| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 20468 | θεοσέβεια | θε-ο-σέ-βει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σεβασμός προς τον Θεό, ευσέβεια: βαθιά ~. Πίστη και ~. Πβ. ευλάβεια, θρησκευτικότητα, φιλοθεΐα. ΑΝΤ. ασέβεια [< αρχ. θεοσέβεια] | |
| 20469 | θεοσεβής | , ής, ές θε-ο-σε-βής επίθ. (λόγ.): που σέβεται τον Θεό, ευλαβής: ~ής: χριστιανός. Πβ. ευσεβής, θεοφοβούμενος, θρήσκος. ΣΥΝ. θεοσεβούμενος ΑΝΤ. ασεβής [< αρχ. θεοσεβής] | |
| 20470 | θεοσεβούμενος | , η, ο θε-ο-σε-βού-με-νος επίθ.: θεοσεβής. | |
| 20471 | θεοσκότεινος | , η, ο θε-ο-σκό-τει-νος επίθ. (επιτατ.): που καλύπτεται από απόλυτο σκοτάδι: ~ος: δρόμος/χώρος. ~η: αίθουσα/νύχτα. ~ο: δωμάτιο/υπόγειο (βλ. ανήλιος).|| (μτφ.) ~η: περίοδος. ~ο: μέλλον (: ζοφερό). Βλ. θεο-. ΣΥΝ. κατασκότεινος, ολοσκότεινος ΑΝΤ. κατάφωτος, ολόφωτος ● επίρρ.: θεοσκότεινα | |
| 20472 | θεοσοφία | θε-ο-σο-φί-α ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ. σύνολο ετερόκλιτων θρησκευτικών, φιλοσοφικών και μυστικιστικών ιδεών που συνοψίζονται στην πεποίθηση ότι υπάρχει μία βαθύτερη γνώση του κόσμου, την οποία μπορεί να αποκτήσει ο άνθρωπος μέσα από την προσωπική κατανόηση του Θεού και την ένωσή του με Αυτόν. Βλ. ανθρωποσοφία. ΣΥΝ. θεοσοφισμός [< μτγν. θεοσοφία 'γνώση των θείων θεμάτων', γαλλ. théosophie, γερμ. Theosophie, αγγλ. theosophy] | |
| 20473 | θεοσοφικός | , ή, ό θε-ο-σο-φι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με τη θεοσοφία: ~ός: μυστικισμός. ~ή: διδασκαλία. ~ό: κίνημα. [< γαλλ. théosophique, γερμ. theosophisch, αγγλ. theosophic(al)] | |
| 20474 | θεοσοφισμός | θε-ο-σο-φι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. θεοσοφία. [< γαλλ. théosophisme, αγγλ. theosophism] | |
| 20475 | θεοσοφιστής | θε-ο-σο-φι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. θεοσοφίστρια}: οπαδός της θεοσοφίας. ΣΥΝ. θεόσοφος [< γαλλ. théosophe, γερμ. Theosoph, αγγλ. theosoph] | |
| 20476 | θεόσοφος | θε-ό-σο-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): θεοσοφιστής. [< μτγν. θεόσοφος 'αυτός που έχει θεϊκή σοφία', γαλλ. théosophe, γερμ. Theosoph, αγγλ. theosoph] | |
| 20477 | θεόσταλτος | , η, ο θε-ό-σταλ-τος επίθ. (λόγ.): σταλμένος από τον Θεό και κατ' επέκτ. ανέλπιστος: ~ος: άγγελος. ~η: δύναμη. ~ο: μήνυμα/όνειρο/σημάδι.|| (μτφ.) ~η: ευκαιρία (πβ. αναπάντεχος). ~ο: δώρο (= δώρο Θεού). Πβ. θεόπεμπτος, ουρανοκατέβατος, ουρανό-πεμπτος, -σταλτος. | |
| 20478 | θεόστραβος | , η, ο θε-ό-στρα-βος επίθ. (προφ.-επιτατ.) 1. (μειωτ.) θεότυφλος. Βλ. θεο-. 2. που δεν είναι καθόλου ίσιος: ~η: μύτη. ~α: δόντια/πόδια. Πβ. στρεβλός. ΑΝΤ. ολόισιος ● επίρρ.: θεόστραβα | |
| 20479 | θεότητα | θε-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΘΡΗΣΚ. θεός ή θεά: αρχαία ελληνική/βαβυλωνιακή/ινδουιστική/μινωική ~. Λατρεία ~ας. 2. ΘΕΟΛ. (σπάν.) η υπόσταση του Θεού, η θεϊκή του φύση: η ~ του Ιησού Χριστού. Βλ. -ότητα. [< μτγν. θεότης] | |
| 20480 | θεοτικός | , ή/ιά, ό θε-ο-τι-κός επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): θεϊκός: ~ή: εμπειρία. Πβ. θείος.|| (ως ουσ., παλαιότ., ιερά σκεύη, βιβλία και άλλα αντικείμενα που χρησιμοποιούνται τελετουργικά κυρ. για τη θεραπεία ασθενών:) Το έριξε στα ~ά. [< μεσν. θεοτικός] | |
| 20481 | θεοτοκίο | θε-ο-το-κί-ο ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. τροπάριο που εγκωμιάζει τη Θεοτόκο: αναστάσιμα/δογματικά ~α. Βλ. Άξιον Εστί. [< μεσν. θεοτοκίον] | |
| 20482 | Θεοτόκος | Θε-ο-τό-κος ουσ. (θηλ.): η Παναγία: ο Ευαγγελισμός/η Κοίμηση/η Υπαπαντή της ~ου. Πβ. Αειπάρθενος, Θεομήτωρ. ● ΣΥΜΠΛ.: τα Εισόδια της Θεοτόκου/της Παναγίας βλ. Εισόδια [< μτγν. θεοτόκος ‘μητέρα του θεού’] | |
| 20483 | θεοτοκωνύμιο | Θε-ο-το-κω-νύ-μιο ουσ. (ουδ.): προσωνύμιο που αποδίδει η εκκλησιαστική και λαογραφική παράδοση στη Θεοτόκο: Γλυκοφιλούσα/Ευαγγελίστρια/Μεγαλόχαρη/Μυρτιδιώτισσα/Πορταΐτισσα/Φανερωμένη. | |
| 20484 | θεότρελος | , η, ο θε-ό-τρε-λος επίθ. (προφ.-επιτατ.): τελείως τρελός: ~η: κωμωδία/παρέα. Βλ. θεο-. ΣΥΝ. θεόμουρλος, θεοπάλαβος ● επίρρ.: θεότρελα | |
| 20485 | θεότυφλος | , η, ο θε-ό-τυ-φλος επίθ. (επιτατ.-μειωτ.): εντελώς τυφλός. Πβ. θεόστραβος. Βλ. θεο-. | |
| 20486 | θεούλης | θε-ού-λης ουσ. (αρσ.) (υποκ.): θεός. ● ΣΥΜΠΛ.: ο καλός Θεός/θεούλης βλ. θεός ● ΦΡ.: θεούλη μου!: (επιφων.) επίκληση στον Θεό ή δήλωση φόβου ή έκπληξης, θετικής ή αρνητικής: Δωσ' του, ~ ~, δύναμη να τα καταφέρει.|| ~ ~, τι φριχτό θέαμα!|| ~ ~, τι υπέροχο σπίτι! | |
| 20487 | θεουργία | θε-ουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): είδος μαγείας μέσω της επίκλησης αγαθών πνευμάτων· κατ' επέκτ. τσαρλατανισμός. [< μτγν. θεουργία, γαλλ. théurgie, αγγλ. theurgy] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ