφάνια: ΕΚΚΛΗΣ. τα Φώτα: η ακολουθία/τα έθιμα/ο εορτασμός/οι ύμνοι των ~ων. ΣΥΝ. Επιφάνια [< μτγν. Θεοφάνεια (ἡ), μεσν. Θεοφάνια (τα)]
20492ΘεοφιλέστατοςΘε-ο-φι-λέ-στα-τος επίθ./ουσ. {-ου (λόγ.) -άτου}: ΕΚΚΛΗΣ. προσφώνηση και προσωνύμιο επισκόπου, χωρεπισκόπου ή μητροπολίτη: Ακολουθία του Νυμφίου, χοροστατούντος του ~ου Επισκόπου ... Βλ. Μακαρι-, Παναγι-, Πανιερ-, Σεβασμι-ότατος. [< αρχ. θεοφιλέστατος]
20493θεοφιλής, ής, ές θε-ο-φι-λής επίθ. (επίσ.-κυρ. σε εκκλησ. κείμενα): αγαπητός, αρεστός στον Θεό: ~ής: βίος. ~ής: ψυχή. ~ές: έργο. Πβ. θεάρεστος. ΑΝΤ. θεομίσητος [< αρχ. θεοφιλής]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.